Book review, movie criticism

Wednesday, February 10, 2010

Νένα Κοκκινάκη, Η Χάρτινη Γυναίκα

Νένα Κοκκινάκη, Η Χάρτινη Γυναίκα, Δόμος 1991

Δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα τον Ιανουάριο 1992

Η «Χάρτινη γυναίκα» (Εκδόσεις Δόμος 1991) της συναδέλφου φιλολόγου Νένας Ι. Κοκκινάκη είναι η πρώτη της λογοτεχνική «δοκιμή», όπως μας πληροφορεί η ίδια στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της. Μέχρι τώρα είχε περιοριστεί σε αρθρογραφία και λογοτεχνική κριτική.
Η «χάρτινη γυναίκα» είναι το λυρικό ξεχείλισμα μιας ερωτευμένης γυναίκας. Αυτοβιογραφούμενη, μας ιστορεί όχι αυτό που θα λέγαμε «ερωτικές περιπέτειες», αλλά τη σχέση της με τον έρωτα και τις ματαιώσεις που υπέστη, από εσωτερικές αναστολές και λαθεμένες επιλογές. Την πρώτη της ερωτική περιπέτεια την βιώνει σαν τη νίκη του εφήμερου πάνω στην προδιαγεγραμμένη πορεία της ζωής της. Νιώθει να ξεχειλίζει από έρωτα.
«Μα ποιος θεός μου έστειλε τόση ευτυχία; Κάποιο ολύμπιο πνεύμα, ένας θεός κυβερνήτης των αισθήσεων.... Δεν ξέρω τ' όνομα του».
Κι ούτε θα το μάθει ποτέ γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Οι αρχαίες ελληνίδες, κλεισμένες στους γυναικωνίτες τους, δεν μπόρεσαν να πλάσουν ένα θεό του έρωτα. Οι άντρες, κυρίαρχοι, έπλασαν τη θεά του, την Αφροδίτη.
«Ο Ολύμπιος θεός χαμογελούσε...». Ανώνυμος ο ολύμπιος θεός του έρωτα. Ο Κάτουλος, όμως, θα μπορέσει να πει για την αγαπημένη του: Tu es Venus.
Η σχέση αυτή δεν θα κρατήσει πολύ.
«Αρκέστηκα στη λιγόχρονη ευτυχία κι αναζήτησα την πολύχρονη εξασφάλιση, μέσα απ' τη δουλειά και την κοινωνική αναγνώριση... Τώρα είμαι μόνη μου, ολόμονη, έξω απ' αγκαλιάσματα κι αγάπες... πώς τα κατάφερα έτσι;»
Όμως δεν ήταν απλά και μόνο η απόρριψη μιας εφήμερης ευτυχίας στο βωμό υψηλότερων σκοπών κι επιδιώξεων.
«Η αδυναμία του σε μένα αντί να με οπλίσει με δύναμη, άρχισε να με κουράζει, να με φοβίζει. Η νεανική μου καρδιά τον ήθελε απόλυτο μονάρχη... Ήμουν ευτυχισμένη που κατακτήθηκα απ' την απόλυτη ομορφιά και προτιμούσα να συντρίβομαι μέσα της παρά να συντρίβω... Απέρριψα την ευτυχία γιατί φοβήθηκα την ανθρώπινη προσήλωση, γιατί κουράστηκα τόσο γρήγορα να μ' αγαπάνε, γιατί τα θεώρησα όλα αυτά εξωλογικά ή εξωπραγματικά... Μια απύθμενη μοναξιά η ποινή μου. Μια μοναξιά με τα χάδια των αναμνήσεων και τις αποχρώσεις των ματιών του».
Τα ίδια αισθήματα αισθάνεται και η μητέρα του ταξιτζή στο «Ροζ που δεν ξέχασα» του Γιάννη Ξανθούλη απέναντι στον άντρα της. Νιώθει να την πνίγει η αγάπη του.
Μήπως πρόκειται για τυπική γυναικεία ψυχολογία; Η αδύναμη γυναίκα που θέλει να κατέχεται από τον ισχυρό άντρα και όχι να κατέχει; Οι ηθολόγοι απαντάνε καταφατικά. Θυμάμαι τα σχόλια μιας φίλης μου για το αγόρι της. «Με αγαπάει μέχρι αηδίας. Είναι υπερβολικά καλός».
Ο ματαιωμένος ερωτισμός της αφηγήτριας θα βρει διέξοδο στο γράψιμο, στο χαρτί. «Ό,τι φανταζόμουν και ποθούσα το έριχνα σ' ένα χαρτί από φόβο κι έγινα πολύ απλά η χάρτινη γυναίκα». Χαρτοπόντικα αποκαλούσε τον εαυτό του ο Καζαντζάκης που, χάρτινος κι αυτός, ό,τι φανταζόταν και ποθούσε το ’ρίχνε στο χαρτί, χωρίς να τολμάει να το βιώσει.
Οι λογικές επιλογές! Η δουλειά και η κοινωνική αναγνώριση! Όμως «τα πιο όμορφα στη ζωή μας είναι τα περίπου ή εντελώς παράλογα». Τα απέρριψε, και γι' αυτό τώρα «είμαι ολομόναχη και περιμένω εκείνο το συγκλονιστικό κάτι, εκείνο το μεγαλειώδες, εκείνο που θα γίνει για μένα διαφυγή μου μέσα στο χρόνο».
«Έμαθα να ζω με μηχανισμούς άμυνας που λένε οι ψυχολόγοι», λέει κάπου αλλού. Όμως κάποτε οι άμυνες θα καταρρεύσουν, και έτσι η μοιραία συνάντηση θα μπορέσει να εξελιχθεί «στο συγκλονιστικό κάτι, εκείνο το μεγαλειώδες», στο μεγάλο έρωτα, που με τόση ποίηση και λυρισμό περιγράφει στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου.
Αυτή: «Στο σβήσιμο της μέρας μετράω πόσες φορές χαμογελάς μέσα από μένα, μόνο γιατί μέσα στο χαμόγελο σου αποταμιεύω την ευτυχία της μέρας, τη γεύση της ζωής... Σ' αγαπώ έξω απ' το χρόνο, μέσα σ' ένα ποτάμι που δεν έχει γυρισμό, μέσα σ' ένα σύννεφο σ' αγαπώ».
Αυτός: «Σ' αγαπώ..., σ' αγαπώ βαθιά, ίσια, μια κάθετη γραμμή η αγάπη μου, που μεγαλώνει, ξεπερνά τη γη και χάνεται στο σύμπαν. Σ' αγαπώ γιατί έγινες ο εαυτός μου, ο ίδιος εγώ. Σ' αγαπώ έτσι που μ' άφησες να ιχνηλατήσω τον κόσμο της ψυχής σου, ένα ατέλειωτο κόσμο που σπουδάζω καθημερινά».
Η πρόζα της Κοκκινάκη είναι λυρική, ποιητική. Αυτό τονίζεται και με τις πάμπολλες ποιητικές αναφορές της. Όμως οι «ανοίκειες», λυρικές εκφράσεις της δεν μπορούμε να πούμε ότι, είναι πάντοτε επιτυχημένες. Ο φαλλοκρατισμός τον οποίο υπαινιχθήκαμε πιο πριν επιβάλλει κάποια όρια στη γλώσσα της. «Χαμογελώ νικητικά», λέει η συγγραφέας στην προτελευταία σειρά του βιβλίου της. Ακούγεται άσχημα. Προφανώς θέλει να πει με τη νίκη του έρωτα. Η λέξη «νικηφόρα» θα συμπαραδήλωνε τη νίκη στον πόλεμο, πολύ περισσότερο η λέξη «θριαμβευτικά», με τις μακριές σειρές των νικημένων αιχμαλώτων στους ρωμαϊκούς θριάμβους. Όμως πώς αλλιώς να εκφράσει το χαμόγελο της γεμάτης ερωτική πλήρωση γυναίκας, της οποίας «η αγάπη δεν έγινε ποτέ κατακτητική»;
Ο λυρισμός είναι το κυρίαρχο ύφος της, όμως συχνά το εγκαταλείπει για ένα λόγο φιλοσοφικό, δοκιμιακό, σε στιγμές αφοριστικό, ακόμη και όταν μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Η επαγγελματική της ιδιότητα δεν φαίνεται να είναι αμέτοχη σ' αυτό. Έτσι στις λυρικές, χειμαρρώδεις εξομολογήσεις της παρεμβάλλονται σχόλια για το γάμο (σελ. 30-1), τις διαπροσωπικές σχέσεις (σελ. 56) τον έρωτα (σελ. 66,86), την πνευματική καλλιέργεια (σελ. 83) κ.ά. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς στις σκέψεις που διατυπώνει στα παραπάνω θέματα, νομίζω ότι όλοι οι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί θα προσυπέγραφαν τον αφορεσμό της: «Το σχολείο σε κάνει να μένεις πάντα νέος».
Post a Comment