Book review, movie criticism

Friday, February 19, 2010

Νίκος Καζαντζάκης, Αλέξης Ζορμπάς

Ξαναδιαβάζοντας τον Καζαντζάκη: Αλέξης Ζορμπάς

Κρητικά Επίκαιρα, ΓΕΝΑΡΗΣ 1992

Από μικρός είχα το όνειρο να γίνω συγγραφέας. Όμως δεν είχα επιλέξει τι θα έγραφα όταν θα μεγάλωνα. Όταν άρχισα να διαβάζω Καζαντζάκη, στα 14 χρόνια μου, η ιδέα άρχισε να ωριμάζει σιγά-σιγά μέσα μου: θα έγραφα ένα βιβλίο για τον Καζαντζάκη. Η ιδέα αυτή, όσο μεγάλωνα, γινόταν όλο και πιο πιεστική. Στα είκοσι ένα μου χρόνια είχε γίνει αφόρητη. Το καλοκαίρι του '71 έλεγα ότι οπωσδήποτε θα έγραφα αυτό το βιβλίο.
Δεν το έγραψα. Όχι τόσο γιατί δούλευα σε ένα φροντιστήριο αγγλικών, όσο γιατί δεν είχα ακόμη τις προϋποθέσεις. Η διάθεση από μόνη της δεν αρκεί. Πάντως κάποιες σημειώσεις βρίσκονται ακόμη στα γραφτά μου.
Το επόμενο καλοκαίρι ούτε που το σκέφτηκα. Είχαμε άλλες έγνοιες πια, και είμαστε προσανατολισμένοι σε άλλα διαβάσματα. Έπρεπε να διώξουμε τη χούντα. Ο Μαρξ έδειχνε την προοπτική ενός καινούριου κόσμου.
Ταξίδευα με το πλοίο. Δίπλα στο παγκάκι δυο ωραίες ξένες είχαν στήσει συζήτηση. Η μια, η πιο όμορφη, μιλούσε παθιασμένα για τον Καζαντζάκη, με ένα ενθουσιασμό, ίδιο με τον δικό μου, όταν ήμουν έφηβος. Τι ωραία, λέω, θα μπω στην κουβέντα τους, θα τους μιλήσω κι εγώ για τον Καζαντζάκη, έχω πολλά να τους πω. Θα ξεκινήσω με τον «Ζορμπά». Η ωραία σίγουρα θα είναι γεμάτη ενδιαφέρον, θα κρέμεται από τα χείλια μου. Μετά θα μιλήσω για τον «Χριστό ξανασταυρώνεται». Τότε θα της πιάσω το χέρι. Στον «Καπετάν Μιχάλη» θα της χαϊδέψω τα μαλλιά. Απορροφημένη καθώς θα είναι, θα αφήνεται με ηδυπάθεια. Στον «Τελευταίο πειρασμό» θα σκύψω και θα τη φιλήσω. Το βράδυ στην καμπίνα, αν όλα πάνε καλά, θα της μιλάω για τον «Φτωχούλη του θεού» και θα «βγάζουμε τα μάτια μας», όπως λέει και ο «Ζορμπάς». Την «Αναφορά στον Γκρέκο» θα την κάνω αργότερα αναφορά στους φίλους μου, όλος καμάρι...
Τι ωραία θα ήταν να είχαν γίνει έτσι τα πράγματα! Η έμφυτη ντροπαλότητά μου δεν μ’ άφησε να τολμήσω. Στην επόμενη στάση κατέβηκα. Νησί Κάσος, πρωτοδιορισμένος φιλόλογος, επιστρέφοντας από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Το βιβλίο που δεν έγραψα, τα λόγια που δεν είπα σ’ αυτή την κοπέλα, τα έκλεισα σε ένα ολοσέλιδο άρθρο στα «Κρητικά Επίκαιρα», άνοιξη του 1983, 100 χρόνια από τη γέννηση του Καζαντζάκη. Δίπλα στο όνομα μου και η φωτογραφία μου, με τη λύρα στο χέρι. Το πρώτο μου όνειρο, να γίνω συγγραφέας, το είχα πραγματοποιήσει. Το πρώτο μου βιβλίο, το «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα» είχε κυκλοφορήσει πριν δύο χρόνια. Έμενε —και μένει— να πραγματοποιηθεί το δεύτερο μου όνειρο, να βγάλω ένα δίσκο, τους στίχους τους έχω έτοιμους, μαντινάδες, που έγραψα στη γυναίκα μου, ένα χρόνο μετά, τότε στην αρχή της γνωριμίας μας. Λύρα μόνο δεν έμαθα να παίζω καλά. Ελπίζω κάποτε να μάθω...
Με ένα άρθρο δεν ένιωθα να ξεπληρώνω ένα χρέος που το αισθανό¬μουνα βαθιά μέσα μου. Έτσι τώρα τελευταία, ακούγοντας —και διαβάζοντας— κάποια αρνητικά σχόλια για τον Καζαντζάκη (σε ένα κείμενο μάλιστα απαντήσαμε πριν λίγους μήνες από τα «Κ.Ε.») αποφάσισα να τον ξαναδιαβάσω, έχοντας την υποψία, ότι μπορεί να είχα κάνει λάθος. Ξεκίνησα με τον «Ζορμπά».
Δεν έσφαλα. Μπορεί να μην ένιωσα τώρα τον πρώτο άκριτο ενθουσιασμό, όμως έβλεπα ότι βρισκόμουνα σε ένα μεγάλο βιβλίο, το οποίο μάλιστα με την εμπειρία των 40 χρόνων μου το δεχόμουνα πιο πλούσια. Έτσι αποφάσισα να ξαναδιαβάσω τον Καζαντζάκη, να συναντηθώ πάλι με τη σκέψη του, και τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης να τα καταγράψω για τα «Κ.Ε.». Το ξεκίνημα θα γίνει από τα μυθιστορήματα, αυτά που τον καθιέρωσαν διεθνώς.
Δεν θα είναι εμπεριστατωμένες μελέτες. Έχουν γραφεί τόσα για τον Καζαντζάκη, κι εγώ αποστρέφομαι τον ερανισμό. Θα είναι ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακας, η φωτογραφία μιας επαφής. Θα είναι καταγραφή σκέψεων και συναισθημάτων, έτσι όπως θα δω και θα νιώσω το κάθε έργο του, που θα διαβάσω. Η αρχή θα γίνει με τον Ζορμπά...

Κρητικά επίκαιρα, Φλεβάρης 1992

Τον Αλέξη Ζορμπά τον έχω διαβάσει πέντε έξι φορές μέχρι τώρα, ακριβώς πόσες δεν θυμάμαι. Η τελευταία ήταν πριν λίγες μέρες. Η προτελευταία, όταν ήμουν φοιτητής. Μια φορά τον διάβασα και στα αγγλικά.
Στα αγγλικά;
Είναι μια τρελή ιστορία. Στον Καζαντζάκη οφείλω, κατά κάποιο τρόπο, την επαγγελματική μου αποκατάσταση.
Ήμουνα 15 χρονών, μαθητής της τρίτης γυμνασίου. Πήγαινα στο φροντιστήριο αγγλικών του κου Σταυρακάκη, ή, για την ακρίβεια, ερχόταν αυτός στο χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, και μας έκανε μάθημα σε μια αίθουσα του δημοτικού σχολείου. Εγώ και οι φίλοι μου ήμασταν πολύ άταχτοι. Πρώτος διώχτηκα εγώ, κάπου το Δεκέμβρη του 65, με δια παντός αποβολή. Οι δυο φίλοι μου, ο Γιώργης ο Μαυρόματος και ο Αντώνης ο Μουστακάκης, με το τέλος της χρονιάς, ήσαν ανεπιθύμητοι να συνεχίσουν.
Τέρμα το φροντιστήριο, εγώ όμως αγγλικά έπρεπε να μάθω οπωσδήποτε. Βρήκα τον τρόπο. Αγόρασα τα βιβλία του Καζαντζάκη στα αγγλικά, και τα διάβαζα με τη βοήθεια ενός λεξικού. Τις άγνωστες λέξεις τις σημείωνα σ’ ένα τετράδιο. Όπου δυσκολευόμουν, άνοιγα το πρωτότυπο. Έτσι διάβασα πρώτα τον Καπετάν Μιχάλη, μετά τον Ζορμπά, και τέλος τον Φτωχούλη του θεού. Έγινα ξεφτέρι.
Στο φροντιστήριο του κου Σταυρακάκη επιστρέψαμε, εγώ κι ο Γιώργης, το καλοκαίρι του 67, όταν θα πηγαίναμε στην τρίτη λυκείου, αφού ζητήσαμε συγνώμη, και υποσχεθήκαμε, ότι θα ήμασταν καλά παιδιά. Ήμασταν πια μεγάλοι. Παρόλες τις διαβεβαιώσεις της κας Μαρίκας, της γυναίκας του, που μας έκανε μάθημα, ο κος Σταυρακάκης δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι είχαμε γίνει πράγματι τόσο ήσυχοι και προσεκτικοί μαθητές. Εκείνο το καλοκαίρι κάναμε την τετάρτη τάξη. Εγώ, παρόλο που δεν είχα τελειώσει την τρίτη, έγινα δεκτός στην τετάρτη γιατί ήξερα καλά αγγλικά. Το χειμώνα, μόνος μου, χωρίς την παρέα του Γιώργη, έκανα την πέμπτη τάξη. Νύχτα, πολλές φορές με κρύο και βροχή, έκανα με το ποδήλατό μου κάθε μέρα τα επτά χιλιόμετρα της διαδρομής Κάτω Χωριό - Ιεράπετρα, μετ’ επιστροφής, για να παρακολουθήσω το φροντιστήριο.
Ήμουν απ’ τους καλύτερους μαθητές, στις εξετάσεις για να πάρουμε δεν θυμάμαι ποιο δίπλωμα, ήλθα δεύτερος. Έτσι πέρασα την ίδια χρονιά στο πανεπιστήμιο, αγγλική φιλολογία, στην Αθήνα. Όταν έκανα το στρατιωτικό μου γράφτηκα στο φιλοσοφικό τμήμα, και το τελείωσα λίγο μετά αφού απολύθηκα. Τελικά διορίστηκα φιλόλογος, με το δεύτερο αυτό πτυχίο, αφού δούλεψα επί χρόνια σαν μεταφραστής και καθηγητής αγγλικών (το καλοκαίρι μάλιστα του '71 στο ίδιο φροντιστήριο όπου έμαθα αγγλικά, του κου Σταυρακάκη). Σίγουρα, αν δεν ήταν τα βιβλία του Καζαντζάκη, η επίδοση μου στα αγγλικά δεν θα ήταν αυτή που ήταν και το πανεπιστήμιο θα έμενε ένα όνειρο. Όταν μιλάω λοιπόν για χρέος απέναντι στον Καζαντζάκη, δεν είμαι υπερβολικός.
Ξαναδιαβάζοντας τον Ζορμπά, μετά από τόσα χρόνια, συνειδητοποίησα πλήρως τη διάκριση μεταξύ κλασικού έργου και σύγχρονου. Κλασικό είναι το μεγάλο έργο, που αντέχει στο χρόνο, άσχετα αν είναι λίγοι που το διαβάζουν πια. Σύγχρονο είναι το έργο, που αναφέρεται σε σύγχρονα προβλήματα, σύγχρονες καταστάσεις, αγγίζει σύγχρονες ευαισθησίες, όμως είναι άγνωστο αν θα αντέξει τη δοκιμασία του χρόνου. Ο Ζορμπάς, σ’ αυτή τη δεύτερη ανάγνωση, μου φάνηκε πια έργο κλασικό. Ο διάκοσμος και το ντύμα της προβληματικής του ανήκουν σε μια προηγούμενη εποχή. Τον σημερινό αναγνώστη δύσκολα θα τον αγγίξει. Όμως μήπως τον αγγίζει π.χ. η Ιλιάδα; Το κοινό των κλασικών έργων είναι πάντα πιο περιορισμένο, Όλα σχεδόν τα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, σύγχρονων συγγραφέων, θα τα χαρακτήριζα από την άποψη του χώρου, όπου διαδραματίζεται ο μύθος τους, αστικά. Οι ήρωες ζουν και κινούνται μέσα σε πόλεις, και είναι χαρακτηριστικοί τύποι της πόλης. Οι ήρωες του Καζαντζάκη, και όχι μόνο στον Ζορμπά, ζουν στην ύπαιθρο, και είναι χαρακτηριστικοί τύποι της υπαίθρου. Πολλοί μου θυμίζουν χωριανούς μου.
Έτσι τα έργα του Καζαντζάκη φαίνονται σήμερα να παίρνουν ένα ηθογραφικό χαρακτήρα, ο οποίος δεν ήταν καθόλου μέσα στις προθέσεις του. Και ηθογραφική λογοτεχνία δεν γράφεται πια, εκτός από κάποια έργα δεύτερης κατηγορίας, που οι συγγραφείς τους ζουν συνήθως στην ύπαιθρο. Η ευαισθησία του αναγνωστικού κοινού έχει αλλάξει. Εξ άλλου είναι κατά πλειοψηφία αστικό. Οι μεγάλες πόλεις και κυρίως η πρωτεύουσα διογκώνονται υπέρμετρα εξαιτίας ενός ανεξέλεγκτου ρεύματος αστυφιλίας (κυρίως και μέσω της τηλεόρασης) και καταδυναστεύουν ιδεολογικά την ύπαιθρο, διαμορφώνοντας τις ιδέες, τις αξίες και τα γούστα των κατοίκων της.
Η ηθογραφική λοιπόν αυτή χροιά που παίρνουν σήμερα τα έργα του Καζαντζάκη τα έχει απομακρύνει από το σημερινό ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Όμως στα μάτια των ξένων αυτό τους προσθέτει έναν εξωτισμό, πράγμα που συντείνει στη διάδοση τους στο εξωτερικό.
Πιστεύω ότι αυτό που χαρακτηρίζει τα έργα του Καζαντζάκη και προσδιορίζει την ποιότητα τους είναι η δύναμη στοχασμού του συγγραφέα τους. Ο Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας φιλόσοφος. Η λογοτεχνία του είναι μια λογοτεχνία ιδεών. Και μπορεί να μην είναι στρατευμένη λογοτεχνία, μια και ο όρος επιφυλάσσεται για τη λογοτεχνία που βρίσκεται την υπηρεσία μιας ιδεολογίας, όμως συχνά έχει κανείς την εντύπωση, ότι κάνει κήρυγμα.
Το ότι ο Καζαντζάκης είναι ένας συγγραφέας ιδεών φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά από την ποίηση του. Βρισκόμενη στο περιθώριο φορμαλιστικών αναζητήσεων και πειραματισμών, συντηρητική στη μορφή της, πραγματεύεται ιδέες, μυθικούς ήρωες και προσωπικότητες της ιστορίας. Δεν θα αποκτήσει ποτέ την αποδοχή του ευρέως κοινού, πράγμα όμως που δεν φαίνεται να τον απασχολεί.
Αφού ο Καζαντζάκης είναι τόσο παθιασμένος με τις ιδέες, γιατί δεν έγινε φιλόσοφος;
Το επιχείρησε. Δυο νεανικά δοκίμια του έχουν σαν αντικείμενο τη φιλοσοφία του Νίτσε και τον Μπέρξον. Όμως η σκέψη του ήταν πολύ πλατειά για να χωρέσει μέσα σε μια συστηματική θεώρηση, που απαιτεί η φιλοσοφία.
Κάθε φιλοσοφία είναι δόγμα. Ένας φιλόσοφος που αντιφάσκει είναι κακός φιλόσοφος. Και όμως, όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι διακρίνονται, λίγο πολύ, για
συνέπειες και αντιφάσεις στη σκέψη τους. Ακόμη και ο Χέγκελ, ο οποίος μπάζει στη φιλοσοφία του την έννοια της αντίφασης για να τη διώξει από την πίσω πόρτα, επισύροντας τα ειρωνικά σχόλια του νεαρού Μαρξ.
Ο Καζαντζάκης έβλεπε τη ζωή σαν μια πολύχρωμη σύνθεση αντιθέσεων. Μαγευόταν απ’ αυτές, ένιωθε να τον τραβούν αντιμαχόμενες δυνάμεις, ένας διάβολος και ένας άγγελος, που αγωνίζονταν ποιος να κερδίσει την ψυχή του.
Στον Ζορμπά υπάρχουν δυο κυρίαρχες αντιθέσεις. Από τη μια ο άνθρωπος του πνεύματος, της σκέψης, της λογικής, που είναι ο συγγραφέας. Από την άλλη ο άνθρωπος της αίσθησης, του ενστίκτου, της ζωής, ο Ζορμπάς. Ο Καζαντζάκης φαίνεται να είναι το σημείο ισορροπίας δύο αντίρροπων δυνάμεων. Όσο μεγαλώνει η μια, μεγαλώνει και η άλλη. Δεν είναι τυχαίο που ο Ζορμπάς κυοφορείται σαν αντίβαρο της μαγείας, που ασκεί εκείνη την εποχή ο Βούδας πάνω του, και που θα τον οδηγήσει στη συγγραφή της ομώνυμης τραγωδίας. Για τον Βούδα η ζωή είναι ψευδαίσθηση. Για τον Ζορμπά είναι η υπέρτατη αίσθηση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή. Ένας φιλόσοφος θα πρέπει να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο. Ο Καζαντζάκης νιώθει πως και οι δυο έχουν δίκιο. «Δεν πρόκειται για ζήτημα απόλυτων αντιθέσεων, αλλά μετατοπισμένων εντάσεων», για να χρησιμοποιήσω μια φράση, που διάβασα κάπου και μ’ άρεσε. Ο άνθρωπος είναι μια ζυγαριά, που γέρνει πότε προς το ένα σκέλος και πότε προς το άλλο. Ο Καζαντζάκης περιέγραψε τα δύο σκέλη της ζυγαριάς προσωποποιώντας τα. Τον ζωντανό άνθρωπο, που γέρνει πότε εδώ και πότε εκεί, τον περιέγραψε με απαράμιλλη μαεστρία ο μεγάλος Τολστόι, στο έργο του «Πάτερ Σέργιος».
Να γράψω και ένα ανέκδοτο, παραβαίνοντας το πρωτόκολλο της βιβλιο-κρητικής, αλλά βρισκόμενος μέσα στην ars poetica του Καζαντζάκη.
Πήγαν κάποτε δυο διάδικοι στον Χότζα, να βρουν το δίκιο τους. Αναπτύσσει τα επιχειρήματα του ο ένας, «έχεις δίκιο» του λέει ο Χότζας. Αναπτύσσει τα επιχειρήματα του ο άλλος, «έχεις δίκιο» λέει και σ’ αυτόν ο Χότζας. Ένας τρίτος που παραβρίσκεται στη διαδικασία λέει έκπληκτος. «Μα πως είναι δυνατόν Χότζα μου να έχουν και οι δύο δίκιο;» «Και συ δίκιο έχεις», του απαντάει ο Χότζας.
Ο Χότζας είναι ο Καζαντζάκης.
Η συνειδητοποίηση από τον Καζαντζάκη της αντιφατικής (ή καλύτερα της αντιθετικής) σύστασης της πραγματικότητας, επεκτείνεται και στο πεδίο της γλώσσας. Συχνά χρησιμοποιεί αντιφατικές εκφράσεις, για να εκφράσει τη μια και μοναδική ιδέα. Τη μεγαλύτερη πυκνότητα αυτού του ειδικά καζαντζακικού λογοτεχνικού σχήματος τη βρήκα στον «Φτωχούλη του θεού» νομίζω.
— «Παπούλη, δόσ’ μου μια συμβουλή».
— «Φτάσε όπου μπορείς».
— «Δόσ’ μου κι άλλη μια».
— «Φτάσε όπου δεν μπορείς».
Στον «Ζορμπά» βρήκα τα εξής αποσπάσματα (αν δεν μου ξέφυγε κανένα) στο παραπάνω σχήμα.
«μάτια... που... στυλώνονταν πάνω μου, σαν να με καλωσόριζαν κάθε στιγμή, σαν να με αποχαιρετούσαν κάθε στιγμή».
«ο μόνος τρόπος να σώσεις τον εαυτό σου είναι να μάχεσαι να σώσεις τους άλλους» (προσέξτε: όχι να σώσεις, αλλά να μάχεσαι να σώσεις).
«Να ενεργείς σαν να μην υπήρχε θάνατος και να ενεργείς έχοντας στο νου σου κάθε στιγμή το θάνατο, είναι, ίσως ένα».
«Αν τότε μονάχα είμαστε λεύτεροι, όταν υπακούμε το μπρούτζινο χέρι;».
«Η πίστη μου είναι μωσαϊκό καμωμένο από απιστίες».
«Η μεγαλύτερη τρέλα είναι να μην έχεις τρέλα».
«Η ουσία της ζωής είναι η ανώτατη παραφροσύνη», θα γράψει στην εισαγωγή.
«Τέταρτη θεωρία (του Ζορμπά); δυο και δυο κάνουν τέσσερα. Πέμπτη θεωρία: δυο και δυο δεν κάνουν τέσσερα». Αυτή η αντίληψη τελικά θεμελιώνεται στη μαθηματική θεωρία ενός γιαπωνέζου, ξεχνώ το όνομά του (συμπληρώνω το 2004, σκανάροντας το κείμενο, παραθέτοντας πληροφορία που μου έδωσε μαθηματικός στο Βαρβάκειο).
«Η ψυχή είναι κι αυτή σάρκα... και η σάρκα είναι κι αυτή ψυχή».
«Η εξωτερική συμφορά μετουσιώνεται σε ανώτατη, δυσκολότατη ευδαιμονία».
«... Στην κορυφή της προσπάθειας — στην απροσπάθεια».
Αν έκανα αυτή την εξαντλητική παράθεση είναι γιατί πιστεύω ότι σε διατυπώσεις σαν κι αυτές βρίσκεται κλεισμένη η πεμπτουσία της σκέψης του Καζαντζάκη.
Στον «Ζορμπά», όπως και στα άλλα έργα εξάλλου του Καζαντζάκη, τα μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα, ποιος μας έφτιαξε, που πάμε, γιατί ζούμε κ.λπ. συζητούνται, δεν απαντώνται. Εκείνο που θέλει να εκφράσει ο Καζαντζάκης είναι η αγωνία του ανθρώπου μπροστά σ’ αυτά τα ερωτήματα και όχι να σχολιάσει τις απαντήσεις, που δόθηκαν, μια και ξέρει ότι καμιά δεν είναι τελεσίδικη.
Το πρόβλημα της ελευθερίας τον απασχολεί αρκετά επίσης. Αναρωτιέται αν ελευθερία είναι η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας ή αντίθετα η μη συνειδητοποίησή της. Όμως η ελευθερία αυτή έχει ένα μάλλον μεταφυσικό χαρακτήρα. Την πατρίδα (τη λέξη εθνικισμό δεν την χρησιμοποιεί) τη θεωρεί πρόξενο σωρείας εγκλημάτων.
Ο αντικληρικαλισμός του Καζαντζάκη παρά λίγο να του στοιχίσει τον αφορισμό του. Ο αντικληρικαλισμός αυτός εκφράζεται και στον ίδιο το μύθο, στην ιστορία με τον καλόγερο, καθώς και με την παράθεση παροιμιών. Αρκετά ξεπερασμένος σήμερα, τον συνάντησα τελευταία στο βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη «Ο τρόμος του κενού» που παρουσιάσαμε ήδη από τα «Κ.Ε.». Όμως δε νομίζω ότι ήταν γνήσιος αντικληρικαλισμός, και το επεισόδιο που παραθέτει (έρωτες καλόγερων) το κάνει νομίζω για το γαργαλιστικό της υπόθεσης.
Αξίζει να σημειωθούν εδώ οι αντιλήψεις του Καζαντζάκη για τις γυναίκες. Οι φεμινίστριες δεν θα πρέπει να τον συμπαθούν γι’ αυτές. Τις παρουσιάζει να μην έχουν τίποτε άλλο στο νου τους παρά τον έρωτα. Οι άντρες, και πρώτος και καλύτερος ο Ζορμπάς, εκφράζονται ή περιφρονητικά ή με οίκτο γι’ αυτές. Για τον άντρα είναι εμπόδιο στην πραγματοποίηση των υψηλών του επιδιώξεων. Το πολύ να είναι μια αναγκαία και ευχάριστη ανάπαυλα στη δράση του. Για τον Καζαντζάκη μετράνε μόνο οι ήρωες. Και η ιστορία έχει να παρουσιάσει πολλούς ήρωες, ελάχιστες ηρωίδες. Αν «και το ένα τούτο δεν υπάρχει», όπως δηλώνει στην ασκητική του, τότε η μόνη πραγματικότητα είναι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, αυτός που πατάει τις απάτητες κορφές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ήρωες του Καζαντζάκη στέκονται όλο και ψηλότερα. Από τους απλά ενδιαφέροντες τύπους του Ζορμπά και του Μανωλιού (Χριστός Ξανασταυρώνεται), περνάει στη μυθική σχεδόν φυσιογνωμία του Καπετάν Μιχάλη, για να περάσει μετά στις ασκητικές μορφές του Χριστού και του Άγιου Φραγκίσκου. Ανάλογοι είναι και οι ήρωες στις ποιητικές τραγωδίες του.
Το ύφος του έργου του συμφωνεί με την ποιητική του, όπως την εκθέτει παρενθετικά στο «Ζορμπά».
«Έμοιαζε το κρητικό τούτο τοπίο... με την καλή πρόζα: καλοδουλεμένο, λιγόλογο, λυτρωμένο από περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο. Διατύπωνε με τ’απλούστερα μέσα την ουσία. Δεν έπαιζε, δεν καταδεχόταν να χρησιμοποιήσει κανένα τερτίπι, δεν ρητόρευε. Έλεγε ότι ήθελε να πει με αντρίκια αυστηρότητα
Το ύφος αυτό θα βρει την πιο ώριμη του έκφραση στον «Φτωχούλη του θεού», το μυθιστόρημα, που μ’ άρεσε περισσότερο, αλλά που αγνοήθηκε από το κοινό. Όμως θα μιλήσουμε και γι’ αυτό στην ώρα του.
Post a Comment