Book review, movie criticism

Friday, February 12, 2010

Κώστας Μουρσελάς, Βαμμένα κόκκινα μαλλιά

Κώστας Μουρσελάς, Βαμμένα κόκκινα μαλλιά

Δημοσιεύτηκε στην "Έρευνα", 11 Ιανουαρίου 1992

Για το έργο περισσότερα στο διδακτορικό μου

Τα "Βαμμένα κόκκινα μαλλιά" του Κώστα Μουρσελά είναι η σύγχρονη εκδοχή του "Αλέξη Ζορμπά". Ο συγγραφέας-αφηγητής, όπως και στον Ζορμπά, βλέπει συνεχώς τον εαυτό του σε αντιδιαστολή με τον ήρωά του. Ο Λούης είναι "πρίγκιπας", από "τους ανθρώπους που δεν υπολογίζουν το χρήμα" (θυμάστε τον Ζορμπά που πήγε να αγοράσει υλικά για τον εναέριο, και κατασπατάλησε τα χρήματα με μια γυναίκα;). Ο συγγραφέας είναι η αντίθεση του: "Δεν χαίρομαι τίποτα, ούτε ένα ηλιοβασίλεμα με την κοπέλα μου, έτσι και έχει στοιχίσει λίγο παραπάνω η έξοδος. Τα μετράω, τα ψειρίζω, ενώ ο Λούης ποτέ δεν ψείρισε, ποτέ δεν λογάριασε τι του κόστιζε μια έξοδος, αν ήταν να κάνει το κέφι του". "Μια ζωή κρατούσα πισινή και κρατούμενα. Έγκλειστος και χαμένος μέσα σε φόρμες, κιγκλιδώματα και τείχη» (ίδια με του Καβάφη). Ο Λούης λέει στον συγγραφέα: "... δυστυχής θα είσαι, έτσι και δεν ακολουθείς στη ζωή σου το τι σου λέει το μέσα σου. Αν πιάσουμε τη λογική, πρέπει να κόψουμε και φτερά και τρέλες και παρέες". Ο συγγραφέας λέει για τον Λούη:"... έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο. Να προσαρμόζεται δηλαδή παντού, χωρίς να χάνει την ελευθερία του, να μένει αυθεντικός, όπως είναι." Η Λουίζα λέει για τον συγγραφέα: "Διχασμένος άνθρωπος. Να ’χει το χάρισμα να βλέπει τα ανθρώπινα και να μην τολμά; Να μην περνά στην άλλη όχθη;"
Ο πλήρης τίτλος του έργου του Καζαντζάκη είναι "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά". Όμως τον Ζορμπά τον βλέπουμε μόλις σε ένα τρίμηνο της ζωής του, τότε που αναλαμβάνει την επιχείρηση του λιγνιτωρυχείου με τον συγγραφέα, ενώ για την υπόλοιπη ζωή του ακούμε κάποιες σκόρπιες αφηγήσεις δικές του, και μαθαίνουμε λίγα από τον συγγραφέα στην αρχή και το τέλος του βιβλίου. Ο "Ζορμπάς" του Μουρσελά, ο Λούης, είναι πραγματικά «βίος και πολιτεία», επίσης υπαρκτού προσώπου, γεμάτος από τις πιο εξωφρενικές, τις πιο ασύλληπτες περιπέτειες, τις οποίες αφηγείται ο συγγραφέας σε ένα άγνωστο αποδέκτη της αφήγησης, ακολουθώντας μια γραμμή ζιγκ ζαγκ, με συχνές παρεκβάσεις και πισωγυρίσματα, παρακολουθώντας όμως τη ζωή του ήρωά του από την εφηβεία του μέχρι τα χρόνια της προχωρημένης ωριμότητας, γύρω στα 55, οπότε χάνει και τα ίχνη του.
Οι περιπέτειες του Λούη, όπως και του Τομ Τζόουνς του Φίλντινγκ, θα μπορούσαν να εκδιπλώνονται στο άπειρο. Κάθε επεισόδιο της ζωής του έχει ένα αυτοτελές ενδιαφέρον. Δημιουργείται μια κορύφωση και μετά την έκβασή του ή και παράλληλα μεταβαίνουμε στο επόμενο επεισόδιο.
Όχι πάντα. Υπάρχουν δύο σημεία σασπένς που διατρέχουν όλο το χείμαρρο της αφήγησης. Το ένα αφορά τον Λούη και το άλλο τον συγγραφέα, και που θα απαντηθούν στο τέλος του έργου. Το ένα είναι αν θα σκοτώσουν τα δύο αδέλφια τον Λούη, που παράτησε την αδελφή τους με το νυφικό στην εκκλησία και έγινε «Λούης». Το άλλο είναι πού θα καταλήξει η ιστορία του συγγραφέα με τη Μάρθα. Υπάρχει μια έλξη ανάμεσα τους, δύο φορές ο συγγραφέας αποφεύγει το μοιραίο βήμα. Όμως ξέρουμε ότι θα υπάρξει το μεγάλο βήμα, το διαισθανόμαστε. Θα το δούμε να πραγματοποιείται στο τέλος του έργου.
Όπως δεν είναι τυχαίο που ο Ζορμπάς, βιβλίο και ταινία, γνώρισε μια τέτοια διάδοση, έτσι δεν είναι τυχαίο που και το βιβλίο του Μουρσελά, οκτώ μήνες μετά την έκδοση του, κυκλοφορούσε στην 21η χιλιάδα του. Οι προφανείς λογοτεχνικές αρετές δεν αποτελούν την κυρίως εξήγηση, μια και άλλα έργα του Καζαντζάκη, με πολύ ωριμότερο ύφος, όπως π.χ. ο «Φτωχούλης του θεού», δεν είχαν ανάλογη υποδοχή. Ούτε βέβαια οι γαργαλιστικές ιστορίες, όσον αφορά το έργο του Μουρσελά, που πραγματικά μπορούν κάποιους να έλκουν, όπως και κάποιους άλλους να σοκάρουν. Πιστεύω ότι ο κύριος λόγος της απήχησης που έχουν τα δύο έργα είναι ότι θίγουν μια καίρια προβληματική του καιρού μας, την ένταση που κουβαλάμε όλοι μέσα μας, σήμερα περισσότερο οξυμένη, και που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε, με φιλοσοφικούς όρους σαν την ένταση ανάμεσα στη λογική και στο παράλογο, με κοινωνιολογικούς σαν την ένταση ανάμεσα στη συμμόρφωση και την εξέγερση και με ψυχαναλυτικούς σαν την ένταση ανάμεσα στο υπερεγώ και το αυτό, ανάμεσα στην απώθηση και στο ένστικτο. Η σύγκρουση ανάμεσα στους δυο πόλους είναι αναπόφευκτη από τη φύση της, και στο έργο μάλιστα του Μουρσελά γίνεται στο έπακρο τραγική, καθώς αποβαίνει αδιέξοδη. Η συμμόρφωση πληρώνεται με τη νεύρωση (Μάρθα, τα «κομμένα κόκκινα μαλλιά», Τουίγκι κ.ά.), η εξέγερση με την αποτυχία (ο συγγραφέας που τον παρατάει η Μάρθα, τη στιγμή που επιτέλους τόλμησε το μεγάλο βήμα, να παρατήσει τη γυναίκα του και να την ακολουθήσει. Ο Λούης, που τον ξεγελά ο Γάλλος και του κλέβει την εφεύρεση και τα λεφτά).
Πώς ξορκίζει το άλυτο της σύγκρουσης ο συγγραφέας;
Με το χιούμορ, την ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό. Η κάθαρση συντελείται μέσω του ύφους, όχι μέσω του μύθου. Η αξιοπρέπεια του τραγικού ήρωα, του αφηγητή, σώζεται με την αυτοσαρκαστική του διάθεση, με το χιούμορ και την ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες της ζωής, το τραγικό ισοδύναμο του αναπόφευκτου της μοίρας.
Ο Μουρσελάς είναι συγγραφέας κατά βάση θεατρικός. Γι’ αυτό και βρίθουν οι διάλογοι στο έργο του. Ο χρόνος της καθαυτής αφήγησης είναι περιορισμένος, ενώ ο ακινητοποιημένος χρόνος της περιγραφής είναι σχεδόν υποτυπώδης, όπως τα απλά ντεκόρ πρωτοποριακών θιάσων. Έτσι η εντύπωση του χυδαίου, στις ερωτικές σκηνές, μειώνεται με την ταχύτητα της περιγραφής και τη λιτότητα του ύφους. Οι μακροσκελείς αισθησιακές περιγραφές ελλείπουν.
Αυτό το απέριττο ύφος του συγγραφέα κάνει την ανάγνωση ανάλαφρη, ελκυστική, καθόλου κουραστική. Και σαν αναγνώστης, μια και ο κριτικός είναι πρώτιστα αναγνώστης, διαθέτω και πιο πρακτικό κριτήριο για την αξιολόγηση ενός βιβλίου. Μου έτυχε να διαβάσω ωραία βιβλία, που όμως όταν ήμουν κουρασμένος με νύσταζαν. Το βιβλίο αυτό του Μουρσελά, κάποιες φορές που το πήρα κουρασμένος και νυσταγμένος, με ξενύσταζε. Φοβερό προσόν και απαραίτητο για ένα βιβλίο, όπου το πολυπρόσωπο της αφήγησης απαιτεί από τον ανα¬γνώστη να διαβαστεί γρήγορα, αν δεν θέλει να χαθεί μέσα στον κυκεώνα της αφήγησης και να ξεχάσει το who is who των ηρώων.
Παρόλο που το διάβασα μέσα σε μια βδομάδα, αναγκάστηκα κάποιες φορές να ανατρέξω στον πίνακα των προσώπων που προτάσσει ο συγγραφέας, για να θυμηθώ ποιος είναι ποιος. Η θεατρική του παιδεία τον διευκόλυνε προφανώς στην επινόηση αυτή, που διαφορετικά θα δυσχέραινε την ανάγνωση του έργου.
Post a Comment