Book review, movie criticism

Saturday, February 13, 2010

Νίκος Καραγεώργος, Αίσιμον ήμαρ

Νίκος Καραγεώργος, Αίσιμον ήμαρ, Ιδεόγραμμα 2009, σελ. 35

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Η δεύτερη ποιητική συλλογή ενός ταλαντούχου λογοτέχνη, με πλατιά θεματική και υφολογικό πλούτο

Ο Νίκος Καραγεώργος, μετά το μυθιστόρημά του «Μαινάδες» το οποίο παρουσιάσαμε στο Λέξημα, επιστρέφει πάλι στην ποίηση από την οποία ξεκίνησε. Εξάλλου όσοι ποιητές κάνουν μεταγραφή στην πεζογραφία κουβαλάνε μαζί τους και την ποίηση (για να μην αναφέρουμε πάλι τη Ρέα Γαλανάκη σαν παράδειγμα, αναφέρουμε τον Μανόλη Πρατικάκη που στα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» με τα οποία πρωτοεμφανίζεται ως πεζογράφος δεν εγκαταλείπει τον ποιητικό εαυτό του). Για τον Καραγεώργο δεν ξέρουμε αν η επιστροφή αυτή θα είναι οριστική ή αν θα μοιράζεται ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση, όπως κάνει π.χ. η Ελένη Γκίκα, που η ποιητική της συλλογή «Το γράμμα που λείπει» θα αποτελέσει το αντικείμενο της επόμενής μας παρουσίασης.
Στην τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή που φέρει τον τίτλο «Αίσιμον ήμαρ» παρατηρούμε ένα λεξιλογικό και υφολογικό παλίμψηστο. Ακόμη τη βλέπουμε να διατρέχει διακειμενικά τη γραμματεία μας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Φυσικά τα ποιήματα είναι τυπωμένα σε πολυτονικό. «Νόστιμον ήμαρ».
Ο Καραγεώργος χρησιμοποιεί αρκετές λέξεις από την αρχαία ελληνική γραμματεία, που η ύπαρξή τους «ανυψώνει» και το ύφος του. Το πρώτο παράδειγμα είναι ο ίδιος ο τίτλος, που σημαίνει «Η μοιραία μέρα του θανάτου». Άλλες αρχαιοελληνικές λέξεις που συναντάμε μέσα στα ποιήματα είναι «ανήριθμος», «αείπεμπτον», «κικλήσκομαι», «ερέβοντας» κ.ά. Όμως η υφολογική πρωτοτυπία των ποιημάτων του βρίσκεται στο ότι το υψηλό ύφος συμπλέκεται τόσο πολύ με το χαμηλό, που συχνά αλληλοδιαδέχεται το ένα το άλλο στίχο με στίχο, ακόμη και στον ίδιο στίχο, όπως π.χ. «…τσουγκρίζοντας και φωνάζοντας ες αεί/ες άυλον τα σπουδαία!/κι επήραμε τον κατήφορο/έτσι, καταπώς ζήσαμε καθείς∙/ θροΐζοντας» (σελ. 10).
Πρόσφατα διαβάσαμε το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Ερμηνεία και υπερερμηνεία» (Αυτό, μια και είναι παλιό, το παρουσιάσαμε στο blog μας, αφήνοντας το Λέξημα μόνο για τα καινούρια βιβλία). Γράφοντας τώρα αυτό το σημείωμα μου φαίνεται ότι θα πρέπει να μιλήσουμε και για «διακειμενικότητα» και «υπερδιακειμενικότητα». Τι άλλο να πω διαβάζοντας τον στίχο «Μα τι γυρεύουμε οι αλαφροΐσκιωτοι» (σελ. 9) παρά ότι απλά μου φέρνει στο νου Σολωμό και Σικελιανό; («Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες» από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού και τον «Αλαφροΐσκιωτο», την πρώτη ποιητική συλλογή του Σικελιανού, που τον έκανε αμέσως γνωστό). Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι στον Καραγεώργο, από τα ίδια διαβάσματα, η λέξη φορτίστηκε με ισχυρές συνειρμικές ίνες.
Και μια και ο λόγος περί διακειμενικότητας, διαβάζοντας τον τελευταίο στίχο του ποιήματος «Μνήμη», ψευδοΐστορικού καβαφικού ως προς το ύφος: «Πέθανε μόνος∙ κανείς δεν τον θυμάται», θυμήθηκα την «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές» του Καριωτάκη, που συμπτωματικά διδάσκω αυτές τις μέρες στους μαθητές μου. Δεν με εξέπληξε που είδα το μεθεπόμενο ποίημα να τιτλοφορείται με την καριωτακική φράση από το ίδιο ποίημα: «Στους ποιητές άδοξοι πούναι».
Το ενδιάμεσο ποίημα που έχει τον τίτλο «Ταυροθυμίες» (σελ. 26) είναι επίσης ενδιαφέρον, γιατί εκεί, παρόλη τη συντομία του, παρελαύνουν σχεδόν όλα τα ποιητικά μέτρα.
«Απάτες λοιπόν οι Τροίες∙
κι οι κομπασμοί
χθονίων Πενάτες δακρύροοι».
Ένας μικρός ίαμβος χωρίζει δύο αμφίβραχεις στίχους.
«Ελεεινολογείες ελάνδρου»
Ελλοχείς
των Ερινύων επίορκοι».
Στον πρώτο στίχο αυτής της στροφής υπάρχει η παρήχηση του λ, και όπως και ο επόμενος μονολεκτικός, είναι ανάπαιστος (οι δυο χασμωδίες τον κρύβουν κάπως), ενώ ο τελευταίος στίχος είναι δάκτυλος. Οι υπόλοιποι στίχοι του ποιήματος είναι ιαμβικοί. Μόνο ο τροχαίος λείπει.
Η θεματική του Καραγεώργου είναι εξίσου πλατιά. Πηγαινοέρχεται από την υπαρξιακή ομφαλοσκόπηση που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ποίησης σε μια «στρατευμένη» ποίηση-απόκριση σε σύγχρονα προβλήματα και γεγονότα («Νύχτες της Γάζας», «Κραυγή», «Μολώχ», κ.ά.) και από ένα ιστορικό βάθος που ξεκινάει από τον αιγυπτιακό θεό Ατούμ μέχρι μια εντελώς σύγχρονη επικαιρότητα (τα προηγούμενα ποιήματα που αναφέραμε). Ακόμη νοιώθει υποχρεωμένος να αναφερθεί στον Ρεμπώ αλλά και στον Παπαδιαμάντη, στον Νίτσε αλλά και στον Καρυωτάκη, χωρίς να περιφρονεί και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο («Σέριφος»). Και βέβαια ο έρωτας είναι πάντα παρών, όπως σε όλους τους ποιητές, θα τολμούσαμε να πούμε χωρίς εξαίρεση. Ας δώσουμε ένα δείγμα της ποίησης του Καραγεώργου από αυτή την τελευταία θεματική.
Ερωτικόν
Δεν είναι που δεν σας νοστάλγησα χτες πάλι
ω! νύχτες των εξομολογήσεων

μήτε και το άγγιγμά σας είναι
των χρόνων των εφηβικών∙

μα να,
είναι που θέλησα για λίγο

να ζωγραφίσω εκείνων των ματιών
τον ξεχασμένον έρωτα

τα είκοσί τους χρόνια
και τη γεύση της Άνοιξης!
Πλατύς θεματικά και υφολογικά, ο Νίκος Καραγεώργος, με τη δεύτερη αυτή ποιητική του συλλογή εμφανίζεται ως ένας πολλά υποσχόμενος ποιητής. Αλλά και με το μυθιστόρημά του φάνηκε ως ένας πολλά υποσχόμενος πεζογράφος. Παρά το μικρό μέχρι στιγμής σε ποσότητα λογοτεχνικό του έργο, πιστεύουμε ότι είναι από τους λογοτέχνες που θα ξεχωρίσουν.
Post a Comment