Book review, movie criticism

Monday, December 8, 2014

José Luis Cuerda, The blind sunflowers




  Ας ξεκινήσουμε με μια μικρή περίληψη του έργου.
Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1940 στην Ισπανία, λίγο μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου. Η Έλενα κρύβει τον άντρα της στο σπίτι, κυνηγημένο δημοκρατικό. Η κόρη της, έγκυος, και ο αρραβωνιαστικός της, αριστερός ποιητής και καταζητούμενος, θα προσπαθήσουν να περάσουν τα πορτογαλικά σύνορα. Δεν θα τα καταφέρουν.
Ο Σαλβαδόρ, πρώην στρατιωτικός και νυν διάκονος, ερωτεύεται την Έλενα, ο γιος της οποίας είναι μαθητής του. Πηγαίνοντας απροειδοποίητα στο σπίτι της και κοιτάζοντας να τη βιάσει, αποκαλύπτεται ο άνδρα της καθώς προσπαθεί να τον εμποδίσει. Ανοίγει τα παράθυρα φωνάζοντας την αστυνομία. Ο άντρας αυτοκτονεί. Η Έλενα και ο γιος της φεύγουν για το χωριό, σε μια θεία.
Και τώρα τα σχόλια.
Σε προηγούμενες αναρτήσεις μας μιλήσαμε για ταινίες με περισσότερο ή λιγότερο συνηθισμένες θεματικές. Παλιά μιλήσαμε για films à thèse, κατά το romans à thèse. Η ταινία αυτή μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για ταινίες με happy ή unhappy end.
Το happy end δίνει ένα αίσθημα αισιοδοξίας, που φαίνεται συνήθως σε ολόκληρο το έργο, ενώ το unhappy end δίνει το ακριβώς αντίθετο συναίσθημα, της απαισιοδοξίας μπροστά στην τραγικότητα της ζωής, που φαίνεται επίσης σε ολόκληρο το έργο. Στην ταινία αυτή φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά από το ότι η αποτυχία του ζευγαριού να περάσουν τα σύνορα (η κοπέλα πεθαίνει λίγο μετά τη γέννα σε μια αποθήκη ενώ ο νεαρός σκοτώνεται λίγο αργότερα από τους συνοριακούς φρουρούς) δεν γίνεται καθόλου «κατά το εικός και το αναγκαίον» όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, και ούτε υπαγορεύεται από την οικονομία του έργου. Θα μπορούσαν μια χαρά να περάσουν τα σύνορα, χωρίς αυτό να επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην υπόλοιπη πλοκή.
Ο Σαλβαδόρ, μια βδελυρή εκδοχή του «Πάτερ Σέργιου» του Τολστόι, σε έναν δημοκρατικό θα προκαλούσε την αποστροφή και σε ένα φαλαγγίτη τον οίκτο.
Σε μια σκηνή στην αρχή της ταινίας βλέπουμε τα παιδιά στο σχολείο να τραγουδούν ένα τραγούδι για την Ισπανία και τον Φράνκο. Ξαφνικά ο διευθυντής πλησιάζει το γιο της Έλενας και τον ρωτάει: «Εσύ γιατί δεν τραγουδάς, παιδί μου;». «Μα τραγουδάω», του απαντάει ο μικρός. «Τραγουδάς; Νομίζεις ότι είμαι βλάκας; Δεν ξέρεις τα λόγια ή δεν σου αρέσει το τραγούδι;» ξαναρωτάει ο διευθυντής.
Επεμβαίνει η μητέρα του για να τον δικαιολογήσει.
Και θυμήθηκα.
Είμαι στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως στην Κόρινθο, Φλεβάρης του 1973. Είμαστε παραταγμένοι και τραγουδάμε ένα τραγούδι της χούντας. Εγώ απλώς ανοιγοκλείνω τα χείλια μου, χωρίς να βγάζω ήχο.
Πώς διάβολο το κατάλαβε ο δόκιμος που ήταν εκπαιδευτής μας; Τρέχει προς το μέρος μου και σκύβει το κεφάλι του προς το στόμα μου, βάζοντας την παλάμη του στο αυτί του για να κάνει χωνί.
Δεν είχα σκοπό να το παίξω ήρωας, και άρχισα να τραγουδάω.
Στράνης το επίθετό του, δεν θυμάμαι το μικρό.
Странный στα ρώσικα σημαίνει παράξενος.
Από το λόφο του Στράνη παρακολουθούσε ο Σολωμός την πολιορκία του Μεσολογγίου.

Post a Comment