Book review, movie criticism

Thursday, February 18, 2010

Γιάννης Ξανθούλης, Οικογένεια Μπες Βγες

Γιάννης Ξανθούλης, Οικογένεια Μπες Βγες

Δημοσιεύτηκε στην Απόπειρα (περιοδικό της Ιεράπετρας), Μάιος-Ιούνιος 1995, τ. 19

Η "Οικογένεια Μπες-Βγες" έχει πολλά κοινά με το "Μεγάλο
θανατικό", το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη. Είναι κι
αυτή μια σουρεαλιστική ιστορία, αν και αφίσταται λιγότερο από
το ρεαλισμό. Το χιούμορ είναι εξίσου μαύρο και σαρκαστικό. Η
γραφή είναι επίσης αυθόρμητη και αβίαστη, όμως εδώ τα λάθη
περιορίζονται σημαντικά. Επισημάναμε μόνο δυο. "κρίμα στα βυζιά
σου και στο χάλι σου"(σελ.93). Δεν λέμε ποτέ "κρίμα το χάλι
σου "αλλά " δεν βλέπεις το χάλι σου". "Η φράου χέστηκε" (σελ.94).
Σε μια τέτοια σύνταξη, το χέστηκε σημαίνει τρομοκρατήθηκε. Η
σημασία όμως που θέλει να δώσει εδώ ο συγγραφέας είναι αυτή
που παίρνει σε μια υποτακτική σύνδεση: "χέστηκα να...", μια
ειρωνική αντιστροφή της προηγούμενης σημασίας: "ξέρεις, έχω
τόσο χεσθεί από το φόβο μου που αμέσως θα τρέξω να..."
Ο συγγραφέας βαφτίζει και εδώ με περίεργα ονόματα τους
ήρωές του: Γιουλαλάμ Ευσταθιάδου, Οικογένεια Πουστοδούλου, ο
τραβεστί ξάδελφος Σαρμέλα, ο ιερομόναχος Σοδομίδης, ο στρατηγός
Περούκας, η θεία Φόλα, ο γλύπτης Κοιλίτσας, ο Καραμπέτ Αρζακιάν
του Αρακέλ, η θεία Γκαπ. Τέλος η αστυνομική πλοκή του
μύθου είναι εδώ πιο έντονη. Ενώ στον "Μεγάλο θανατικό" το
σασπένς ήταν για το πόσους θα ξεκάνει ο ήρωας και πώς θα
συλληφθεί (το ότι δεν συλλαμβάνεται τελικά το κάνει κακό
αστυνομικό μυθιστόρημα) εδώ το σασπένς είναι να βρεθεί ο
δολοφόνος των μελών της οικογένειας Πουστοδούλου (που, στο
τέλος αποδεικνύεται ότι είναι οι δυο σιαμαίες κόρες του
παππού, που έμεναν κρυμμένες απ' τον κόσμο, στο υπόγειο του
σπιτιού).
Υπάρχει όμως και μια ουσιαστική διαφορά: Η αφηγήτρια, η
Σίσσυ, δεν αποτελεί εδώ την ενσάρκωση του κακού, εκθρεμμένου
από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας όπως ο αφηγητής του "Μεγάλου
θανατικού". Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι και η ενσάρκωση
του καλού. Όπως της λέει η θεία της η Γκαπ, "ξορκίζεις το
κακό, Σίσσυ, αλλά δεν τα πας και σπουδαία και με το καλό. Το
κακό είναι σκόρπιο παντού, Σίσσυ". Στο τέλος η Σίσσυ, το
πεντάχρονο κοριτσάκι με την ωριμότητα μεγάλης
γυναίκας, θα σκοτώσει τον παππού της και θα βάλει φωτιά να
κάψει το σπίτι και τα εναπομείναντα μέλη της διεφθαρμένης
οικογένειας, για να καταφύγει εν συνεχεία στη γιαγιά της, απλή
γυναικούλα του λαού. Εδώ το κακό δεν βγαίνει θριαμβευτής όπως
στο προηγούμενο έργο.
Να σημειώσουμε ακόμη ότι οι ήρωες του Ξανθούλη, όταν δεν
βρίζονται, χρησιμοποιούν υποτιμητικές εκφράσεις για τον
άλλο, όπως και οι ήρωες του Αλέξανδρου Κοτζιά, που κι αυτός στα
έργα του παρουσιάζει το κακό σαν κυρίαρχη δύναμη. Επίσης, όπως
ο Κοτζιάς στις τρεις νουβέλες του χρησιμοποιεί ήρωες από τα
μυθιστορήματά του, έτσι και ο Ξανθούλης φυλάει εδώ ένα ρόλο
κομπάρσου για την Ελπίδα Γιαρμάς, μια από τους ήρωες του
"Μεγάλου θανατικού". Αντίθετα όμως από τον Κοτζιά, ο Ξαθούλης
θα μας πει σε μια υποσημείωση την προέλευση της ηρωίδας
του. Όσο για τον Κοτζιά, αυτός θα αφήσει ανυποψίαστους ακόμη
και τους κριτικούς του.
Ο Ξανθούλης χρησιμοποιεί σε μεγάλη έκταση το σχήμα της
μεταφοράς. Ενώ στην καθημερινή ομιλία ο όρος που ακολουθεί το
"σαν" (είτε αυτό υπάρχει, είτε αντικαθίσταται με συνώνυμη
φράση, είτε υπονοείται) είναι για να φωτίσει τον πρώτο όρο, στη
λογοτεχνία η μεταφορά υπάρχει για χάρη του δεύτερου όρου, με
τον πρώτο όρο σχεδόν προσχηματικό. Οι μεταφορές του Ξανθούλη
είναι πολύ χαρακτηριστικές απ' αυτή την άποψη. "Ο γέρος
κηπουρός τσούλαγε το καρότσι σαν να μετέφερε πτώμα
αυτοκτονημένης φάλαινας"(σελ.87)."Τα μάτια της
νεκρής, όμοια με μάτια κατεψυγμένου λιθρινιού" (σελ.71).
"Κάποιος πρέπει να χέσει πάνω στην κατάλευκη ποδιά
σου, Γιουλαλάμ, της πέταξα με μίσος κατηχήτριας που της έριξαν
στο γκρίζο ταγιέρ σπέρμα νεολαίου της ΚΝΕ" (σελ.26).
Πολλές φορές ο δεύτερος όρος προέρχεται από τον κόσμο του
σεξ, όπως οι μεταφορές του Χρόνη Μίσσιου στο "Τα κεραμίδια
στάζουν". "Λύγισε στα δυο,σαν ψόφιο πέος μετά από παρά φύσιν
ερωτική συνομιλία" (σελ.84). "Ρώτησαν με απόγνωση παρθένας
μπροστά σε λάγνο διάκονο" (σελ.127).
Να σημειώσουμε τέλος το υφολογικό σχήμα της ανοίκειας
λεκτικής σύζευξης σε φράσεις όπως: "Ο οικογενειακός μας
δολοφόνος" (σελ.117)."...την περιβόητη ελευθερία του που, όπως
έλεγε, υπερασπιζόταν με όλη τη δύναμη των πολυμεταχειρισμένων
αρχιδιών του" (σελ.132). Εδώ, το αισθητικό αποτέλεσμα
επιτυγχάνεται με την "ανοίκεια" υποκατάσταση της στατιστικά
πιο αναμενόμενης λέξης "γιατρός" με τη λέξη "δολοφόνος" και
της "ψυχής" με τη λέξη "αρχιδιών", λέξη αδιανόητη σε
οποιαδήποτε κατασκευή αντίστοιχου παραδειγματικού άξονα.
Post a Comment