Book review, movie criticism

Tuesday, February 16, 2010

Γιάννης Ξανθούλης, Το ροζ που δεν ξέχασα

Γιάννης Ξανθούλης, Το ροζ που δεν ξέχασα.

Δημοσιεύτηκε στην Έρευνα, Φλεβάρης 1992

Διαβάζοντας το "Ροζ που δεν ξέχασα" του Γιάννη Ξανθούλη (εκδόσεις Καστανιώτης) θυμήθηκα τον "Ταξιτζή" του Μάρτιν Σκορσέζε. Όχι μόνο γιατί ο ήρωας του Ξανθούλη, όπως και του Σκορσέζε, είναι ταξιτζής, αλλά επειδή πραγματεύονται και οι δυο το ίδιο θέμα, τη μοναξιά, ή, όπως γράφει ο Γιώργος Αραμπατζής σε σχετικό κείμενο για τον "Ταξιτζή" του Σκορσέζε, "την αστική απομόνωση: ένας άντρας μέσα σε ένα αυτοκίνητο να προχωράει χωρίς σκοπό, περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που κανείς δεν είναι φίλος". Δεν είναι τυχαίο που και οι δυο δουλεύουν νυχτερινή βάρδια σαν αντίδοτο στην αϋπνία. Η μοναξιά γίνεται πιο υποφερτή πάνω στο τιμόνι παρά πάνω στο στρώμα του κρεβατιού τις μεταμεσονύκτιες ώρες.
Όμως η μοναξιά από σύμπτωμα γίνεται άμυνα. Η μοναξιά στην οποία καταδικάζεται ο ήρωας από κοινωνικούς, εξωτερικούς λόγους, αναδεικνύεται σε προστατευτικό οχυρό. Όταν ο Άλλος πληγώνει (κοροϊδεύοντάς τον για τα σπασμένα δόντια του) τότε η άμυνα δεν μπορεί να είναι παρά η απόρριψη του Άλλου).
Ο ταξιτζής με τον οποίο εναλλάσσεται στη βάρδια του ταξί επιχειρεί να του ανοιχτεί, να του μιλήσει για τον εαυτό του. Τον αποθαρρύνει. "Μια φορά ξεκίνησε να μου τα διηγηθεί όλα... αλλά τον έκοψα. Δε λέμε λόγια μεταξύ μας". Με τον αδελφό του ίδιες σχέσεις. "Χαιρόμασταν που βλεπόμασταν, και ύστερα ανακαλύπταμε τη σιωπή ή την άσχετη φλυαρία". Για το ποιος είναι περισσότερο υπεύθυνος δεν χωρεί καμιά αμφιβολία. Δεν είχε φροντίσει ούτε να σημειώσει καν τον αριθμό του τηλεφώνου του, ώστε να τον ενημερώσει για το θάνατο της γιαγιάς.
Η άρνηση, ή ακριβέστερα η απώθηση της αγάπης, αποτελεί και την ακραία μορφή αυτής της άμυνας, της περιχαράκωσης στον εαυτό. "Δεν αγαπώ τίποτα". "Το τίποτα φτάνει ως τα νύχια των ποδιών μου". Λίγο πιο πριν δηλώνει στην Πολωνέζα φίλη του. "Δεν αγαπώ τίποτα. Δεν αγάπησα ποτέ τίποτα". Όμως αυτή μαντεύει ότι υποκρίνεται. "Η πίκρα μου είσαι εσύ" του λέει. "Γιατί μ' αγαπάς... το ξέρω ότι μ' αγαπάς, αλλά θα φύγω. Θα φύγω για να ζήσω....". Όταν ό,τι αγαπάς σε πληγώνει, η άμυνα δεν μπορεί να είναι άλλη από την απώθηση της αγάπης.
Όμως κάποτε η απώθηση λυγίζει. Βλέποντάς την να πλησιάζει και να χτυπά στοργικά στην πλάτη τον Αντρέι, με τον οποίο ετοιμάζεται να φύγει για τον Καναδά, παραδέχεται με απόγνωση "Αυτή η γυναίκα είναι ό,τι έχω και δεν έχω έξω από το κεφάλι μου (η υπογράμμιση δική μου). Όποιος δεν έχει τίποτα, όποιος βιώνει απεγνωσμένα την έλλειψη, τη συναισθηματική έλλειψη, αρπάζεται απεγνωσμένα από το μόνο πράγμα το οποίο μπορεί να έχει - τον εαυτό του. Κι όποιος δεν έχει κανένα να τον λυπηθεί, καταφεύγει στην αυτολύπηση, την άλλη όψη της απελπισίας. "Είσαι μόνος, γελοίο υποκείμενο" μονολογεί, "άτυπος γκόμενος Πολωνέζων κουλτουριάρηδων, γκαζάνθρωπε, ταξιτζή, παρία, χωρίς γιαγιά, χωρίς τίποτα".
Τελειώνοντας το βιβλίο, και έχοντας γνωρίσει όλα τα πρόσωπα του έργου, μου ήλθε άθελα μου στο μυαλό ένα άλλο κινηματογραφικό έργο, το Dodeskaden του Ακίρα Κουροσάβα, που προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον πιο δηλωτικό τίτλο "Η γειτονιά των καταφρονεμένων". Όλοι οι ήρωες του έργου του Ξανθούλη είναι δυστυχισμένα πρόσωπα. Ο μπαμπάς που τον απατάει η γυναίκα του, και που πεθαίνει νιώθοντας τύψεις για το γιο του. Η μητέρα, που προσπαθεί να ξεφύγει με περιστασιακούς έρωτες από την αποπνικτική αγάπη του συζύγου της, για να σκοτωθεί με το μοτοποδήλατο του τελευταίου εραστή της. Η γιαγιά, που ζει μόνη με την ευθύνη του εγγονού της, και που στα τελευταία της "δεν είχε πια ούτε γνωστούς ούτε συγγενείς".
Την κηδεία της θα την παρακολουθήσουν μόνο οι δύο εγγονοί της. Η Πολωνέζα ερωμένη, που με τον Αντρέι, τον συμπατριώτη της, άθλιοι εμιγκρέδες της πλατείας Βάθης, ονειρεύονται τη γη της επαγγελίας στον Καναδά. Η κόρη της, μικρό κοριτσάκι που καπνίζει για να πνίξει ποιος ξέρει τι αισθήματα μοναξιάς, στέρησης και εγκατάλειψης.
Ακόμη και οι δευτερεύοντες ήρωες αποπνέουν αυτό τον αέρα της μοναξιάς και της δυστυχίας: Η Χριστόφορου, ο άλλος ταξιτζής, η ανύπαντρη δασκάλα στο τραίνο, το κοριτσάκι με τη λευχαιμία...
Η μοναξιά, το να είμαστε ριγμένοι στον κόσμο (in der Welt sein) αποτελεί τη μεταφυσική κατάσταση του ανθρώπου, λένε οι υπαρξιστές. Η μοναξιά είναι το αίσθημα που βιώνει περισσότερο από κάθε τι ο άνθρωπος της εποχής μας, με τον τεμαχισμό ακόμη και της αποψιλωμένης πυρηνικής οικογένειας. Χωρισμένοι σύζυγοι και παιδιά διαζευγμένων, είναι γεμάτος ο κόσμος σήμερα, παιδιά που μεγαλώνουν με παππούδες και γιαγιάδες, αδέλφια που ζούνε χωριστά.
"Προσπαθώ να πνίξω την αναγούλα", λέει ο ήρωας μας. Αναγούλα! Το άλλο όνομα της ναυτίας, το μόνιμο αίσθημα του Αντουάν Ροκαντέν στο ομώνυμο μυθιστόρημα
του Ζαν Πωλ Σαρτρ.
Όμως υπάρχει η σωτηρία. Για τον Αντουάν Ροκαντέν είναι το να γράψει ένα μυθιστόρημα. Για τον ταξιτζή του Σκορσέζε να κάνει μια ηρωική, επικίνδυνη πράξη. Για τον ταξιτζή του Ξανθοΰλη η σωτηρία βρίσκεται στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού της Πολωνέζας, που του την αφήνει μη μπορώντας να την πάρει μαζί της.
"Ξεχείλισα απότομα από ένα φως στοργής και επιθυμίας να πιαστώ από κάπου", 'Τα δάκρυα ξελαμπικάρισαν τη μοναξιά της. Τη μοναξιά της. Αλλά δεν είμαστε πια μόνοι. Είμαστε δυο".
Η λύση, η κάθαρση, στο έργο του Ξανθούλη όπως και του Σαρτρ φαίνεται πολύ αδύνατη, τεχνητή, βιασμένη, σε αντίθεση με τη λύση που επιλέγει ο Σκορσέζε, που κυοφορείται σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Έτσι, αυτό που μένει με το τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου είναι η στυφή γεύση της μοναξιάς και όχι η προοπτική υπέρβασης της, που διανοίγεται μόλις στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Όμως χωρίς αυτή την αισιόδοξη νότα, το βιβλίο θα ήταν αφόρητα καταθλιπτικό.
Ο Ξανθούλης ανήκει στην οικογένεια των πεζογράφων που γράφουν ποιητική πρόζα, όπως ο Μανώλης Ξεξάκης και η Μάρω Βαμβουνάκη, για να αναφέρω δύο ονόματα που έχω πρόχειρα. Τολμηρές μεταφορές και εικόνες, ανοίκειες συζεύξεις λέξεων, είναι αυτό που χαρακτηρίζει το γράψιμό του. "Κόκκινα μικρά νομίσματα στα δάκτυλα της μαμάς. Ανθισμένα νύχια. Δέκα μικρά άνισα κοράλλια". "Τον καφέ που διαδηλώνει την ημέρα που μπήκε". "Η πατάτα είχε σκάψει μέσα του σήραγγες θυμού". "Πουλιά-σύννεφα", είναι μερικές από τις ποιητικές φράσεις που σταχυολόγησα.
Πολύ χαρακτηριστικός στην ποιητική υπερβολή του είναι ο τρόπος που περιγράφει τη γεμάτη αίματα πετσέτα στο οδοντιατρείο".... Ανθισμένη κι αυτή με τεράστιες γκρενά ντάλιες, παπαρούνες με όλα τα αδιαφιλονίκητα κόκκινα λουλούδια, σαν κόκκινα φιλιά και φρούτα με γεύση πληγής".
Πολύ χαρακτηριστικές είναι και οι γενικές σε θέση επιθετικού προσδιορισμού "πιάτσα της υπνηλίας και των συζητήσεων", "καλοκαίρι της λιποθυμίας", τις οποίες χρησιμοποιεί.
Η ομορφιά της ποιητικής γλώσσας ξορκίζει το ζοφερό του θέματος. Έτσι η κάθαρση συντελείται όχι τόσο μέσω του μύθου, που όπως είπαμε η κατάληξή του λειτουργεί βιασμένα και ελαττωματικά, όσο μέσω της γλώσσας, μέσω της ομορφιάς που υπάρχει στην ποίησή της.
Post a Comment