Book review, movie criticism

Monday, December 7, 2015

Τζένη Χειλουδάκη, Η μαύρη βίβλος



Τζένη Χειλουδάκη, Η μαύρη βίβλος, Anima εκδοτική 2015, σελ. 320

Σε δεύτερη έκδοση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anima το βιβλίο της Τζένη Χειλουδάκη «Η μαύρη βίβλος», 12 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση. Είχε προηγηθεί το «Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο» και «Αίγλης και κρίσης γωνία», βιβλία για τα οποία έχουμε γράψει.
Τις αφηγηματικές αρετές των βιβλίων αυτών τις είχαμε επισημάνει, και τις επιβεβαιώνουμε και σ’ αυτό. Πέρα όμως από τη λογοτεχνικότητα του βιβλίου, οι ιστορίες που αφηγείται η αρχικά τραβεστί και στη συνέχεια τρανσέξουαλ Χειλουδάκη, προσωπικές της ιστορίες από την εποχή που όλα τα media ήταν στραμμένα πάνω της, είναι από μόνες τους ενδιαφέρουσες.
Τις ιστορίες της τις κατατάσσει θεματικά σε τρεις κατηγορίες, όσα και τα μέρη του βιβλίου, ανάλογα με τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτές: «Οι παρεξηγημένοι», «Οι γραφικοί» και «Οι σκληροπυρηνικοί». Οι παρεξηγημένοι και οι γραφικοί είναι οι περίπου «νορμάλ» μέσα στη διαστροφή τους. Οι σκληροπυρηνικοί όμως προκαλούσαν την αποστροφή και της ίδιας της Χειλουδάκη, και φυσικά του αναγνώστη. Τέτοιος ήταν για παράδειγμα ο σατανιστής, τέτοιος ήταν ο κοπρολάγνος, ο νεκρόφιλος ίσως λιγότερο, όμως αυτός που της προκάλεσε αληθινό αποτροπιασμό, και σε μας το ίδιο, ήταν ο «ζωόφιλος».
Οι πλούσιοι πελάτες της, από το χώρο του χρήματος, της πολιτικής και της τέχνης,  κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα. Όμως αυτό δεν καθησύχασε τους πάλαι ποτέ πελάτες της, και η Χειλουδάκη δέχτηκε πολλές απειλές για να μην εκδώσει αυτό το βιβλίο. Σκληρό καρύδι όμως, δεν ενέδωσε.
Δεν ξέρω αν κάποιος, με τις κειμενικές ενδείξεις, μπορεί να αποκαλύψει κάποια από τα πρόσωπα αυτά, αλλά τον απλό αναγνώστη λίγο νομίζω τον ενδιαφέρει. Την γενική εικόνα εξάλλου την έχουμε, και κατά καιρούς τα ΜΜΕ προσθέτουν σ’ αυτήν.
Το κεφάλαιο «Απολογισμός και εκτιμήσεις» από το πρώτο μέρος έχει ιμαγκολογικό ενδιαφέρον. Imagologie είναι η επιστήμη που μελετάει τα στερεότυπα που έχουν σχηματισθεί για λαούς, κοινωνικά στρώματα και τάξεις. Και τα στερεότυπα αυτά δεν είναι «οριενταλισμοί», δηλαδή σαν τα, κατά τον Edward Said, λαθεμένα στερεότυπα που έχουν σχηματίσει οι δυτικοί για τους άραβες, αλλά έχουν αρκετή βάση μια και, όπως λέει η παροιμία, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Ας παραθέσουμε όμως μια απολαυστική κρίση για τους ιταλούς: «Έχουν παθολογική μανία με την τέχνη, που ακόμα και η κουράδα τους δίνει εντύπωση μοντέρνου γλυπτού» (σελ. 51-52).
Αργότερα θα σούρει πολλά στους καλλιτέχνες. Διαβάζοντας το τι γράφει συνειδητοποιώ ακόμη μια φορά το πόσο μπορεί να διαφέρουν οι τέχνες μεταξύ τους. Η λογοτεχνία, η μουσική και ο κινηματογράφος είναι οι «λαϊκές» τέχνες. Κάπως λιγότερο το θέατρο. Η ζωγραφική και η γλυπτική όμως είναι τέχνες της πλουτοκρατίας. Εν τάξει, υπάρχουν φιλότεχνοι από χαμηλά στρώματα που επισκέπτονται εκθέσεις ζωγραφικής, όμως για την πλουτοκρατία τα έργα τέχνης είναι κυρίως αντικείμενα στα οποία μπορούν να επενδύσουν, σαν να είναι μετοχές. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε πήγα για τελευταία φορά σε έκθεση ζωγραφικής, όμως διαβάζω, βλέπω ταινίες και ακούω μουσική καθημερινά. Δεν πηγαίνω όμως καθημερινά στον κινηματογράφο, και πολύ σπάνια στο μέγαρο.
Αλλά ας παραθέσουμε ακόμη κάποια αποσπάσματα.
Το παρακάτω το κάνω copy and paste από τη βιβλιοκριτική κάποιου που βρήκα στο διαδίκτυο:
«Ο γέρος ήταν ζάπλουτος, πάτησε επί πτωμάτων και έκοψε το λουφέ σε ανταγωνιστές. Μέχρι και υπουργούς ανεβοκατέβαζε κατά το κέφι του. Ήξερε να κρατάει τις κυβερνήσεις απ’ τα αρ@@δια (φανταστείτε τώρα τι γινόταν με κυβερνήσεις που δεν είχαν αρ@@δια!). Ξεκίνησε από πολύ χαμηλά και είχε κάνει δύο γάμους. Την πρώτη του γυναίκα δεν τη γνώρισα ποτέ. Όταν ήταν με εκείνη, είχε σκαρώσει ένα εξώγαμο με μια Βραζιλιάνα. Το μπάσταρδο αυτό ήταν ο πιτσιρίκος που κουβαλούσε μαζί μας! Εκβίαζε το ίδιο του το παιδί να κάνει όλα αυτά για να το αναγνωρίσει και να έχει δικαίωμα στην περιουσία του!» (σελ. 172).
Διαβάζουμε:
  «Βάλτε καλά στο μυαλό σας πως ο κόσμος τον οποίο συναναστράφηκα δεν είναι ο κοσμάκης που νομίζει ο καθένας σας ότι συχνάζει με τραβεστί και τρανς. Βάλτε καλά στο μυαλό σας πως ένα κανονικό πορτοφόλι δεν αντέχει τις απαιτήσεις που προβάλλουν αυτοί οι μεγάλοι… δεν μπορεί ο κάθε μεροκαματιάρης… Γιατί για ένα απλό τσιμπουκ@κι»... ο «Μεγάλος» ξεκίναγε με το τριπλάσιο του μισθού ενός «απλού ανθρωπάκου»… Αν ξέρατε πού καταλήγουν οι φόροι σας, πού διοχετεύεται το δημόσιο και το «ιδιωτικό» χρήμα…» (σελ. 114).
Ξέρουμε, ξέρουμε Τζένη μου. Και με τα μνημόνια πληρώνουμε σήμερα τα γ@μις@τικ@ τους.
Και ένα τελευταίο:
«… και τα ουρί του Παραδείσου που λέει το Κοράνι μου εξήγησε δεν είναι οι θεογκόμενες που νομίζουμε εμείς οι αδαείς Ευρωπαίοι, αλλά πανέμορφα αμούστακα αγοράκια…» (σελ. 251).
Αυτά της λέει ο άραβας μεγιστάνας, και φυσικά δεν θα ψάξω να δω αν είναι αλήθεια. Αυτό που έχω διαβάσει εγώ είναι πως πρόκειται για 72 (ή 78) παρθένες που περιμένουν τους μάρτυρες στον Παράδεισο. Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες, λέτε να πρόλαβαν να τις ξεπαρθένιασαν όλες οι επτά τζιχαντιστές που σκόρπισαν το θάνατο πρόσφατα στη Γαλλία;
Παρεμπιπτόντως, για τις γυναίκες-μάρτυρες (υπάρχουν και τέτοιες) τι προβλέπεται στον μουσουλμανικό Παράδεισο; Αν ξέρει κάποιος ας μας πει.
Το να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα περισσότερο ή λιγότερο δεν έχει σημασία. Το βιβλίο όμως της Χειλουδάκη, έτσι κι αλλιώς, είναι ανεπανάληπτο και αξίζει να το διαβάσετε. Και δεν είναι μόνο οι ενδιαφέρουσες, «πραγματικές» ιστορίες που δεν θα τις βρει ο αναγνώστης πουθενά αλλού, αλλά και οι αφηγηματικές του αρετές με το διάσπαρτο χιούμορ που κάνουν ευχάριστη την ανάγνωση, έστω και αν, σε κάποια σημεία, μας έρχεται να κάνουμε εμετό, όπως έκανε και η ίδια.
Post a Comment