Book review, movie criticism

Tuesday, February 23, 2010

Χρόνης Μίσσιος, Τα κεραμίδια στάζουν

Χρόνης Μίσσιος, Τα κεραμίδια στάζουν, Γράμματα, 1991.

Δημοσιεύτηκε στην Έρευνα, Απρίλιος 1992

Ο Χρόνης Μίσσιος "εισέβαλε" κυριολεκτικά στα ελληνικά γράμματα (από τις εκδόσεις "Γράμματα"), με το πρώτο του βιβλίο, το "Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", το 1985, στα 55 του χρόνια, που γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Την ίδια επιτυχία είχε και το δεύτερο βιβλίο του "Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε", που εκδόθηκε μετά από τρία χρόνια, το 1988.
Και τα δυο έργα είναι αυτοβιογραφικά, και περιγράφουν τις περιπέτειες του συγγραφέα, που στρατευμένος επί χρόνια στην αριστερά, γνώρισε διώξεις, φυλακές και εξορίες, και υπέστη τους ιδεολογικούς της κλυδωνισμούς.
Το τρίτο βιβλίο του Μίσσιου, "Τα κεραμίδια στάζουν", εκδόθηκε κι αυτό μετά από τρία χρόνια, το 1991. Όμως δεν είναι αυτοβιογραφικό, όπως τα δύο προηγούμενα. Ο "συγγραφέας" έχει το όνομα Μιχάλης, και ο Μίσσιος αναφέρεται σ' αυτόν σε τρίτο πρόσωπο.
Το αφηγηματικό υλικό στα δύο προηγούμενα βιβλία που είναι η αυτοβιογραφία, αποτελεί το στέρεο υπόβαθρο που πάνω του ο συγγραφέας εκθέτει τις αντιλήψεις και τις ευαισθησίες του. Παρά τις παρεκβάσεις και τα φλας μπακ, ο αναγνώστης δε χάνει ποτέ το νήμα της αφήγησης.
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ το αφηγηματικό υλικό, μυθιστορηματικό και όχι αυτοβιογραφικό (αν και επί μέρους επεισόδια μπορεί να είναι πραγματικά, αντλημένα από αφηγήσεις τρίτων) απασχολεί τον συγγραφέα προσχηματικά. Πιο περιορισμένο σε έκταση, διασπάται συνεχώς η ροή του από παρεκβάσεις που άλλοτε έχουν δοκιμιακό χαρακτήρα, άλλοτε ποιητικολυρικό, και αρκετά συχνά σατιρικό. Ακόμη το πολυπρόσωπο της αφήγησης μας μπερδεύει συχνά ως προς το who is who των ηρώων. Ο Κώστας Μουρσελάς στο βιβλίο του "Βαμμένα κόκκινα μαλλιά", πολυπρόσωπο κι αυτό, είχε την προνοητικότητα να παραθέσει σε ξεχωριστή σελίδα στην αρχή του βιβλίου, όπως γίνεται με τα θεατρικά έργα, όλα τα πρόσωπα της ιστορίας του, ώστε όταν ο αναγνώστης ξεχάσει την ταυτότητα κάποιου προσώπου να ανατρέξει εκεί. Ο Μίσσιος δεν το κάνει. Κι αυτό όχι γιατί στερείται της επινοητικότητας του Μουρσελά, αλλά γιατί ο μύθος δεν φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαίτερα. Χωρίς να διαθέτει τα κλασικά του χαρακτηριστικά, την κορύφωση και τη λύση, αποτελείται κυρίως από συρραφή επεισοδίων. Τα περισσότερα από τα επεισόδια αυτά είναι γαργαλιστικές ερωτικές ιστορίες.
Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης γίνεται από το στόμα της κυρα Καλλιόπης, μιας απλοϊκής γυναίκας, που θυμίζει αρκετά την αφηγήτρια στο "Τρίτο στεφάνι" του Κώστα Ταχτσή. Η αφήγηση της έχει συχνά την ελλειπτικότητα των αφηγήσεων που γίνονται σε ακροατήριο στο οποίο πρόσωπα και πράγματα είναι γνωστά (η αφήγηση υποτίθεται ότι γίνεται σε μια "αποσπερίδα"), πράγμα που προκαλεί μια πρόσθετη δυσκολία στην παρακολούθηση του μύθου. Όμως την απλοϊκότητα της αφήγησής της νομίζω ότι ο Μίσσιος αδυνατεί να την ελέγξει μέχρι το τέλος ικανοποιητικά. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν ήταν μέσα στις προθέσεις του η διαγραφή ενός (απλοϊκού) χαρακτήρα, αφού άλλωστε το βιβλίο αυτό δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα. Πάντως φαίνεται σαν αδυναμία, εννοώντας μ' αυτό ότι ξενίζει μια πλειοψηφία αναγνωστών συνηθισμένων από το ρεαλιστικό μυθιστόρημα σε μια συμφωνία ανάμεσα στον τρόπο εκφοράς ενός λόγου και στο πρόσωπο που τον εκφέρει.
Αφού εγκατέλειψα την προσπάθεια να παρακολουθήσω ανελλιπώς την ιστορία του Μαθιού που αφηγείται η κυρά Καλλιόπη, αφέθηκα στη μαγεία του ύφους του Μίσσιου, στα συνδετικά λυρικά αποσπάσματα, στα δοκιμιακά αποσπάσματα για τον έρωτα και την πολιτική, και προ παντός στα σατιρικά κείμενα, ολότελα σπαρταριστά.
Ο Μίσσιος είναι νομίζω ιδιοσυγκρασιακά ποιητής. Γι αυτό και η πρόζα του είναι κατάσπαρτη με ποιήματα. Έτσι δεν είναι περίεργο που στο "επικολυρικό" αυτό έργο, όπως και σε όλα τα επικολυρικά έργα, το επικό, αφηγηματικό στοιχείο, που εμβολίζεται θα 'λεγε κανείς από μια αδρανιακή δύναμη (το έπος είναι παλιότερο από τη λυρική ποίηση) είναι το πιο αδύναμο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση αναπτύξαμε το γιατί.
Όμως η ποιητική γλώσσα του Μίσσιου βρίσκεται σε αντιστοιχία και με τις αντιλήψεις του, ώστε το "μήνυμα" να εκφέρεται δευτερογενώς και μέσω της φόρμας. The medium is-also- the message.
Η ποίηση είναι η γλώσσα του αισθήματος, του συναισθήματος, του κάτω φλοιού του εγκεφάλου. Σαν τέτοια βρίσκεται στον αντίποδα των λογικών εξεργασιών του άνω φλοιού. Και ο "ποιητής" Μίσσιος έχει στο στόχαστρο του τη λογική, κυρίως σαν τη δύναμη που θυσιάζει το άτομο στο βωμό κάθε λογής σκοπιμοτήτων της εξουσίας, επαναστατικής και μη.
Το βιβλίο αυτό, περισσότερο από τα δύο προηγούμενα, αποτελεί τη λογοτεχνική εκφορά θέσεων του αντιεξουσιαστικού κινήματος, που ο βασικός κορμός τους βρίσκεται νομίζω τέλεια επεξεργασμένος στο βιβλίο του Χέρμπερτ Μαρκούζε "Έρως και Πολιτισμός".
Η κοινωνική απελευθέρωση ξεκινάει από την ατομική απελευθέρωση, από την απελευθέρωση της καταπιεσμένης από την κάθε λογής εξουσία, λίμπιντο. Οι άνθρωποι πρέπει να ξαναμάθουν να ζουν με τις αισθήσεις που ατρόφησαν κάτω από μια παρασιτική ανάπτυξη της λογικής.
"Γι' αυτό η εικόνα, όλο και πιο συχνά, έχει μια θλίψη. Έντονα ταραγμένη, κραυγάζει την υποχώρηση των αισθήσεων στην εισβολή του αβάσταχτου πολιτισμού". "Το χάσμα ανάμεσα στη σοφία του μυαλού και στη σοφία του κορμιού στάθηκε ένα από τα μεγαλύτερα κακά για τον άνθρωπο και τον κόσμο". 'Το λάθος σου είναι ότι προσπάθησες κι εσύ, όπως όλοι μας, να αναζητήσεις τις λύσεις στον άνω φλοιό του εγκεφάλου, που από αιώνες κήρυξε την πιο άγρια δικτατορία στον κάτω φλοιό".
Η στάση αυτή οδηγεί σε μια παθιασμένη απάρνηση του καρτεσιανού cogito. Σε ποια κατάσταση η σκέψη, η λογική, η συνείδηση, χάνουν παντελώς την κυριαρχία τους πάνω στον άνθρωπο; Στην κατάσταση του οργασμού. "Συνουσιάζομαι, άρα υπάρχω", δηλώνει ο Μίσσιος, και πιο κάτω "ονειρεύομαι, άρα υπάρχω" και "φαντάζομαι, άρα υπάρχω". Η επαναπόκτηση της διάστασης της φαντασίας από τον μονοδιάστατο άνθρωπο είναι από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για την απελευθέρωση, λέει ο Μαρκούζε.
Η επανευαισθητοποίηση των αισθήσεων οδηγεί σε μια πανθεϊστική επανένωση, σε μια "συν-κοινωνία", με τη φύση.
"Νιώθω όταν ποτίζω ένα διψασμένο δένδρο πως προσπαθεί να μου μιλήσει".
Στην εικονοποιία της παρομοίωσης και της μεταφοράς, στη σουρεαλιστική σύλληψη, στη μυθοποιία, κυριαρχούν οι πρωταρχικές, αδιαμεσολάβητες αισθήσεις της αφής και της όσφρησης. "Γεμάτα φεγγάρια τα μάτια του, αρώματα τρυφερής παράκλησης με ισχυρές οσμές ανυπακοής, τον κατέκτησαν". "Παιδικές πολύχρωμες καραμέλες, συννεφάκια με άρωμα ηδονικής προσέλκυσης, κατέλαβαν το χώρο". "Στα παλιά τα χρόνια, πολύ πολύ πίσω, οι άνθρωποι σαν χαϊδεύο¬νταν, από το κορμί τους έσκαγαν λουλούδια, πέταγαν πουλιά, κύλαγαν ποτάμια, μικροί καταρράχτες που πότιζαν απέραντες πεδιάδες με έγχρωμες οσμές ζωής, απόλαυσης, χαράς και ηδονής". "Το άρωμα είναι το μόνο πλάσμα που αχρηστεύει την εξουσία και την ιδιοχτησία. Αν το ταπώσεις, δεν το ’χεις. Αν το φορέσεις ή το σπείρεις, θα κοινωνήσει μ’ όλο τον κόσμο.
Η αριστερά, σαν η πιο μεγάλη υπόσχεση αλλά και η πιο μεγάλη διάψευση ("ο ωραίος μύθος που σήμερα βρικολάκιασε") που στην υπόθεση της θυσίασε τα καλύτερα χρόνια της ζωής του (20 χρόνια φυλακές και εξορίες) αποτελεί νόμιμο αντικείμενο της επίθεσης του. Σαν ιδεολογία αναπαράγει, αν δεν προάγει, την καταπίεση των σεξουαλικών ενστίκτων. (....."οι κομμουνιστές γίνανε ένα με τους παπάδες σ' αυτό το ζήτημα").
Σαν μηχανισμός ευθύνεται για φρικτά εγκλήματα. Όχι μόνο εκτελέσεις απλά υπόπτων για συνεργασία με τους Γερμανούς (της Φεβρωνίας, γιατί οι Γερμανοί σύχναζαν στο πορνείο της) αλλά και "αρχαίων" (προφανώς αρχαιομαρξιστών, μεσοπολεμική αίρεση του ελληνικού σοσιαλιστικού κινήματος) και αναρχικών. (Εκτελέσεις διαφωνούντων έγιναν μόνο στον υπαρκτό σοσιαλισμό). Μπροστά σ' αυτά, οι διώξεις καθαιρέσεις με τη ρετσινιά του πράχτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις ήταν σχετικά ανώδυνες.
Ο Μίσσιος σατιρίζει ακόμη τις εσωκομματικές διενέξεις, τις αλληλοϋπονομεύσεις, τον "ξύλινο" αριστερό λόγο, τους ηγέτες. Ούτε και ο Γκορμπατσόφ, κατά τα άλλα συμπαθητική - και σήμερα τραγική - φυσιογνωμία, δε γλιτώνει. Το σοκ για αρκετούς από μια τέτοια κατάντια ήταν αβάσταχτο, και κάποιοι όπως ο Αντώνης, "κατέφυγαν" στο ψυχιατρείο, σαν μια μορφή δραπέτευσης.
Ο Μίσσιος, που από υπέρμαχος της Αριστεράς έγινε αρνητής της, μου θυμίζει, εξαιτίας της ομοιότητας των περιπτώσεων, δύο άλλα άτομα. Τον Μίλαν Κούντερα, και τον Ντουσάν Μακαβέγιεφ (για όσους δεν θυμούνται, ο δεύτερος είναι Γιουγκοσλάβος - αλήθεια, Σέρβος, ή Κροάτης- σκηνοθέτης, με πιο γνωστό έργο του το Sweet movie). Στα έργα και των τριών τους κυριαρχεί ένα δριμύ κατηγορώ κατά της Αριστεράς και ένας έντονος ερωτισμός. Ενώ όμως στον Κούντερα και τον Μακαβέγιεφ ο ερωτισμός αυτός είναι απλά μια αίσθηση (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) στον Μίσσιο γίνεται και κήρυγμα. Έτσι συχνά μου δημιουργείται η εντύπωση μιας υπερβολής, που φτάνει στη μονομανία, αν δεν πρόκειται για την αναζήτηση μιας καινούριας ουτοπίας, μιας πλήρους απελευθέρωσης των σεξουαλικών ενστίκτων (που όμως τα όριά της τα διαισθάνεται και ο ίδιος ο Μίσσιος, παρουσιάζοντας στο βιβλίο του εκδηλώσεις ζηλοτυπίας στους κατά τα άλλα απελευθερωμένους ήρωες του). Οι σχεδόν αιμομικτικές σχέσεις περίπου καθαγιάζονται, με την παράθεση μάλιστα του λαϊκού αποφθέγματος "συγγενικό μ.....γλυκό γ....." (τα αποσιωπητικά δικά μου). Πάντως, καταπιέζοντας τον πουριτανό μέσα μου, απόλαυσα αρκετά τις γαργαλιστικές ιστορίες που παραθέτει.
Η μαγεία της λογοτεχνίας είναι η ανοικείωση, που πετυχαίνεται κυρίως μέσω της σύγκρισης, στα λογοτεχνικά εκείνα σχήματα που λέγονται παρομοιώσεις, μεταφορές, αλληγορίες. Και η ικανότητα και η ευαισθησία του λογοτέχνη έγκειται στο να εντοπίζει σχέσεις και ομοιότητες που διαφεύγουν από τον κοινό άνθρωπο, και να τις καταγράφει με τα παραπάνω σχήματα. Ανεξάντλητο απόθεμα για τέτοιου είδους συγκρίσεις, για το Μίσσιο, είναι τα έχοντα σχέση με το σεξ.
"Έτσι είχαν ακόμη εκείνη τη διαταραγμένη σοβαρότητα εφήβου, εν όψει ελκυστικής νεαράς". "Η πέτρα άρχιζε να βουλιάζει με παλμικές δονήσεις γυναίκας ή άντρα στο τέλος του οργασμού". ".....πρώρα πλεούμενου που συνουσιάζεται επαναληπτικώς με τη θάλασσα παρά την εξουσία συμβατικού τιμονιέρη". ".... άφησε ένα μικρό γελάκι, όπως ωραία καμαριέρα που το αφεντικό της πιάνει τον κ....." ,
Η αθυροστομία του Μίσσιου νομίζω ότι έχει απλά εμπορικούς στόχους. Η αθυροστομία συνιστούσε πάντα μια πρόκληση ενάντια στην εξουσία, κάθε εξουσία, η οποία εκτρέφει τον πουριτανισμό, μη εξαιρουμένης και της Αριστεράς, σαν κομματικής εξουσίας πάνω στα μέλη. Ο Μίσσιος την σατιρίζει δεόντως και γι' αυτό. (Ανάλογη σάτιρα θυμάμαι κάνει και ο Πέτρος Τατσόπουλος στο "Παυσίπονο", έργο που εκδόθηκε πριν 10 χρόνια περίπου). Όμως υπήρξε κάποτε μια Αριστερά καθόλου πουριτανική, όταν ήταν ανερχόμενη δύναμη, την οποία ο Μίσσιος θυμάται με νοσταλγία. Δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς το "Δικαίωμα στην τεμπελιά" του Πωλ Λαφάργκ, γαμπρού του Μαρξ, για να δει πώς ήταν η Αριστερά στο ξεκίνημά της. Μετά η Αριστερά γέρασε, έγινε εξουσία (τα μικρόβια της εξουσίας πρόσβαλαν και τα κατά τόπους αριστερά κινήματα, μέσω της τρίτης διεθνούς, που δεν είχαν γίνει εξουσία). Και, όπως λέει η παροιμία, όταν γεράσει ο διάβολος καλογερεύει.
Post a Comment