Book review, movie criticism

Friday, December 12, 2014

Γεώργιος Μανιαδάκης, Το νερό ενός χωριού του Κάμπου

Γεώργιος Μανιαδάκης, Το νερό ενός χωριού του Κάμπου, Κεντρί Ιεράπετρας 2014, σελ. 70

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ιστορική διαδρομή της ύδρευσης και της άρδευσης ενός χωριού της Κρήτης

  Δεν είναι ποίηση, ούτε αναφέρεται γενικά στο νερό, όπως η ποιητική συλλογή «Το νερό» του  συμπατριώτη μας ποιητή Μανόλη Πρατικάκη, αλλά μελέτημα, και το νερό προσδιορίζεται: Το νερό ενός χωριού του Κάμπου. Ο τόπος έκδοσης που αναγράφεται στο κάτω μέρος του εξωφύλλου δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το ποιο είναι αυτό το χωριό: είναι το Κεντρί.
 Το Κεντρί είναι και το χωριό από όπου κατάγεται η μητέρα μου, και από το οποίο έχω κι εγώ πάρα πολλές αναμνήσεις μέχρι τα οκτώ μου χρόνια, όταν η γιαγιά μου έσπασε τη λεκάνη της και τη φέραμε στο χωριό μας, το Κάτω Χωριό, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Για το ότι το Κεντρί είναι το χωριό της μάνας μου το γράφω και στην παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου του Γιώργη, το «Κεντρί, το χωριό των σταμνάδων», χωρίς να γράφω όμως για τη γιαγιά μου.
Ο Γιώργης, όπως έκανε και στο προηγούμενο βιβλίο του, πριν μιλήσει για το θέμα του μιλάει γενικά για το χωριό, τοποθετώντας το γεωγραφικά και δίνοντας μια σύντομη περίληψη της ιστορικής του διαδρομής στο πρώτο κεφάλαιο, ενώ στο δεύτερο μιλάει περισσότερο για την κοινωνική μετάβαση από μια κοινωνία αυτάρκειας και αυτοκατανάλωσης σε μια κοινωνία της αγοράς. Στο τρίτο μέρος μιλάει για την εξέλιξη της ύδρευσης του χωριού από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι της μέρες μας.
Πριν από το σημερινό δίκτυο στα αστικά πρότυπα υπήρχε η υδροδοτική αλυσίδα Γουρνί-βλυκάτο-δεξαμενάκι-δεξαμενή στον Καλέ και από εκεί στις πέντε βρύσες του οικισμού. Ακόμη και «Μετακατοχικά, η υδροδοτική αλυσίδα… δεν έχει αλλάξει. Το βλυκάτο λειτουργεί με όλα τα προβλήματα που μπορεί να έχει ένας ανοιχτός υδραγωγός. Έτσι, από την παράδοση, μπορεί να συλλέξει κανείς ιστορίες για γέλια και για κλάματα, που προκαλούν απορίες, οργή και αγανάκτηση. Παραδείγματος χάριν, για τα οικόσιτα ζώα και τα ζώα της εξοχής, που πίνουν και αποπατούν στο βλυκάτο και για τους ανθρώπους που αβασάνιστα και απερίσκεπτα πλύνουν χέρια, πόδια, τρόφιμα, ακόμη και ρούχα στο νερό του βλυκάτου. Οι πάντες τα γνωρίζουν, όμως κανένας δε διαισθάνεται τον κίνδυνο των επιδημιών από το ακατάλληλο ανθυγιεινό νερό και όλοι εφησυχάζουν με την πατροπαράδοτη ρήση: «μην το φοβάσαι το τρεχούμενο νερό, είναι ακίνδυνο» (σελ. 34).
Ας μην έχουμε πάντα εμπιστοσύνη στη λαϊκή σοφία. Μια επιδημία τύφου που κρατάει κοντά δυο χρόνια και για την οποία ενοχοποιείται το νερό που ερχόταν με το βλυκάτο έχει σαν αποτέλεσμα των θάνατο αρκετών κεντριανών, μεταξύ των οποίων και της μητέρας του Γιώργη.
Και ενώ η υδροδοτική αυτή αλυσίδα τροφοδοτούσε με πόσιμο νερό το Κεντρί, τα πηγάδια ήταν η κύρια πηγή της άρδευσης των κήπων και των αγρών του. Γι’ αυτά μιλάει ο Γιώργης στο επόμενο κεφάλαιο, ενώ το μεθεπόμενο το αφιερώνει στους τρόπους άντλησης του νερού απ’ αυτά.
Ό,τι γράφει για τα πηγάδια και τους τρόπους άντλησης του νερού ισχύει και για την ευρύτερη περιοχή και όχι μόνο για το Κεντρί. Στο σπίτι στο χωριό έχουμε κι εμείς ένα πηγάδι, 4.50 μέτρα βάθος, από όπου παλιά σέρναμε νερό με ένα μαγγάνι για να ποτίζουμε τα μποστανικά, τις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές, για να ποτίζουμε τα ζώα και να πλένει η μητέρα μου τα ρούχα. Για να πίνουμε, ποτέ. Φέρναμε νερό με το σταμνί από τη μικρή βρύση. Εγώ, όταν ήμουν μικρός, με το λαΐνι, όταν μεγάλωσα κι εγώ με το σταμνί. Μετά από κάποια χρόνια ο πατέρας μου αγόρασε βενζινομηχανή. Έκανε διαβολεμένο θόρυβο. Αφού βλακωδώς επέμενα να την επιδιορθώνω όταν χάλαγε, αγόρασα επί τέλους βατραχάκι, που είναι αθόρυβο, δεν θέλει ιδιαίτερη φροντίδα και είναι αρκετά φτηνότερο σε σχέση με τη βενζινομηχανή. Το 1958 άνοιξε ο πατέρας μου στο χωράφι που είχαμε στον κάμπο δίπλα στον αμαξιτό δρόμο πηγάδι 28 μέτρα βάθους και τοποθέτησε ανεμόμυλο σιδερένιο, προέλευσης Chicago. Για αυτούς τους ανεμόμυλους μιλάει ο Γιώργης διεξοδικά. Αργότερα κάναμε σύνδεση και με το δίκτυο από το φράγμα των Μπραμιανών σε περίπτωση που χάλαγε ο μύλος, και πιο ύστερα, όταν ήταν πια ασύμφορο να τον φτιάχνουμε κάθε λίγο και λιγάκι, αγόρασα βατραχάκι, πολύ μεγαλύτερο βέβαια. Καλές οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, αλλά τον πρώτο λόγο τον έχει δυστυχώς το κόστος.
Το Παράρτημα, στο οποίο κατά συνθήκη παρατίθεται πρόσθετο πληροφοριακό υλικό που συχνά οι αναγνώστες παραλείπουν να το διαβάσουν, εδώ είναι εξίσου σημαντικό με τον κύριο κορμό του βιβλίου και γι’ αυτό θα παραθέσουμε τα περιεχόμενά του. Το πρώτο κείμενο στο Παράρτημα είναι «Ένα σημαντικό νοταριακό έγγραφο για την ιστορία του Κεντριού». Παραθέτω τη δεύτερη παράγραφο.
«Μια δεύτερη αποκάλυψη στο εν λόγω έγγραφο είναι η ορθή ονομασία του αρχαίου οικισμού βόρεια του Κεντριού, πιθανόν ρωμαϊκής περιόδου, με την ονομασία Μουρκάτο (το)» (σελ. 59). Η λέξη αυτή υπάρχει και στο γλωσσάρι του εγγράφου που παρατίθεται αμέσως μετά.
Στα «Μουρκάτα» είναι και το χωράφι που κληρονόμησα από τη μάνα μου, όμως ο ξάδελφός μου ο Κωστής που το έχει σεμισακό το λέει «Στα Ακόνια».
Να βρίσκεται άραγε στα σύνορα; Τα Ακόνια κατονομάζονται σαν τοπωνύμιο σε άλλο σημείο του βιβλίου.
Στο παράρτημα υπάρχει επίσης ένα ξεχωριστό κείμενο για τα «Τουρκο-αλβανικά τοπωνύμια στο Κεντρί». Γράφει ο Γιώργης.
«Η συλλογή των τοπωνυμίων έγινε από την προφορική παράδοση και από την τοπωνυμική έρευνα, η οποία έγινε από τους μαθητές του Δημοτικού Σχολίου Κεντριού κατά το σχολικό έτος 1952-1953. Την έρευνα επιμελήθηκε ο αείμνηστος δάσκαλος Παναγιώτης Κορνιωτάκης».
Ο Κορνιωτάκης ήταν χωριανός μου. Και μια και αυτοβιογραφούμαι στις βιβλιοκριτικές μου θα γράψω και το παρακάτω.
Έρχεται η μάνα μου στενοχωρημένη στο σπίτι. Τι είχε συμβεί;
Κάποιος της μετέφερε μια συζήτηση που είχαν στο καφενείο. Ένας χωριανός λέει ότι ο Χαραλάμπης του Μανώλη του Δερμιτζή είναι καλός μαθητής. Και πετάγεται ο δάσκαλος ο Κορνιωτάκης και διορθώνει: «Ήτανε».
Είχε απόλυτο δίκιο.
Στο δημοτικό ήμουν από τους πρώτους μαθητές. Με τον συγχωρεμένο το Γιακουμή είχαμε το μεγαλύτερο βαθμό στο ενδεικτικό όλα τα χρόνια: 10, 9, 9, 8, 8.50, 9. (Ας μην προκαλεί έκπληξη το 8 και το 8,50, οι βαθμολογίες δεν είχαν ακόμη εξευτελιστεί με τον πληθωρισμό). Στο γυμνάσιο όμως δεν ήμουν καλός μαθητής. Στο δημοτικό τα κατάφερνα χωρίς διάβασμα να είμαι μεταξύ των πρώτων, στο γυμνάσιο όμως έπρεπε να διαβάζω. Εγώ βέβαια διάβαζα, Ντοστογιέφσκι, Νίτσε, ξένες γλώσσες, οτιδήποτε εκτός από τα μαθήματά μου.
Όμως ας συνεχίσουμε με το βιβλίο του Γιώργη.
Ένα άλλο κείμενο αναφέρεται στον «Οθωμανικό πύργο (kule) του Κεντριού-γενικό ιστορικό πλαίσιο». Στο επόμενο κείμενο, πιο ειδικό για τον «Καλέ (Kule) του Κεντριού» ο Γιώργης γράφει:
«Οι υπόλοιποι οθωμανικοί πύργοι του ισθμού είχαν την εξής τύχη: του Παχύ άμμου δεν υπάρχει, της Βασιλικής, πάνω σε ένα λόφο νότια του οικισμού, υπάρχει μισοερειπωμένος ενώ ο κεντρικός πύργος (Kisla), η Καζάρμα της Επισκοπής, υπάρχει επίσης μισοερειπωμένος.
Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχω ανακαλύψει κάποια φωτογραφία ή απεικόνιση του πύργου του Κεντριού. Από τις ακαθόριστες πληροφορίες των γραπτών πηγών και τις πενιχρές αφηγήσεις της συλλογικής παράδοσης υποθέτω ότι ο πύργος του Κεντριού ίσως είχε το σχεδιασμό της Καζάρμας της Επισκοπής σε μικρότερη κλίμακα» (σελ. 62).
Για να μην έχει την ίδια τύχη και η Καζάρμα, το καλοκαίρι που μας πέρασε την επισκεφτήκαμε με τη Γιώργη (να ’ναι καλά που με το βιβλίο του μου κέντρισε το ενδιαφέρον, τον πήρα και πήγαμε – αυτός ήξερε το δρόμο, εγώ θα πήγαινα για πρώτη φορά) και τράβηξα φωτογραφίες.
Τα τρία υπόλοιπα κείμενα του παραρτήματος είναι «Δεινοπαθήματα κεντριανών κατά την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη», «Ονόματα κεντριανών των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν κατά την επανάσταση του 1821» και «Ονόματα σφαγιασθέντων κεντριανών κατά την επανάσταση του 1821 των οποίων οι περιουσίες δημεύτηκαν και αργότερα αποδόθηκαν στους κληρονόμους τους», με τα ονόματα στην οθωμανική γραφή (σε φωτογραφία) και σε μετάφραση.
Την διεξοδικότητα της έρευνας και την επιστημονικότητα της προσέγγισης του θέματος τη διαπιστώσαμε και στο προηγούμενο έργο του Γιώργη Μανιαδάκη που μιλούσε για την αγγειοπλαστική του Κεντριού. Το φωτογραφικό υλικό, τοποθετημένο στις κατάλληλες σελίδες και όχι στο τέλος του βιβλίου όπως γίνεται συχνά για τη μείωση του κόστους της έκδοσης κάνουν ευχάριστη την ανάγνωση, καθώς αυτό του οποίου την περιγραφή διαβάζει ο αναγνώστης το βλέπει και σε φωτογραφία στη διπλανή σελίδα.
Το μπράβο είναι λίγο, το καλοτάξιδο μια περιττή ευχή, γιατί πιστεύουμε ότι το βιβλίο αυτό θα διαβαστεί πλατιά και θα αγαπηθεί.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment