Book review, movie criticism

Tuesday, December 2, 2014

RIEN



RIEN

 Το είχα ξεχασμένο, και το ξαναθυμήθηκα ξαναδιαβάζοντας τον Ρασούλοφ. Στην πρώτη κριτική για ταινία του, το 2007, γράφω τα παρακάτω:
 «Πριν από κάποια χρόνια επιχείρησα να συνεχίσω ένα σταματημένο ημερολόγιο, που ξεκίνησα φοιτητής, το σταμάτησα στο στρατό, και κάλυψα σαν αυτοβιογραφία το μεσοδιάστημα πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου. Το βάφτισα Rien, από τα Riens philosophiques του Κίρκεγκορ, βιβλίο που αγόρασα στα γαλλικά αλλά που δεν εδέησε να διαβάσω. Η πρώτη εγγραφή έγινε στις 25-12-2001. Τελικά διαπίστωσα ότι τα πιο σημαντικά που μου συνέβησαν αυτή την περίοδο της ζωής μου, κάποια κυριολεκτικά συνταρακτικά, δεν μπόρεσα να τα γράψω. Κάποια στιγμή τα έγραψα σε περίληψη. Όμως υπάρχουν κι άλλα που θα ήθελα να γράψω, αλλά δεν τα έγραψα. Ίσως γιατί γράφοντας αναζητούμε πάντα τον αναγνώστη, και ένα ημερολόγιο που θα διαβαστεί, αν διαβαστεί, μετά θάνατο, δεν μας προσφέρει και την πιο μεγάλη συγγραφική ικανοποίηση. Τώρα που χάρη στη Σταυρούλα έφτιαξα κι εγώ blog, μπορώ να συνεχίσω το Rien, λιγότερο εξομολογητικό, αλλά με σκέψεις που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν και άλλους».
  Τελικά τα rien όχι μόνο δεν τα συνέχισα, αλλά είχα ξεχάσει ολότελα την ύπαρξή τους. Αφού μπορούσα να γράφω χάρη στο blog για βιβλία και για ταινίες, έχασα το ενδιαφέρον για αυτές τις μικρές αυτοβιογραφικές σημειώσεις. Η πρώτη βλέπω γράφηκε τα Χριστούγεννα του 2001, και η τελευταία λίγο μετά την προτελευταία, για την οποία έχω ως ημερομηνία την 3η-1-2007. Ανακαλύπτοντάς τα μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη να τα αναρτώ στο blog μου σιγά σιγά, κάνοντας αρχή από σήμερα, 2-12-2014.


Κόλυβα

  Είμαι παμφάγος. Τρώγω τα πάντα. Και σε ποσότητες. Μετά νοιώθω ενοχές. «Ωμνύειν», είναι το αγαπημένο μου ποίημα του Καβάφη. Το είπα στον ανηψό μου το Μανώλη, και του άρεσε. Και αυτός ωμνύει. Και οι δυο μας ωμνύουμε. Ματαίως. Είμαστε αμφότεροι ένα συστελλόμενο και διαστελλόμενο σύμπαν. Εκατό κιλά, πότε πάνω, πότε κάτω.
  Τώρα βρίσκομαι στη φάση της διαστολής. Απόψε στη Νία, φάγαμε πάλι. Και αύριο στου κουμπάρου μας θα φάμε. Και μεθαύριο στου Γιώργου του Γαλάντη. Και μετά κάπου αλλού. Και πάλι. Μέχρι να τελειώσουν οι διακοπές. Μετά τη γιορτή της Βάσως, θα τρώμε τα περισσεύματα. Και τα γλυκά που θα μας κουβαλήσουν. Η πρωτοχρονιά και η επόμενη μέρα είναι οι φάσεις της οξείας διαστολής.
  Ο Καζαντζάκης είπε ότι το φαγητό το κάνει πνέμα. Θα ήθελα πολύ να μου δώσει τη συνταγή. Μπορεί ποτέ ένας χοντρός να είναι πνευματώδης, αφού όλο το φαΐ που τρώει το κάνει σάρκες και λίπος; Μπορεί, αφού αυτή τη στιγμή σας πουλάω πνεύμα. Οκτώ βιβλία, άρθρα, βιβλιοκριτικές, αυτά δεν είναι πνεύμα; Θα μπορούσα ίσως να καταφέρω περισσότερο πνεύμα, λιγότερη σάρκα. Ίσως.
  Τρώγω και κόλλυβα. Και ο Μανώλης ο γιος μου τα τρώει. Βλέπεις τα γονίδια. Έτσι στο μνημόσυνο της μητέρας της κουμπάρας, η Βάσω του φύλαξε τα δικά της. Έτσι έφαγα μόνο τα δικά μου. Και πολλά κουλουράκια. Μέτρησα τους παρόντες στο τραπέζι, και σταμάτησα να τρώγω μόνο όταν έμειναν τόσα κουλουράκια, όσοι ήσαν και αυτοί. Μετά τους καφέδες ήλθαν οι πίτσες. Εμπλουτισμός της παράδοσης.
  Σκέφτομαι ότι το καλοκαίρι θα μπορούσα να πηγαίνω κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Υπάρχει πάντα τουλάχιστον ένα μνημόσυνο. Όμως ποιος σηκώνεται τόσο πρωί. Για μένα, εν αρχή ην ο ύπνος. Οι αγαπημένες μου παραφράσεις είναι δυο: Μη μου τους ύπνους τάραττε και Το χρήμα είναι χρόνος. Αν είχα χρήμα, θα είχα παραιτηθεί από τη δουλειά μου, και θα έγραφα, θα έγραφα, θα διάβαζα, θα ταξίδευα. Η βιοπάλη θα μας θερίσει.
  Γιατί τα γράφω όλα αυτά.
  Διάβασα πρόσφατα τις «Αναμνήσεις ενός εγωτικού», του Σταντάλ. Μέτριο κείμενο, και όμως δημοσιεύτηκε. Γιατί ο συγγραφέας είναι μεγάλος. Θα μπορούσαν να δημοσιευτούν και κάποια δικά μου, αν γινόμουνα ποτέ μεγάλος συγγραφέας.
  Όμως είναι άλλος ο λόγος. Το μυθιστόρημά μου δεν βρίσκει εκδότη, και έτσι δεν έχω ενίσχυση να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία. Εξάλλου τον εαυτό μου τον θεωρώ δοκιμιογράφο, και όχι λογοτέχνη. Αλλά θα ήθελα να μπορούσα να γράψω λογοτεχνία. Πενηντάρης πια, δεν μπορώ να περιμένω να ωριμάσει το ταλέντο μου για να αρχίσω να γράφω. Και έτσι αποφάσισα να γράψω μέτρια πράγματα, για μένα. Ίσως και με μια κρυφή ελπίδα ότι μετά θάνατον θα μπορούσαν να δημοσιευτούν. Κυρίως όμως για μένα. Ο αποδέκτης της αφήγησής μου δεν είναι παρά ο εαυτός μου, στα γεράματά μου, που ελπίζω να τα φτάσω. Να ξαναδιαβάσω, να συμπληρώσω έτσι τα χάσματα της μνήμης μου, όχι πια με γεγονότα, όπως κάνω στο ημερολόγιό μου, αλλά κυρίως με σκέψεις και αισθήματα.
  Ήθελα να γράψω δυο ακόμη διηγήματα. Από τεμπελιά δεν τα έγραψα. Και τα δυο θα ήταν ερωτικές ιστορίες. Το ένα με φόντο τη Ζάκυνθο. Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος με κυριεύει. Το άλλο με φόντο ένα τραίνο. Ένας φαντάρος και μια κοπέλα, σε περιπτύξεις όλο τρυφερότητα. Θα μπορούσα να επινοήσω μύθους και για τα δυο, μύθους αληθοφανείς, «κατά το εικός και το αναγκαίο».
  Λυπήθηκα πολύ επίσης που δεν έγραψα εκείνο το κείμενο για την ψυχοπαθολογία του επαναστάτη. Οι επαναστάτες ήμασταν εμείς, η νέα Αριστερά, η οποία στην πραγματικότητα ήταν το κύκνειο άσμα της Αριστεράς. A time to love, a time to pray, ουκέτι καιρός, το κάθε πράγμα στην ώρα του. Είπα να μην την πάθω και με τα κόλλυβα. Όταν μου έρχεται η διάθεση να γράφω, να γράφω, χωρίς να με νοιάζει πόσο μέτριο θα βγει αυτό.
25-12-01                        

                            

Post a Comment