Book review, movie criticism

Friday, September 4, 2009

Έρση Σωτηροπούλου, Αχτίδα στο σκοτάδι

Έρση Σωτηροπούλου, Αχτίδα στο σκοτάδι, Κέδρος 2005

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο της συλλογής διηγημάτων «Αχτίδα στο σκοτάδι» αφού διάβασα τα διηγήματα, έκανα τη σκέψη ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο συμπυκνωμένη και πιο οξυδερκής περιγραφή της γραφής της Σωτηροπούλου. Ανορθόδοξα για βιβλιοπαρουσίαση, θα παραθέσω το κείμενο αυτό.
«Οι ιστορίες της Έρσης Σωτηροπούλου μοιάζουν με κομμάτια μπλουζ όπου οι ήρωες ψάχνουν σαν υπνοβάτες να βρουν το πεπρωμένο τους. Ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ατενίζουν τη ματαιότητα της ζωής. Αποκαρδιωμένοι ρίχνουν πού και πού ενήλικο βλέμμα σε παιδικές εικόνες, σχηματίζουν απρόβλεπτα σχέδια, αιχμαλωτίζουν αντί για λέξεις τη σιωπή, αντί για αγάπη τη μοναξιά και μένουν ασάλευτοι λίγο πριν την καταστροφή. Κινούνται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο όπου η ζωή και ο θάνατος, η πραγματικότητα και η φαντασία, το παρελθόν και το μέλλον είναι έννοιες μετέωρες και διόλου ασυμβίβαστες».
Αν θα ήθελα να δώσω ένα ορισμό της γραφής της Σωτηροπούλου, θα έλεγα ότι πρόκειται για ατμοσφαιρική γραφή. Ατμοσφαιρική γραφή με την έννοια ότι διαβάζοντας τα διηγήματά της δεν παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας ιστορίας «τελείας», με την αριστοτελική έννοια του όρου, να έχει δηλαδή αρχή, μέση και τέλος, με γεγονότα που το ένα να πυροδοτεί το άλλο. Δεν περιέχουν γεγονότα «πυρήνες», για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Ρολάν Μπαρτ, αλλά παρουσιάζουν γεγονότα καταλύτες ή δείκτες, που έχουν σαν στόχο να υποδηλώσουν μάλλον παρά να περιγράψουν την αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι ήρωες σαν καρυδότσουφλα μέσα στο νερό, σαν σαπιοκάραβα μέσα στη θύελλα, χωρίς προορισμό, ή όπου ο προορισμός είναι μια Αμερική που δεν θα κατακτήσουν ποτέ, όπως μια αγάπη που μας ξέφυγε απ’ τα χέρια και η ανάμνησή της μας πονεί («Χριστούγεννα με το Λέο»), ή μας είναι μια απλή ανάμνηση («Τοπίο με σκύλο»), ή μια σχέση που έχει κυλήσει στην αδράνεια της συζυγικής ζωής («Ελεύθερο σχέδιο»).
Σε πάρα πολλούς συγγραφείς βλέπουμε το συνολικό τους έργο να μην είναι παρά ένα θέμα με παραλλαγές. Το θέμα του Τσέχωφ για παράδειγμα είναι η ματαίωση, το οποίο όμως δίνεται εκεί σε θεατρικά έργα γεμάτα σασπένς, το οποίο σασπένς είναι όρος sine qua non για τη δραματουργία. Αυτό είναι και το θέμα της Σωτηροπούλου, η ματαίωση.
Η ματαίωση και τελματωμένη ζωή είναι αυτή που κάνει τους ήρωες να καταφεύγουν τόσο συχνά στις αναμνήσεις ή να επιστρέφουν στους χώρους που έζησαν κάποτε («Πούπουλο στα μαλλιά»). Χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Η κυρία Λάιστον στα Ψηλαλώνια», όπου η επιστροφή στο χώρο στοιχειώνεται όχι από πρόσωπα που γνώρισε κάποτε η ηρωίδα εκεί, αλλά από φανταστικά πρόσωπα που είχε επινοήσει για τα μικροψέμματα που ήταν αναγκασμένη να λέει στη μητέρα της.
Συχνά όμως το παρόν δεν είναι η απογοήτευση της καθημερινότητας που ζουν πλήθος άνθρωποι («Η γυναίκα»), αλλά το οδυνηρό παρόν μιας αρρώστιας («Αχτίδα στο σκοτάδι»), ή μιας κατάθλιψης που οδηγεί στην αυτοκτονία («Φιλιά στον αέρα»).
Τις λίγες φορές που το διήγημα κλείνει με ένα οιονεί happy end, είναι για να τεθεί αντιστικτικά στην unhappy κατάσταση στην οποία βρίσκονται παγιδευμένοι οι ήρωες («Μ’ ακούει κανείς;», «Δεν θα βγάλεις το σκύλο;»).
Δεν είναι τυχαίο το ότι η συγγραφέας καταφεύγει συχνά στη χρήση ονείρων, που απεικονίζουν με ένα εξπρεσιονιστικό, γκροτέσκο τρόπο την ατμόσφαιρα της ματαίωσης και της απογοήτευσης που θέλει να δώσει.
Τα διηγήματα της Σωτηροπούλου ανήκουν στην κατηγορία του «Ελάχιστου», του ελάχιστου της καθημερινότητας, για να χρησιμοποιήσω ένα προσφυή όρο του Γιώργου Καραμπελιά που τον θεωρώ ιδιαίτερα χρηστικό, σε αντιδιαστολή με την πεζογραφία του «Μέγιστου» της πατρίδας και των ηρωικών ουτοπιών. Μαζί με την Αγγέλα Καστρινάκη θα έλεγα ότι αποτελούν τις πιο χαρακτηριστικές εκπροσώπους του είδους, γιατί σ’ αυτές η καθημερινότητα αναδεικνύεται σαν αυτόνομο θέμα, που δεν χρειάζεται το σασπένς μιας συναρπαστικής αφήγησης για να προβληθεί, όπως γίνεται στους περισσότερους συγγραφείς σήμερα.
Post a Comment