Book review, movie criticism

Saturday, November 30, 2013

Abbas Kiarostami, Like someone in love και No



Abbas Kiarostami, Like someone in love, (2012) και No (2010)
Η ταινία με ισπανικούς υπότιτλους υπάρχει στο youtube, εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=NyY87by38eI

  Πριν ξεκινήσω, να αναφέρω ότι σε κάθε ανάρτηση προσπαθώ να ενσωματώσω συνδέσμους με άλλες δικές μου αναρτήσεις για έργα του ίδιου σκηνοθέτη. Για τον Κιαροστάμι έχω κάνει τέσσερις αναρτήσεις, αλλά σε μια ανάρτηση-συνολική παρουσίαση εμπεριέχονται οι σύνδεσμοι για τις άλλες τρεις, που αναφέρονται σε μεμονωμένες ταινίες.
  Καταρχάς θα ήθελα να μιλήσω πάλι για την πρόσληψη, κάτι που μου έχει γίνει σαν εμμονή.
  Μου αρέσει ο ιρανικός κινηματογράφος. Αλλά γιατί; Μήπως είναι το εξωτικό, το άλλο που δεν γνωρίζω, αυτό που με τραβάει;
  Σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Το «μου αρέσει» είναι πολυπαραγοντικό: Είναι το στόρι, είναι η σκηνοθεσία, είναι η μουσική, είναι οι σταρ που παίζουν, και αρκετά άλλα ακόμη, από τα οποία όμως κάποια μόνο ξεχωρίζουμε. Αλλά από αυτά τα «κάποια» κάθε ένα έχει τη δική του βαρύτητα, άλλο μεγαλύτερη και άλλο μικρότερη. Για μένα πόσο μετράει το «άλλο» που παρουσιάζουν οι ιρανικές ταινίες;
  Το λέω αυτό γιατί βλέπω κάποιους ιρανούς, κορυφαίους σκηνοθέτες, να δυτικοποιούνται, και αυτό δεν με ικανοποιεί. Το «Copie conforme» δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, όπως διαβάζω στην ανάρτηση που έκανα. Ούτε και το «Παρελθόν» του Φαραντί, ταινία γυρισμένη στη Γαλλία, με τους ιρανούς ήρωες να μιλάνε γαλλικά.
  Όχι, δεν ήταν κακές ταινίες, αλλά τις βρήκα κατώτερες των προσδοκιών μου. Μάλιστα για την ταινία του Asghar Farhadi έγραψα ότι σε έναν «δυτικό» θεατή θα αρέσει περισσότερο από τις άλλες ιρανικές του.
  Δεν είναι «δυτική» η ταινία αυτή του Κιαροστάμι, απεναντίας είναι πολύ «ανατολική», γυρισμένη στην Ιαπωνία, με ιάπωνες ηθοποιούς, και στόρι βέβαια ιαπωνικό. Όμως αυτό το στόρι με άφησε αμήχανο.
  Η κοπέλα σπουδάζει κοινωνιολογία, αλλά κερδίζει τα χρήματα για τις σπουδές της κάνοντας το call girl. Σε ένα αποφασιστικό ραντεβού που της κλείνει το αφεντικό της δεν καταφέρνει να τον πείσει να το ακυρώσει, γιατί θέλει να δει τη γιαγιά της που έχει έλθει στο Τόκιο ειδικά γι’ αυτήν. Ο λόγος; Το ραντεβού είναι με ένα παλιό καθηγητή του.
  Πηγαίνει στο ραντεβού. Ο καθηγητής της φέρνεται πατρικά, δεν βιάζεται να το κάνουν, σε βαθμό που αναρωτιέσαι αν θα το κάνουν τελικά.
  Και ο μεγάλος σκηνοθέτης:
  Δεν παρουσιάζει μια φευγαλέα σκηνή, όπως κάνουν άλλοι για να αποφύγουν την τσόντα, ή όπως δεν κάνουν άλλοι επιδιώκοντάς τη σαν τον Sohrab Shahid Saless στη «γερμανική» ταινία του Utopia, όπου μια ανάλογη σκηνή, με την πόρνη και τον ηλικιωμένο, είναι κανονική τσόντα. Μας παρουσιάζει αντίθετα, εντελώς απότομα, τον ηλικιωμένο καθηγητή την επομένη το πρωί να μεταφέρει την κοπέλα στο πανεπιστήμιο, όπου είναι να δώσει εξετάσεις σε ένα μάθημα. Αυτή τον καλούσε επανειλημμένα στο κρεβάτι όπου είχε ξαπλώσει, αυτός την καλούσε να φάνε μαζί. Μέχρι εκεί.
  Η κοπέλα τα έχει με έναν νεαρό, από τον οποίο πρέπει να κρύβει αυτή της την απασχόληση. Αυτός ενοχλείται αφάνταστα που του κρύβεται. Την περιμένει στο πανεπιστήμιο και τσακώνεται μαζί της. Την έχει δει με τον ηλικιωμένο και του πιάνει κουβέντα. Πιστεύει ότι είναι ο παππούς της. Αυτός δεν τον διαψεύδει.
  Στο τέλος αποκαλύπτονται όλα. Τη σπάζει στο ξύλο, αυτή τηλεφωνεί στον καθηγητή που την παραλαμβάνει από εκεί που βρίσκεται, την πηγαίνει στο σπίτι του και την περιποιείται, όμως ο νεαρός που έχει μάθει τη διεύθυνσή του κτυπάει μαινόμενος την πόρτα για να του ανοίξουν να μπει μέσα.
  Είναι και οι δυο τρομοκρατημένοι. Στην τελευταία σκηνή του έργου βλέπουμε το τζάμι του παραθύρου μπροστά στο οποίο στέκεται ο καθηγητής να σπάζει με θόρυβο και αυτός να σωριάζεται στο πάτωμα.
  Πάλι ανοιχτό τέλος, όπως και στο «Πιστοποιημένο αντίγραφο».
  Η ταινία, λόγω του θέματος, μου θύμισε το «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, μυθιστόρημα που δεν μου άρεσε. Παρόλο που η ταινία εστιάζει περισσότερο στο «πρόβλημα» της κοπέλας, καλύπτει σίγουρα ένα φαντασιακό των γιαπωνέζων, ίσως όλων των λαών της Άπω Ανατολής. Στο facebook υπάρχουν ιστοσελίδες με όμορφες κοπέλες, με τολμηρή αμφίεση, δηλαδή με ελάχιστη αμφίεση αλλά όχι χωρίς. Οι «δυτικές» είναι νεαρές κοπέλες. Το ίδιο και οι «ανατολικές», όμως αυτές στήνονται και ντύνονται σαν μικρά κοριτσάκια. Δεν μπορεί, οι άνθρωποι κάποιο παιδεραστικό ένστικτο θα έχουν.
  Η ταινία έχει αργούς ρυθμούς, όπως αργούς ρυθμούς έχουν συνήθως όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες. Ακόμη, πρέπει να προσθέσουμε, ο Κιαροστάμι ακολουθεί και εδώ το φετίχ του, το αυτοκίνητο. Όλο το «Ten» είναι γυρισμένο μέσα σε ένα αυτοκίνητο, με δυο κάμερες να παρακολουθούν την Μάνια Ακμπαρί και τον εκάστοτε συνομιλητή της. Η Μάνια Ακμπαρί επηρεάστηκε από αυτή την ταινία, και γύρισε τη δική της «Τα είκοσι δάκτυλα» κυρίως μέσα σε ένα αυτοκίνητο, όπως και τη «10+4», την οποία παρουσιάσαμε πρόσφατα. Δεν κάθισα να μετρήσω αλλά θα μπορούσα να ορκιστώ ότι σε σχεδόν, αν όχι πάνω από, το ένα τρίτο της ταινίας οι ήρωες βρίσκονται μέσα σε αυτοκίνητο. Μάλιστα στην αρχή της ταινίας βλέπουμε μια σκηνή που θυμίζει το «10». Η κοπέλα, μέσα στο ταξί που την μεταφέρει στο ραντεβού, ακούει διαδοχικά δώδεκα φωνητικά μηνύματα στο κινητό της.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι η απόφαση του Κιαροστάμι να παραμείνει στο Ιράν μετά την ιρανική επανάσταση, σε αντίθεση με άλλους σκηνοθέτες, υπήρξε αποφασιστική για την εξέλιξή του ως σκηνοθέτη. Αντιγράφω:
  Kiarostami was one of the few directors who remained in Iran after the 1979 revolution, when many of his peers fled the country. He believes that it was one of the most important decisions of his career. His permanent base in Iran and his national identity have consolidated his ability as a filmmaker: "When you take a tree that is rooted in the ground, and transfer it from one place to another, the tree will no longer bear fruit. And if it does, the fruit will not be as good as it was in its original place. This is a rule of nature. I think if I had left my country, I would be the same as the tree." -Abbas Kiarostami
  Μήπως ξέχασε τη δήλωσή του αυτή ο Κιαροστάμι;
  Θα το γράψω κι αυτό.
  Είμαι πολύγλωσσος, αλλά τις γλώσσες δεν τις έμαθα για να καμαρώνω, αλλά αφενός από χόμπι και αφετέρου για να μπορώ να διαβάζω βιβλία. Αυτός είναι ο λόγος που παράτησα έξι, όταν διαπίστωσα ότι θα μου έπαιρνε πάρα πολύ χρόνο για να τις φτάσω σε ένα επίπεδο που να μπορώ να διαβάζω ένα επιστημονικό έργο, και περιορίστηκα σε οκτώ. Όλες τις χρησιμοποίησα βιβλιογραφικά σε βιβλία ή μελέτες μου. Αν δεν ήξερα κάποιες από αυτές το πρόβλημα θα ήταν μικρό, απλά η βιβλιογραφία μου θα ήταν λίγο περιορισμένη. Όμως με τις ιρανικές ταινίες μπορώ να πω ότι έκανα απόλυτη απόσβεση για το χρόνο που αφιέρωσα μαθαίνοντας ξένες γλώσσες. Κι αυτό γιατί έχω δει ιρανικές ταινίες με γαλλικούς, ιταλικούς αλλά και με πορτογαλικούς υπότιτλους, ντουμπλαρισμένες στα ιταλικά και στα ρώσικα, και τρεις τέσσερις (δεν θυμάμαι ακριβώς) γερμανικές του Sohrab Shahid Saless που δεν είχαν υπότιτλους. Μιλάμε για αγγλικούς πάντα, γιατί για ελληνικούς, ούτε συζήτηση.
  Υπάρχουν και ένα σωρό άλλες εξαίσιες ιρανικές ταινίες που δεν έχουν εξαχθεί ποτέ στο εξωτερικό και δεν έχουν υποτιτλισθεί, κυρίως παλιές.
  Όχι, δεν σκοπεύω να μάθω ιρανικά, αν ήταν θα μάθαινα αραβικά, που έχουν και το ίδιο αλφάβητο, όμως στα 63 μου δεν με παίρνει πια. Η μόνη «φιλοδοξία» μου είναι να βελτιώσω τα κινέζικά μου.  

No (2010)

  Είδαμε και το «Όχι», ένα οκτάλεπτο ντοκιμαντέρ (σε ιταλική γλώσσα και με γαλλικούς υπότιτλους, παρεμπιπτόντως. Βρίσκεται εδώ στο youtube). Αντιγράφω την περίληψη:
  A little girl with beautiful hair. She loves movies and wants to become an actress. She is being told about the plot of a movie that she is going to play: "a friend is jealous about her hair and cuts it when she is asleep". The girl rejects playing the role. Then she is then told that she can play the jealous girl but she again rejects the role.
  Παρεμπιπτόντως, ένα άλλο κοριτσάκι έχει δεχθεί να παίξει ένα ρόλο σε μια ταινία. Τον παίζει με επιτυχία, αλλά κάποτε αγανακτεί και τα παρατάει. Όμως η κάμερα επιμένει να το ακολουθεί. Πρόκειται για την ταινία «Ο καθρέφτης» του Jafar Panahi, που χωρίς να είναι ντοκιμαντέρ έχει ένα ντοκιμαντερίστικο εύρημα.
  Ή μήπως δεν είναι;
  Όμως «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε».
  Το εκφραστικότατο προσωπάκι της μικρής είχε πολύ πλάκα.
  Και θυμήθηκα.
  Θα είχα τη δική της ηλικία, δηλαδή θα ήμουν τριών τεσσάρων χρονών, όταν έκοψα με το ψαλίδι την μια από τις δυο πλεξούδες της μητέρας μου καθώς κοιμόταν. Δεν τις έκοψα και τις δυο γιατί φοβήθηκα ότι θα θύμωνε πάρα πολύ.
  Δεν θυμάμαι αν με μάλωσε ή με έδειρε. Θυμάμαι όμως που ένοιωσα έκπληξη όταν την είδα να κόβει και την άλλη.
  Ήμουν ακόμη πολύ μικρός για να καταλάβω γιατί το έκανε.
  Και τώρα που γράφω αυτές της γραμμές μου ήλθε σαν φλασιά.
  Κατάλαβα γιατί οι γονείς μου δεν έκαναν και άλλο παιδί.
  Όμως να τελειώσω μιλώντας για την ταινία.
  Μετά το κοριτσάκι, για ένα λεπτό περίπου, σε εφέ απαρίθμησης εμφανίζονται πρόσωπα κοριτσιών, μεγάλων και μικρών, με υπέροχα μαλλιά να λένε όχι. Το «όχι» δεν το ακούμε καθώς κυριαρχεί η μουσική, το καταλαβαίνουμε από τα χείλη, την κίνηση και την έκφραση του προσώπου. Η τελευταία σκηνή δείχνει μια κοπέλα να κολυμπάει, με τα μακριά μαλλιά της να «κυματίζουν» (για πρώτη φορά συνειδητοποιώ τη «νεκρή» μεταφορική σημασία της λέξης) μέσα στο νερό.
Post a Comment