Book review, movie criticism

Saturday, February 20, 2010

Μάρω Δούκα, εις τον πάτο της εικόνας

Μάρω Δούκα, εις τον πάτο της εικόνας

Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 1992


«Εις τον πάτο της εικόνας» είναι ο τίτλος του τελευταίου μυθιστορήματος της Μάρως Δούκα. Αναρωτιόμουν γι' αυτό το καθαρευουσιάνικο «εις τον», πού το βρήκε. Όταν στη σελίδα 174 διάβασα τη φράση «με όλες τις απολαβές και με καμιάν ευθύνη» ο νους μου πήγε αμέσως στο σολωμικό στίχο «με του φτερού το σάλαγο και με κανένα ήχο». Δεν ήταν μόνο ο κανονικός ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ήταν και το σχήμα «με... με κανένα». Θεώρησα συμπτωματική την ομοιότητα, μέχρι που στη σελίδα 233 πληροφορούμαι, ότι ο τίτλος είναι φράση παρμένη από τους στοχασμούς των ελεύθερων πολιορκημένων. Τελικά δεν επηρεάζονται από τον Σολωμό μόνο ποιητές, αλλά και πεζογράφοι.
«Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της», λέει ο ποιητής. Στον πάτο της εικόνας των ηρώων της Μάρως Δούκα πάντα η Ελλάδα, όχι όμως με το μέλλον της, αλλά με το παρελθόν και το παρόν της.
Η μεταπολεμική Ελλάδα αποτελεί το πλαίσιο, όπου κινούνται οι ήρωες της Μάρως Δούκα, και μέσα από την προσωπική τους ιστορία ανασυστήνεται η νεότερη ιστορία της. Στην πλούσια πινακοθήκη των ηρώων της φιγουράρουν «τυπικοί» χαρακτήρες της μεταπολεμικής και σύγχρονης εποχής. Ο Αντώνης Λύτρας, ο ανανήψας αριστερός της Μακρονήσου, καραμανλόφιλος και φιλοχουντικός, που μετεξελίσσεται σε πασοκατζή. Ο πνιγμένος στη μικροαστική ζωή του αφηγητής, δικηγόρος Αλέξανδρος Παπαδάκος, που βρίσκει διέξοδο γράφοντας ένα μυθιστόρημα. Η γυναίκα και η ερωμένη του Αντώνη Λύτρα, με τη χαρακτηριστική ιστορία και ψυχολογία τους. Οι γιοι και οι κόρες, τυπικοί εκπρόσωποι της νέας γενιάς.
Η Μάρω Δούκα, προκειμένου να δώσει και τις δύο όψεις της νεοελληνικής πραγματικότητας, τη μικροαστική και τη «λαϊκή», αντί να καταφύγει στην κλασσική λύση, τις παράλληλες ιστορίες, κάνει μια πολύ έξυπνη επινόηση. Τοποθετεί τη μια ιστορία μέσα στην άλλη. Με τη μορφή του εσωτερικού μονόλογου ο αφηγητής, μέσα από ένα ακατάσχετο χείμαρρο ελεύθερων συνειρμών, απευθύνεται σε μια Ηώ (αποδέκτη της αφήγησης) παλιά του φίλη, φίλη της Ελένης, της γυναίκας που αγαπά, καθώς και της Μαρίας, της γυναίκας του, εκθέτοντας έτσι τις τυπικές πλευρές και τα τυπικά προβλήματα του νεοέλληνα μικροαστού.
Τα ίδια προβλήματα, διπλοτυπικά, εκθέτει και στο μυθιστόρημά του, με μόνη τη διαφορά, ότι τα προβλήματα εδώ αφορούν ένα λαϊκό ήρωα, τον ταξιτζή Αντώνη Λύτρα, και το βάρος πέφτει σε διαφορετικές περιοχές του μύθου. Κατά τα άλλα υπάρχει και εδώ η Ελένη, ενώ ο Στάθης γίνεται Τέλης, και ο Ανιμούκας γίνεται Λύτρας. Την ομοιότητα την υπογραμμίζει περισσότερο από μια φορά στις προς την Ηώ εκμυστηρεύσεις του.
Η τυπικότητα των ηρώων αναδεικνύεται μέσα από ένα εξπρεσιονιστικό «τέντωμα» των καταστάσεων. Πολλοί νεοέλληνες έχουν τη φιλεναδούλα τους, ο Λύτρας, όμως, όπως και ο Ανιμούκας, φτάνουν στο σημείο να εγκαταλείψουν τις γυναίκες τους και να συζήσουν μαζί της. Όμως γρήγορα κουράζονται και την παρατούν. Από εκεί και έπειτα ο μύθος αποκλίνει σε δυο χαρακτηριστικές, ακραίες, όμως πάντα, εκβάσεις. Ο Ανιμούκας δολοφονείται μέσα στην αθλιότητα και τη μοναξιά. Ο Λύτρας δολοφονεί τη γυναίκα του. Και στις δυο περιπτώσεις οι ήρωες βρίσκονται σε ψυχολογικό και υπαρξιακό αδιέξοδο.
Αν εδώ η Μάρω Δούκα επιλέγει τις ακραίες, μη τυπικές λύσεις σ' αυτό το αδιέξοδο, είναι για να το δείξει πιο ανάγλυφα. Με αυτή τη διαπλοκή τυπικού και μη τυπικού, η συγγραφέας πετυχαίνει μια αρτιότερη «μίμηση» της πραγματικότητας. Η τυπικότητα στην ψυχολογία των ηρώων και στις σχέσεις τους τονίζεται περισσότερο με τη μη τυπικότητα της έκφρασής τους. Επιπλέον αυτό δείχνει τη δραματική αίσθηση της συγγραφέως. Η «περιπέτεια», και με την αριστοτελική έννοια και με την έννοια του μπερμπαντέματος, παίρνει ακραίες τιμές, ώστε η πράξη να είναι «σπουδαία». Όσο για «τέλεια», υπάρχει πιο οριστική τελείωση παρά με το θάνατο;
Το ύφος της Μάρως Δούκα είναι καθαρά πεζολογικό, σε αντίθεση με της άλλης Μάρως, κρητικιάς και μάλιστα χανιώτισσας κι αυτής, της Μάρως Βαμβουνάκη, που είναι ολότελα ποιητικό. Η «ποιητική» φράση που συναντήσαμε «κάθε Χριστούγεννα με ανεμόσκαλες σε ένα όνειρο που το διαπερνούν φωνές» (σελ. 90) αποτελεί μάλλον την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Ο εσωτερικός μονόλογος δίνεται με τη μορφή του ελεύθερου συνειρμού, που πολλές φορές η ελευθερία του φτάνει τα ανώτατα όρια, δοκιμάζοντας την ικανότητα παρακολούθησης του αναγνώστη. Μάλιστα ο αφηγητής, στη σελίδα 95 το αναγνωρίζει αυτό λέγοντας «από το ένα πετιέμαι στο άλλο». Ακόμη και στο «μυθιστόρημα» με το Λύτρα η τριτοπρόσωπη αφήγηση καταγράφει ελεύθερους συνειρμούς του ήρωα. Ο διπλανός του σε ένα παγκάκι του πιάνει κουβέντα για τον καιρό. Τον αποφεύγει. Μέχρι να του ξαναπιάσει κουβέντα και να τον ξαποστείλει τελειωτικά παρεμβάλλονται τέσσερις σελίδες(157-161), όπου ο συγγραφέας εκθέτει τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του ήρωά του. Αυτό το ύφος δημιουργεί συνεχώς συντακτικές υπερβάσεις, με πιο χαρακτηριστική μια εμβόλιμη χρήση ευθέως λόγου αντί πλάγιου, όχι σε μια διαλογική συνέχεια, αλλά σε κάτι που μοιάζει με εικόνες ελάχιστων καρέ ανασυρμένων απ' τη μνήμη, σε ένα σχεδόν αυθαίρετο μοντάζ, όχι σαν αφήγηση που απευθύνεται σε κάποιον αποδέκτη, ούτε και στον αναγνώστη.
Αυτό που φοβάμαι ότι μπορεί να ενοχλήσει τον αναγνώστη είναι οι συχνές αναφορές και οι αφοριστικές κρίσεις για πολιτικά πρόσωπα, κόμματα, κινήματα και οργανώσεις, που δεσπόζουν στη νεοελληνική πραγματικότητα. Όσο και αν οι κρίσεις αυτές προσθέτουν στην προσωπογραφία των ηρώων της, ο αναγνώστης πάντα υποψιάζεται ότι είναι κρίσεις της ίδιας της συγγραφέως, και ίσως ενοχληθεί όταν αναφέρονται στις συμπάθειες του. Εγώ πάντως δεν ενοχλήθηκα καθόλου. Η σύντομη αναφορά στους Οικολόγους Εναλλακτικούς ήταν με κολακευτικά σχόλια.
Post a Comment