Το επισυναπτόμενο βίντεο νομίζω ότι είναι μια από τις πιο συγκινητικές
στιγμές στην ιστορία του ερασιτεχνικού αθλητισμού.
Η ιστορία με λίγα λόγια πάει κάπως έτσι.
Ένα ζευγάρι αποκτά ένα παιδί που έχει σοβαρή ανατομική αναπηρία. Οι γιατροί
τους λένε ότι το παιδί δεν θα έχει νοητική ανάπτυξη και δεν τους δίνουν
ελπίδες για το μέλλον του.
Ο μπαμπάς του σε πείσμα όλων των αντίθετων απόψεων αποκτά ένα κώδικα
επικοινωνίας μαζί του και το παιδί αναπτύσσεται νοητικά κανονικά και
πηγαίνει στο σχολείο. Ο μικρός κάποια στιγμή ζητά από τον μπαμπά του να
αθληθεί. Ο μπαμπάς δεν έχει καμία σχέση με τον αθλητισμό και αρχίζει να
προπονείται κουβαλώντας τον μικρό του γιό στα χέρια για να έχει κι αυτός
την χαρά του αθλητισμού!!!
Το εκπληκτικό? Ο μπαμπάς πλέον έχει τρέξει δεκάδες μαραθώνιους και ironman
πάντοτε με τη συντροφιά του γιού του!!
Το video δείχνει τη συμμετοχή τους σ' ένα ironman. Ο Dick Hoyt κολυμπάει
έχοντας δεμένο πάνω του το γιό του σε βάρκα (!), μετά ποδητατεί 180
χιλιόμετρα (!) με το γιό του σε ειδική θέση πάνω στο ποδήλατο και τέλος
τρέχει κι ένα μαραθώνιο σπρώχνοντας το αναπηρικό καρότσι του γιού του!!
Μια συγκινητική και απίστευτα δυνατή ιστορία.
Book review, movie criticism
Thursday, July 24, 2008
Friday, July 18, 2008
Saturday, July 12, 2008
Hasse Petersen, Δανός ελληνιστής.

Με βρήκε μέσω του συγχωρεμένου καθηγητή Γεώργιου Αμαριανάκη. Χρησιμοποιούσε το βιβλίο μου "Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά" σαν εγχειρίδιο στην τελευταία τάξη των μαθητών του στη Σχολή Επιμόρφωσης, όπου δίδασκε ελληνικά, στη Δανία. Κάποιοι μαθητές του το επισκέφτηκαν, από περιέργεια (Κάτω Χωριό Ιεράπετρας).
Ορισμένες κρητικές λέξεις δεν τις ήξερε, και έπρεπε να με ρωτήσει για τη σημασία τους.
Μόλις πήρα ένα email του, που μου ζητά την άδεια να βάλει στην ιστοσελίδα του κάποιες παραγράφους από το βιβλίο μου, και δυο φωτογραφίες, μια του εξωφύλλου του βιβλίου μου και μια δική μου, που την πήρε τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε, πριν κοντά μια δεκαετία. Έχω τα κιλάκια μου, αλλά την αναρτώ.
Εδώ είναι η ιστοσελίδα του Hasse
http://www.kretakultur.dk/
Wednesday, July 9, 2008
Sunday, July 6, 2008
Ελένη Γκίκα, Υγρός Χρόνος, Άγκυρα 2008
Μια ακόμη βιβλιοπαρουσίαση, του τελευταίου μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα, Υγρός Χρόνος, Άγκυρα 2008
Ελένη Γκίκα, Υγρός Χρόνος, Άγκυρα 2008.
Με τον «Υγρό Χρόνο» η Ελένη Γκίκα κλίνει την τριλογία που προανήγγειλε στα δυο προηγούμενα έργα της, το «Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς» και το «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω», βιβλία που έχουμε παρουσιάσει.
Χθες βράδυ στην Άγκυρα έγινε η παρουσίαση του βιβλίου, μαζί με το Maybe του Χρήστου Παπαμιχάλη. Μαζί και εδώ, όπως και στο blog, Alef και Moha. Ο Nuwanda συντόνιζε, η Ντανιέλα διάβασε αποσπάσματα, η Eva stamou μίλησε για τα βιβλία, καθώς βέβαια και οι συγγραφείς. Η κουβεντούλα που ξεκίνησε ανάμεσά τους επεκτάθηκε και στο κοινό.
Ειπώθηκε ότι η Γκίκα παραμένει η ίδια, όπως και στα προηγούμενα έργα της. Ο αντίλογος ήταν ότι όλοι οι συγγραφείς επαναλαμβάνονται. Το έργο τους δεν είναι παρά ένα θέμα με παραλλαγές. Ως αναγνώστης και ως βιβλιοκριτικός μπορώ να επιβεβαιώσω, διαψεύδοντας τον Χάρολντ Μπλουμ, που μιλάει για την αγωνία της επίδρασης. Εδώ δεν υπάρχει καν αγωνία της επανάληψης, πού να υπάρξει η αγωνία της επίδρασης! Ελάχιστοι είναι οι συγγραφείς που ξεφεύγουν, υφολογικά κυρίως, σε πειραματικές αναζητήσεις που συνήθως δεν επαναλαμβάνουν, όπως ο Μάρκες στο «Φθινόπωρο ενός Πατριάρχη», ένα ασθματικό μονόλογο ενός δικτάτορα που δεν λέει να βάλει τελεία.
Η Γκίκα όμως προλαβαίνει την ένσταση και απαντάει μέσα στο βιβλίο:
«Η λογοτεχνία αποτελείται τελικά από έμμονες ιδέες, όπως η θάλασσα από αλμυρό νερό. Και ο καθένας ξέρει ν’ απαντήσει εύκολα μόνο σ’ ένα αίνιγμα, μόνο σ’ ένα γρίφο» (σελ. 83).
Αλλά αν ο συγγραφέας δεν έχει την αγωνία της επανάληψης, ο βιβλιοκριτικός την έχει. Και για να μην κατηγορηθώ ότι επαναλαμβάνω τον εαυτό μου, θα πρωτοτυπήσω κάνοντας νομότυπα copy and paste την παράγραφο όπου αναφέρομαι στο ύφος της Γκίκα, στην προηγούμενη βιβλιοπαρουσίασή μου στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας, το «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω».
«Τα κείμενά της έχουν το χαρακτήρα του εσωτερικού μονόλογου, με την αποσπασματικότητα και την ελλειπτικότητα που χαρακτηρίζουν τη σκέψη. Με την πυκνότητα του αποφθέγματος και την κρυπτικότητα της σύγχρονης ποίησης, διαθέτουν ελάχιστη «περισσότητα», για να χρησιμοποιήσουμε ένα όρο της σημειωτικής. Δεν γίνεται να υπερπηδήσεις τίποτα, δεν γίνεται να παραλείψεις τίποτα, το μήνυμα αλλοιώνεται, αφού σχεδόν κάθε πρόταση είναι και ένα αυτόνομο μήνυμα. Είναι χαρακτηριστικό το μικρό μέγεθος των περιόδων, όπου συχνά μια και μόνη πρόταση αυτονομείται σε περίοδο».
Τώρα το θυμήθηκα, διαβάζοντας το βιβλίο έγραψα μια παράγραφο για το ύφος, για να την κολλήσω στη βιβλιοπαρουσίαση που θα έγραφα. Και κολλάει γάντι στην παρατήρηση που έκαναν χθες σχεδόν όλοι οι ομιλήσαντες, ότι η Ελένη δεν είναι εύκολη συγγραφέας, ότι μόνο με πολύ μεγάλη προσοχή μπορεί να διαβαστεί.
«Υπάρχουν πολλά μικρά αφηγηματικά κενά που απαιτούν ανάγνωση απερίσπαστη, με τεντωμένες τις κεραίες, και που ο αναγνώστης θα ευχόταν να ήταν λιγότερα. Όμως τότε θα είχε να κάνει με άλλο βιβλίο. Γιατί το ύφος είναι το βιβλίο, και αυτό είναι το ύφος της Γκίκα».
Το ύφος τελικά είναι η ταυτότητα, και ένας συγγραφέας, ως προς το ύφος τουλάχιστον, δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνεται.
Μπορεί ένας συγγραφέας να επαναλαμβάνεται, όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επόμενο έργο του έχει βγει με καρμπόν από το προηγούμενο. Επινοεί βελτιώσεις,
προσθέτει καινούρια πράγματα. Γράφω στο προηγούμενο σημείωμα ότι η Γκίκα χρησιμοποιεί την πλοκή προσχηματικά. Αλλά ακόμη και μια προσχηματική πλοκή μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο συναρπαστική. Εδώ, παρά την προσχηματικότητα της πλοκής, η Ελένη βρήκε τον τρόπο να την κάνει πιο ελκυστική. Η αφήγηση ξεκινάει με δυο σασπένς, που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα. Υπάρχει ένας νεκρός. Το πρώτο σασπένς είναι «σαπένς του ποιος». Είναι όντως ο νεκρός ο Άγγελος, ή είναι κάποιος άλλος, όπως διατείνεται η γυναίκα του; Το δεύτερο είναι «σασπένς του πώς». Πώς πέθανε ο νεκρός; Ατύχημα, δολοφονία ή αυτοκτονία;
Και, τώρα που το σκέφτομαι, οι αναγνωστικές προσδοκίες δημιουργούν σασπένς για τις οποίες ο συγγραφέας είναι ανύποπτος, και γι αυτό δεν λύνονται. Ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι ο Easy Rider. Το προσωπικό σασπένς ήταν αν έχουμε την ίδια μηχανή. Εγώ έχω μια τετρακοσάρα χόντα steed. Αυτός; Δεν μας λέει η Ελένη. Αλλά ας μη το χαρακτηρίσουμε κι αυτό αφηγηματικό κενό.
Στο βιβλίο εμφανίζονται πρόσωπα από το προηγούμενο μυθιστόρημά της, όπως η Λόλα Λαμπίρη και η Πέτρα φον Πιέτρη. Δεν είναι πρωτοτυπία της Γκίκα, το έχουν κάνει και άλλοι συγγραφείς, νομίζω ο Ξανθούλης στα πρώτα έργα του, και ο Ερνέστο Σάμπατο, ελάχιστοι πάντως. Α, ναι, θυμήθηκα, και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς.
Μπορεί ένας συγγραφέας να επαναλαμβάνεται, όμως αυτό δεν εμποδίζει να είναι υφολογικά ή αφηγηματικά πρωτότυπος σε σχέση με τους άλλους συγγραφείς. Και η Ελένη έχει μια αφηγηματική πρωτοτυπία που αποζημιώνει για το δύσκολο ύφος της. Δημιουργεί μια retardation, επιβράδυνση, η οποία χρησιμοποιείται συνήθως για αύξηση του σασπένς, που όμως εδώ δεν μπορεί να λειτουργήσει μ’ αυτό τον τρόπο, παρά το σασπένς που ενυπάρχει, καθώς η πλοκή είναι προσχηματική,. Η επιβράδυνση αυτή δημιουργείται με την παρεμβολή σχολίων πάνω σε βιβλία και συγγραφείς. Έτσι το μυθιστόρημα αυτό της Γκίκα αποκτά και μια εγκυκλοπαιδική διάσταση. Οι αγαπημένοι συγγραφείς που σχολιάζει με την περσόνα της Σαβίνας Στεργίου είναι, ανάμεσα στους άλλους, η Σύλβια Πλαθ, ο Αρτούρ Ρεμπώ, ο Ίρβιν Γιάλομ, και φυσικά ο Μπόρχες. Δεν απουσιάζουν και οι Έλληνες, όπως ο Δημήτρης Καρύδας και ο Δημήτρης Μίγγας.
Στο έργο υπάρχουν επίσης στίχοι, όπως και στα προηγούμενα, μόνο που λιγοστεύουν, όπως λιγοστεύουν τα χορικά στον Ευριπίδη. Οι ιδέες μένουν αισθηματικά γυμνές, για να γίνουν πιο ευκρινείς. Ίσως κάποιο επόμενο έργο της να είναι καθαρό δοκίμιο. Τη στροφή αυτή την έχει κάνει άλλωστε η φίλη της η Μάρω Βαμβουνάκη.
Στο προηγούμενο έργο της επισημάναμε το εφέ της επανάληψης. Εδώ απουσιάζει. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εφέ, εφέ απαρίθμησης, που εκτείνεται σε κοντά τρεις σελίδες. Είναι διάφορες απαντήσεις στο ερώτημα: Γιατί γράφουμε;
Επιλέγω αυτές που με εκφράζουν.
«Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί… Για να πω κάτι καινούριο… Για να ψυχαγωγήσω και να ευχαριστήσω τον εαυτό μου… Για να καταγράψω τις διάφορες περιόδους που έζησα…» (σελ. 143-145).
Υπάρχει και το «Για να γοητεύσω μια ωραία γυναίκα».
Αυτό εγώ το έκανα με τις ξένες γλώσσες, πριν γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Κάθε βδομάδα ξεπέταγα και από μια ξένη γλώσσα, σε επίπεδο «άνευ διδασκάλου» φυσικά. Για να γοητεύσω μια ωραία γυναίκα.
Δεν τα κατάφερα. Έτσι τις παράτησα απογοητευμένος.
Υπάρχει και ένα ανέκδοτο, που θα μπορούσε να το ενσωματώσει η Ελένη σε μια μεταγενέστερη έκδοση.
Το είπε ένας αμερικανός συγγραφέας.
Ο συγγραφέας είναι σαν την πόρνη.
Στην αρχή γράφει γιατί του αρέσει.
Μετά για να ικανοποιήσει τους φίλους του.
Στο τέλος γράφει για τα λεφτά.
Υπάρχει πιο εντυπωσιακό εφέ τέλους από ένα ανέκδοτο; Ας σταματήσουμε εδώ.
Μπάμπης Δερμιτζάκης, 3-7-2008
Και επί τη ευκαιρία, ένα υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, από το τελευταίο συνέδριο του Αριστοτέλη Ράπτη στην Κεφαλονιά. Πατάτε το 8, το τραγούδι μας.
Ελένη Γκίκα, Υγρός Χρόνος, Άγκυρα 2008.
Με τον «Υγρό Χρόνο» η Ελένη Γκίκα κλίνει την τριλογία που προανήγγειλε στα δυο προηγούμενα έργα της, το «Αν μ’ αγαπάς μη μ’ αγαπάς» και το «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω», βιβλία που έχουμε παρουσιάσει.
Χθες βράδυ στην Άγκυρα έγινε η παρουσίαση του βιβλίου, μαζί με το Maybe του Χρήστου Παπαμιχάλη. Μαζί και εδώ, όπως και στο blog, Alef και Moha. Ο Nuwanda συντόνιζε, η Ντανιέλα διάβασε αποσπάσματα, η Eva stamou μίλησε για τα βιβλία, καθώς βέβαια και οι συγγραφείς. Η κουβεντούλα που ξεκίνησε ανάμεσά τους επεκτάθηκε και στο κοινό.
Ειπώθηκε ότι η Γκίκα παραμένει η ίδια, όπως και στα προηγούμενα έργα της. Ο αντίλογος ήταν ότι όλοι οι συγγραφείς επαναλαμβάνονται. Το έργο τους δεν είναι παρά ένα θέμα με παραλλαγές. Ως αναγνώστης και ως βιβλιοκριτικός μπορώ να επιβεβαιώσω, διαψεύδοντας τον Χάρολντ Μπλουμ, που μιλάει για την αγωνία της επίδρασης. Εδώ δεν υπάρχει καν αγωνία της επανάληψης, πού να υπάρξει η αγωνία της επίδρασης! Ελάχιστοι είναι οι συγγραφείς που ξεφεύγουν, υφολογικά κυρίως, σε πειραματικές αναζητήσεις που συνήθως δεν επαναλαμβάνουν, όπως ο Μάρκες στο «Φθινόπωρο ενός Πατριάρχη», ένα ασθματικό μονόλογο ενός δικτάτορα που δεν λέει να βάλει τελεία.
Η Γκίκα όμως προλαβαίνει την ένσταση και απαντάει μέσα στο βιβλίο:
«Η λογοτεχνία αποτελείται τελικά από έμμονες ιδέες, όπως η θάλασσα από αλμυρό νερό. Και ο καθένας ξέρει ν’ απαντήσει εύκολα μόνο σ’ ένα αίνιγμα, μόνο σ’ ένα γρίφο» (σελ. 83).
Αλλά αν ο συγγραφέας δεν έχει την αγωνία της επανάληψης, ο βιβλιοκριτικός την έχει. Και για να μην κατηγορηθώ ότι επαναλαμβάνω τον εαυτό μου, θα πρωτοτυπήσω κάνοντας νομότυπα copy and paste την παράγραφο όπου αναφέρομαι στο ύφος της Γκίκα, στην προηγούμενη βιβλιοπαρουσίασή μου στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας, το «Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω».
«Τα κείμενά της έχουν το χαρακτήρα του εσωτερικού μονόλογου, με την αποσπασματικότητα και την ελλειπτικότητα που χαρακτηρίζουν τη σκέψη. Με την πυκνότητα του αποφθέγματος και την κρυπτικότητα της σύγχρονης ποίησης, διαθέτουν ελάχιστη «περισσότητα», για να χρησιμοποιήσουμε ένα όρο της σημειωτικής. Δεν γίνεται να υπερπηδήσεις τίποτα, δεν γίνεται να παραλείψεις τίποτα, το μήνυμα αλλοιώνεται, αφού σχεδόν κάθε πρόταση είναι και ένα αυτόνομο μήνυμα. Είναι χαρακτηριστικό το μικρό μέγεθος των περιόδων, όπου συχνά μια και μόνη πρόταση αυτονομείται σε περίοδο».
Τώρα το θυμήθηκα, διαβάζοντας το βιβλίο έγραψα μια παράγραφο για το ύφος, για να την κολλήσω στη βιβλιοπαρουσίαση που θα έγραφα. Και κολλάει γάντι στην παρατήρηση που έκαναν χθες σχεδόν όλοι οι ομιλήσαντες, ότι η Ελένη δεν είναι εύκολη συγγραφέας, ότι μόνο με πολύ μεγάλη προσοχή μπορεί να διαβαστεί.
«Υπάρχουν πολλά μικρά αφηγηματικά κενά που απαιτούν ανάγνωση απερίσπαστη, με τεντωμένες τις κεραίες, και που ο αναγνώστης θα ευχόταν να ήταν λιγότερα. Όμως τότε θα είχε να κάνει με άλλο βιβλίο. Γιατί το ύφος είναι το βιβλίο, και αυτό είναι το ύφος της Γκίκα».
Το ύφος τελικά είναι η ταυτότητα, και ένας συγγραφέας, ως προς το ύφος τουλάχιστον, δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνεται.
Μπορεί ένας συγγραφέας να επαναλαμβάνεται, όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επόμενο έργο του έχει βγει με καρμπόν από το προηγούμενο. Επινοεί βελτιώσεις,
προσθέτει καινούρια πράγματα. Γράφω στο προηγούμενο σημείωμα ότι η Γκίκα χρησιμοποιεί την πλοκή προσχηματικά. Αλλά ακόμη και μια προσχηματική πλοκή μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο συναρπαστική. Εδώ, παρά την προσχηματικότητα της πλοκής, η Ελένη βρήκε τον τρόπο να την κάνει πιο ελκυστική. Η αφήγηση ξεκινάει με δυο σασπένς, που αναφέρονται στο ίδιο ζήτημα. Υπάρχει ένας νεκρός. Το πρώτο σασπένς είναι «σαπένς του ποιος». Είναι όντως ο νεκρός ο Άγγελος, ή είναι κάποιος άλλος, όπως διατείνεται η γυναίκα του; Το δεύτερο είναι «σασπένς του πώς». Πώς πέθανε ο νεκρός; Ατύχημα, δολοφονία ή αυτοκτονία;
Και, τώρα που το σκέφτομαι, οι αναγνωστικές προσδοκίες δημιουργούν σασπένς για τις οποίες ο συγγραφέας είναι ανύποπτος, και γι αυτό δεν λύνονται. Ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι ο Easy Rider. Το προσωπικό σασπένς ήταν αν έχουμε την ίδια μηχανή. Εγώ έχω μια τετρακοσάρα χόντα steed. Αυτός; Δεν μας λέει η Ελένη. Αλλά ας μη το χαρακτηρίσουμε κι αυτό αφηγηματικό κενό.
Στο βιβλίο εμφανίζονται πρόσωπα από το προηγούμενο μυθιστόρημά της, όπως η Λόλα Λαμπίρη και η Πέτρα φον Πιέτρη. Δεν είναι πρωτοτυπία της Γκίκα, το έχουν κάνει και άλλοι συγγραφείς, νομίζω ο Ξανθούλης στα πρώτα έργα του, και ο Ερνέστο Σάμπατο, ελάχιστοι πάντως. Α, ναι, θυμήθηκα, και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς.
Μπορεί ένας συγγραφέας να επαναλαμβάνεται, όμως αυτό δεν εμποδίζει να είναι υφολογικά ή αφηγηματικά πρωτότυπος σε σχέση με τους άλλους συγγραφείς. Και η Ελένη έχει μια αφηγηματική πρωτοτυπία που αποζημιώνει για το δύσκολο ύφος της. Δημιουργεί μια retardation, επιβράδυνση, η οποία χρησιμοποιείται συνήθως για αύξηση του σασπένς, που όμως εδώ δεν μπορεί να λειτουργήσει μ’ αυτό τον τρόπο, παρά το σασπένς που ενυπάρχει, καθώς η πλοκή είναι προσχηματική,. Η επιβράδυνση αυτή δημιουργείται με την παρεμβολή σχολίων πάνω σε βιβλία και συγγραφείς. Έτσι το μυθιστόρημα αυτό της Γκίκα αποκτά και μια εγκυκλοπαιδική διάσταση. Οι αγαπημένοι συγγραφείς που σχολιάζει με την περσόνα της Σαβίνας Στεργίου είναι, ανάμεσα στους άλλους, η Σύλβια Πλαθ, ο Αρτούρ Ρεμπώ, ο Ίρβιν Γιάλομ, και φυσικά ο Μπόρχες. Δεν απουσιάζουν και οι Έλληνες, όπως ο Δημήτρης Καρύδας και ο Δημήτρης Μίγγας.
Στο έργο υπάρχουν επίσης στίχοι, όπως και στα προηγούμενα, μόνο που λιγοστεύουν, όπως λιγοστεύουν τα χορικά στον Ευριπίδη. Οι ιδέες μένουν αισθηματικά γυμνές, για να γίνουν πιο ευκρινείς. Ίσως κάποιο επόμενο έργο της να είναι καθαρό δοκίμιο. Τη στροφή αυτή την έχει κάνει άλλωστε η φίλη της η Μάρω Βαμβουνάκη.
Στο προηγούμενο έργο της επισημάναμε το εφέ της επανάληψης. Εδώ απουσιάζει. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εφέ, εφέ απαρίθμησης, που εκτείνεται σε κοντά τρεις σελίδες. Είναι διάφορες απαντήσεις στο ερώτημα: Γιατί γράφουμε;
Επιλέγω αυτές που με εκφράζουν.
«Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί… Για να πω κάτι καινούριο… Για να ψυχαγωγήσω και να ευχαριστήσω τον εαυτό μου… Για να καταγράψω τις διάφορες περιόδους που έζησα…» (σελ. 143-145).
Υπάρχει και το «Για να γοητεύσω μια ωραία γυναίκα».
Αυτό εγώ το έκανα με τις ξένες γλώσσες, πριν γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Κάθε βδομάδα ξεπέταγα και από μια ξένη γλώσσα, σε επίπεδο «άνευ διδασκάλου» φυσικά. Για να γοητεύσω μια ωραία γυναίκα.
Δεν τα κατάφερα. Έτσι τις παράτησα απογοητευμένος.
Υπάρχει και ένα ανέκδοτο, που θα μπορούσε να το ενσωματώσει η Ελένη σε μια μεταγενέστερη έκδοση.
Το είπε ένας αμερικανός συγγραφέας.
Ο συγγραφέας είναι σαν την πόρνη.
Στην αρχή γράφει γιατί του αρέσει.
Μετά για να ικανοποιήσει τους φίλους του.
Στο τέλος γράφει για τα λεφτά.
Υπάρχει πιο εντυπωσιακό εφέ τέλους από ένα ανέκδοτο; Ας σταματήσουμε εδώ.
Μπάμπης Δερμιτζάκης, 3-7-2008
Και επί τη ευκαιρία, ένα υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, από το τελευταίο συνέδριο του Αριστοτέλη Ράπτη στην Κεφαλονιά. Πατάτε το 8, το τραγούδι μας.
Tuesday, July 1, 2008
Μουσική
Οι μουσικές που αγαπώ είναι δυο: τα κρητικά και η κλασική.
Ήμουν μαθητής όταν διάβασα στο «Βήμα» ένα άρθρο του Άρθουρ Κέσλερ με τίτλο «Ο εθισμός στην τέχνη» που με εντυπωσίασε. Όταν εθιστείς σε μια μορφή τέχνης, ανεβαίνει το κατώφλι ερεθισμού και δεν σε εντυπωσιάζει πια – ψάχνεις για κάτι καινούριο.
Η κλασική μουσική μου αρέσει, αλλά έχω βαρεθεί να ακούω τους ίδιους και τους ίδιους συνθέτες. Έτσι για μένα ήταν ευχάριστη έκπληξη ένα αφιέρωμα του Τρίτου στη Σοφία Γκουμπαϊντούλινα, της οποίας το όνομα αγνοούσα.
Έψαξα στο ίντερνετ και κατέβασα τρία κομμάτια, «Στο σταυρό», «Σιωπή» και «Επτά λέξεις». Τα άκουγα συνεχώς χθες και σήμερα. Ο windows live messenger έδειχνε ποια μουσική άκουγα. Πατώντας πάνω με πήγε σε σχετικές ιστοσελίδες, μια από τις οποίες είχε ανάλυση των κομματιών. Μετά κατέβασα Στοκχάουζεν, ένα συνθέτη τον οποίο γνώριζα από τα μαθητικά μου χρόνια, αλλά φαίνεται δεν χωράει στις συναυλίες, οι κλασικοί τον έχουν εκτοπίσει. Δυο κομμάτια με τίτλο Ensemble A και Ensemble B. Τα άκουγα όλο το μεσημέρι.
Θα προσπαθήσω να δώσω ένα δείγμα από την Γκουμπαϊντούλινα, αν καταφέρω να μετατρέψω τη flac format σε mp3.
Τελικά δεν γίνεται. Θα δω αργότερα αν μπορώ να ανεβάσω κάτι άλλο. Και ο Stockhausen είναι σε format flac.
Τελικά τα κατάφερα. Δέστε σχόλια.
Θα ήθελα να καταθέσω μια σκέψη σχετικά με τη μουσική.
Ξεκινάει με τον ρυθμό,στους πρωτόγονους. Αργότερα εμφανίζεται η μελωδία. Η αρμονία έρχεται πιο μετά. Στη σύγχρονη έντεχνη μουσική αυτά εξαφανίζονται (στο αυτί μου τουλάχιστον), όπως το μέτρο και η ομοιοκαταληξία της παραδοσιακής ποίησης. Αυτό που μένει είναι ήχοι, ήχοι που μπορούν να διαταχθούν όπως τα χρώματα στην αφηρημένη ζωγραφική χωρίς την υποχρέωση της αναπαράστασης.
Ήμουν μαθητής όταν διάβασα στο «Βήμα» ένα άρθρο του Άρθουρ Κέσλερ με τίτλο «Ο εθισμός στην τέχνη» που με εντυπωσίασε. Όταν εθιστείς σε μια μορφή τέχνης, ανεβαίνει το κατώφλι ερεθισμού και δεν σε εντυπωσιάζει πια – ψάχνεις για κάτι καινούριο.
Η κλασική μουσική μου αρέσει, αλλά έχω βαρεθεί να ακούω τους ίδιους και τους ίδιους συνθέτες. Έτσι για μένα ήταν ευχάριστη έκπληξη ένα αφιέρωμα του Τρίτου στη Σοφία Γκουμπαϊντούλινα, της οποίας το όνομα αγνοούσα.
Έψαξα στο ίντερνετ και κατέβασα τρία κομμάτια, «Στο σταυρό», «Σιωπή» και «Επτά λέξεις». Τα άκουγα συνεχώς χθες και σήμερα. Ο windows live messenger έδειχνε ποια μουσική άκουγα. Πατώντας πάνω με πήγε σε σχετικές ιστοσελίδες, μια από τις οποίες είχε ανάλυση των κομματιών. Μετά κατέβασα Στοκχάουζεν, ένα συνθέτη τον οποίο γνώριζα από τα μαθητικά μου χρόνια, αλλά φαίνεται δεν χωράει στις συναυλίες, οι κλασικοί τον έχουν εκτοπίσει. Δυο κομμάτια με τίτλο Ensemble A και Ensemble B. Τα άκουγα όλο το μεσημέρι.
Θα προσπαθήσω να δώσω ένα δείγμα από την Γκουμπαϊντούλινα, αν καταφέρω να μετατρέψω τη flac format σε mp3.
Τελικά δεν γίνεται. Θα δω αργότερα αν μπορώ να ανεβάσω κάτι άλλο. Και ο Stockhausen είναι σε format flac.
Τελικά τα κατάφερα. Δέστε σχόλια.
|
Θα ήθελα να καταθέσω μια σκέψη σχετικά με τη μουσική.
Ξεκινάει με τον ρυθμό,στους πρωτόγονους. Αργότερα εμφανίζεται η μελωδία. Η αρμονία έρχεται πιο μετά. Στη σύγχρονη έντεχνη μουσική αυτά εξαφανίζονται (στο αυτί μου τουλάχιστον), όπως το μέτρο και η ομοιοκαταληξία της παραδοσιακής ποίησης. Αυτό που μένει είναι ήχοι, ήχοι που μπορούν να διαταχθούν όπως τα χρώματα στην αφηρημένη ζωγραφική χωρίς την υποχρέωση της αναπαράστασης.
Subscribe to:
Posts (Atom)
