Βιβλιοκριτική της Πέρσας Κουμούτση για το Φραγκιό
Book review, movie criticism
Sunday, July 10, 2011
Wednesday, July 6, 2011
Tuesday, July 5, 2011
Μάρω Βαμβουνάκη, Ο ερωτευμένος Πολωνός
Μάρω Βαμβουνάκη, Ο ερωτευμένος Πολωνός, Ψυχογιός 2011, σελ. 218
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Ένα ακόμη συναρπαστικό ερωτικό μυθιστόρημα της πολυδιαβασμένης συγγραφέως
Μετά από πέντε χρόνια η Μάρω Βαμβουνάκη επιστρέφει στο μυθιστόρημα, αφού μεσολάβησε η μεταγραφή της στις εκδόσεις Ψυχογιός από τις εκδόσεις Φιλιππότη, καθώς και τέσσερα βιβλία δοκιμιακού χαρακτήρα. Είναι η γνωστή μας Βαμβουνάκη, η Βαμβουνάκη που αγαπήσαμε με τα τόσα μυθιστορήματά της που έχουν όλα ως θέμα τον έρωτα, θέμα ανεξάντλητο το οποίο πραγματεύεται πάντα εντυπωσιακά.
Έχουμε γράψει για όλα της τα βιβλία (με εξαίρεση ένα), και έχουμε πει πως η πλοκή στα έργα της είναι προσχηματική. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να σχολιάσει τον έρωτα και να περιγράψει την πλατιά γκάμα των συναισθημάτων που νοιώθουν οι ερωτευμένοι ήρωές της. Εδώ όμως βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι καινούριο: Το σασπένς βρίσκεται σε πρώτο πλάνο και το τέλος είναι happy. Ακόμη η Βαμβουνάκη θίγει ένα πρόβλημα της αφηγηματικής πεζογραφίας, παρεμβαίνοντας κάποια στιγμή ως συγγραφέας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Ο ερωτευμένος Πολωνός δημιουργεί το πρώτο σασπένς, που είναι σαν αυτό του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Φτάνουμε σχεδόν στη μέση του έργου και ο Πολωνός δεν εμφανίζεται. Αναρωτιόμαστε: Λες να μην εμφανιστεί και αυτός καθόλου, όπως ο Γκοντό; Όμως για τον Γκοντό μιλάνε οι δυο ήρωες του έργου από την αρχή, αυτόν περιμένουν. Για τον Πολωνό όμως δεν βλέπουμε ούτε την ελάχιστη αναφορά, παρά μόνο στον τίτλο. Τι συμβαίνει;
Και το δεύτερο σασπένς:
Η ηρωίδα, μια επιτυχημένη ηθοποιός, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Τι συνέβη; Την απήγαγαν, τη δολοφόνησαν και εξαφάνισαν το πτώμα της; Βούτηξε με το αυτοκίνητό της στα παγωμένα νερά ενός λιμανιού; Ή τι;
Δεν συνέβη τίποτα από όλα αυτά. Η Ρωξάνη Δανηλάτου ερωτεύτηκε. Αφού την εγκατέλειψε ο άντρας της και πέθανε το ανάπηρο παιδί της βρισκόταν σε συνεχή κατάθλιψη. Ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει. Ένας Πολωνός που ήλθε να φτιάξει τα υδραυλικά στο καμαρίνι της την έσωσε. Ήταν η σανίδα σωτηρίας που εμφανίστηκε στην κατάλληλη στιγμή.
Η Ρωξάνη έχει βαρεθεί τα φώτα της ράμπας, η αγάπη του κοινού βαραίνει ασφυκτικά πάνω της. Έτσι κάποια στιγμή εξαφανίζεται με τον Πολωνό της, χωρίς να αφήσει πίσω της ίχνη. Πηγαίνουν στην Πολωνία, παντρεύονται. Ο Πολωνός της ασκεί το επάγγελμα που ασκούσε στη χώρα του, το επάγγελμα του γιατρού, πριν η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού με το ταρακούνημα που επέφερε τον αναγκάσει να έλθει στην Ελλάδα και να εργαστεί ως υδραυλικός για να βοηθήσει οικονομικά την αδελφή του.
Εδώ παρεμβαίνει η συγγραφέας με ένα δοκιμιακό απόσπασμα 10 σελίδων, και ξεκινάει λέγοντας:
«Η περιγραφή της ευτυχίας στα μυθιστορήματα είναι από τα πιο δύσκολα θέματα που μπορεί να σου ζητηθούν ή αποφασίζεις ο ίδιος να δουλέψεις. Σπανιότατα θα συναντήσεις ένα μυθιστόρημα που διεξοδικά αφηγείται μια ευτυχισμένη κατάσταση ή ζωγραφίζει το πορτρέτο ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Μονάχα ως πινελιές, ως βιαστικά περάσματα πάνω σε σκούρο φόντο εμφανίζονται οι ευδαίμονες στιγμές-σχεδόν πάντα κατ’ εξαίρεση» (σελ. 175).
Η Βαμβουνάκη θα αρνηθεί να εγκαταλείψει τους ήρωές της στην ευτυχία τους με ένα «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Και καταλήγει, σχεδόν προκλητικά θα έλεγα: «Εγώ πάντως θα τολμήσω να τους ακολουθήσω αυτούς τους δυο στο ξύλινο σπίτι τους, στα χιονισμένα βουνά και στα ανθισμένα δάση της άνοιξης, κι όποιος δε θέλει, ας σταματήσει το βιβλίο στο προηγούμενο κεφάλαιο» (σελ. 184). Ακολουθεί την ηρωίδα της στην ευτυχισμένη ζωή της άλλες 34 σελίδες. Ένα σημαντικό μέρος από αυτές τις σελίδες είναι λυρικές περιγραφές της ειδυλλιακής φύσης όπου ζουν οι ήρωές της –χιονισμένα βουνά, ανθισμένα δάση- που υποδηλώνουν την ευτυχία που τους πλημυρίζει, όπως οι περιγραφές τοπίων στην συμβολιστική ποίηση υποδηλώνουν την ψυχική κατάσταση του ποιητή.
Και μια κριτική παρατήρηση: γράφει η Βαμβουνάκη ότι η ηρωίδα της ήταν έτοιμη να πάρει τριάντα χάπια και να αυτοκτονήσει.
Ούτε τα δεκαπλάσια δεν θα ήταν αρκετά. Έχω υπόψη μου δυο περιπτώσεις. Ο πρώτος ξύπνησε μετά από ένα βαθύ ύπνο τριών ημερών, αφού είχε πάρει κάπου τριακόσια χάπια. Η δεύτερη, αφού κι εκείνη πήρε κάπου τριακόσια χάπια, μετά από πλύσεις στομάχου και παραμονή κάποιες μέρες στην εντατική, συνήλθε χωρίς να της έχει προκληθεί καμιά βλάβη μη αντιστρεπτή.
Και θυμήθηκα τώρα μια ιστορία από τα μαθητικά μου χρόνια. Κάποια κοπέλα, περνώντας μια εφηβική ερωτική απογοήτευση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Πήρε τρεις ασπιρίνες. Φοβήθηκε μάλλον ότι αν έπαιρνε τέσσερις μπορεί να πέθαινε πραγματικά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να της περάσει ο πονοκέφαλος.
Διαβάζουμε:
«Υπάρχει ένα ποίημα που διάβασε κάποτε σε ραδιοφωνική εκπομπή: το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη-έπειτα έρχεται το αίμα» (σελ. 135).
«Και η δίψα για το αίμα», θα συμπληρώσω εγώ ως επαρκής αναγνώστης. Τόσο επαρκής ώστε να ξέρω ότι είναι του Σεφέρη, όχι όμως και τόσο επαρκής ώστε να ξέρω ποιο είναι το ποίημα. Ξέρω όμως ότι το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος στη συλλογή που φέρνει τον τίτλο «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» (συμπληρώνω εκ των υστέρων: μπορεί εγώ να μην είμαι τόσο επαρκής, είναι όμως επαρκές το διαδίκτυο: βάζοντας ένα μέρος από το παραπάνω απόσπασμα στο google βρήκα ότι είναι από τον Στρατή Θαλασσινό).
Οι εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφόρησαν την πρώτη έκδοση του βιβλίου σε 30.000 αντίτυπα. Ήταν σίγουροι για την εκδοτική επιτυχία του μυθιστορήματος. Το ίδιο είμαστε κι εμείς.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Ένα ακόμη συναρπαστικό ερωτικό μυθιστόρημα της πολυδιαβασμένης συγγραφέως
Μετά από πέντε χρόνια η Μάρω Βαμβουνάκη επιστρέφει στο μυθιστόρημα, αφού μεσολάβησε η μεταγραφή της στις εκδόσεις Ψυχογιός από τις εκδόσεις Φιλιππότη, καθώς και τέσσερα βιβλία δοκιμιακού χαρακτήρα. Είναι η γνωστή μας Βαμβουνάκη, η Βαμβουνάκη που αγαπήσαμε με τα τόσα μυθιστορήματά της που έχουν όλα ως θέμα τον έρωτα, θέμα ανεξάντλητο το οποίο πραγματεύεται πάντα εντυπωσιακά.
Έχουμε γράψει για όλα της τα βιβλία (με εξαίρεση ένα), και έχουμε πει πως η πλοκή στα έργα της είναι προσχηματική. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι να σχολιάσει τον έρωτα και να περιγράψει την πλατιά γκάμα των συναισθημάτων που νοιώθουν οι ερωτευμένοι ήρωές της. Εδώ όμως βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι καινούριο: Το σασπένς βρίσκεται σε πρώτο πλάνο και το τέλος είναι happy. Ακόμη η Βαμβουνάκη θίγει ένα πρόβλημα της αφηγηματικής πεζογραφίας, παρεμβαίνοντας κάποια στιγμή ως συγγραφέας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Ο ερωτευμένος Πολωνός δημιουργεί το πρώτο σασπένς, που είναι σαν αυτό του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Φτάνουμε σχεδόν στη μέση του έργου και ο Πολωνός δεν εμφανίζεται. Αναρωτιόμαστε: Λες να μην εμφανιστεί και αυτός καθόλου, όπως ο Γκοντό; Όμως για τον Γκοντό μιλάνε οι δυο ήρωες του έργου από την αρχή, αυτόν περιμένουν. Για τον Πολωνό όμως δεν βλέπουμε ούτε την ελάχιστη αναφορά, παρά μόνο στον τίτλο. Τι συμβαίνει;
Και το δεύτερο σασπένς:
Η ηρωίδα, μια επιτυχημένη ηθοποιός, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Τι συνέβη; Την απήγαγαν, τη δολοφόνησαν και εξαφάνισαν το πτώμα της; Βούτηξε με το αυτοκίνητό της στα παγωμένα νερά ενός λιμανιού; Ή τι;
Δεν συνέβη τίποτα από όλα αυτά. Η Ρωξάνη Δανηλάτου ερωτεύτηκε. Αφού την εγκατέλειψε ο άντρας της και πέθανε το ανάπηρο παιδί της βρισκόταν σε συνεχή κατάθλιψη. Ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει. Ένας Πολωνός που ήλθε να φτιάξει τα υδραυλικά στο καμαρίνι της την έσωσε. Ήταν η σανίδα σωτηρίας που εμφανίστηκε στην κατάλληλη στιγμή.
Η Ρωξάνη έχει βαρεθεί τα φώτα της ράμπας, η αγάπη του κοινού βαραίνει ασφυκτικά πάνω της. Έτσι κάποια στιγμή εξαφανίζεται με τον Πολωνό της, χωρίς να αφήσει πίσω της ίχνη. Πηγαίνουν στην Πολωνία, παντρεύονται. Ο Πολωνός της ασκεί το επάγγελμα που ασκούσε στη χώρα του, το επάγγελμα του γιατρού, πριν η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού με το ταρακούνημα που επέφερε τον αναγκάσει να έλθει στην Ελλάδα και να εργαστεί ως υδραυλικός για να βοηθήσει οικονομικά την αδελφή του.
Εδώ παρεμβαίνει η συγγραφέας με ένα δοκιμιακό απόσπασμα 10 σελίδων, και ξεκινάει λέγοντας:
«Η περιγραφή της ευτυχίας στα μυθιστορήματα είναι από τα πιο δύσκολα θέματα που μπορεί να σου ζητηθούν ή αποφασίζεις ο ίδιος να δουλέψεις. Σπανιότατα θα συναντήσεις ένα μυθιστόρημα που διεξοδικά αφηγείται μια ευτυχισμένη κατάσταση ή ζωγραφίζει το πορτρέτο ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Μονάχα ως πινελιές, ως βιαστικά περάσματα πάνω σε σκούρο φόντο εμφανίζονται οι ευδαίμονες στιγμές-σχεδόν πάντα κατ’ εξαίρεση» (σελ. 175).
Η Βαμβουνάκη θα αρνηθεί να εγκαταλείψει τους ήρωές της στην ευτυχία τους με ένα «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Και καταλήγει, σχεδόν προκλητικά θα έλεγα: «Εγώ πάντως θα τολμήσω να τους ακολουθήσω αυτούς τους δυο στο ξύλινο σπίτι τους, στα χιονισμένα βουνά και στα ανθισμένα δάση της άνοιξης, κι όποιος δε θέλει, ας σταματήσει το βιβλίο στο προηγούμενο κεφάλαιο» (σελ. 184). Ακολουθεί την ηρωίδα της στην ευτυχισμένη ζωή της άλλες 34 σελίδες. Ένα σημαντικό μέρος από αυτές τις σελίδες είναι λυρικές περιγραφές της ειδυλλιακής φύσης όπου ζουν οι ήρωές της –χιονισμένα βουνά, ανθισμένα δάση- που υποδηλώνουν την ευτυχία που τους πλημυρίζει, όπως οι περιγραφές τοπίων στην συμβολιστική ποίηση υποδηλώνουν την ψυχική κατάσταση του ποιητή.
Και μια κριτική παρατήρηση: γράφει η Βαμβουνάκη ότι η ηρωίδα της ήταν έτοιμη να πάρει τριάντα χάπια και να αυτοκτονήσει.
Ούτε τα δεκαπλάσια δεν θα ήταν αρκετά. Έχω υπόψη μου δυο περιπτώσεις. Ο πρώτος ξύπνησε μετά από ένα βαθύ ύπνο τριών ημερών, αφού είχε πάρει κάπου τριακόσια χάπια. Η δεύτερη, αφού κι εκείνη πήρε κάπου τριακόσια χάπια, μετά από πλύσεις στομάχου και παραμονή κάποιες μέρες στην εντατική, συνήλθε χωρίς να της έχει προκληθεί καμιά βλάβη μη αντιστρεπτή.
Και θυμήθηκα τώρα μια ιστορία από τα μαθητικά μου χρόνια. Κάποια κοπέλα, περνώντας μια εφηβική ερωτική απογοήτευση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Πήρε τρεις ασπιρίνες. Φοβήθηκε μάλλον ότι αν έπαιρνε τέσσερις μπορεί να πέθαινε πραγματικά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να της περάσει ο πονοκέφαλος.
Διαβάζουμε:
«Υπάρχει ένα ποίημα που διάβασε κάποτε σε ραδιοφωνική εκπομπή: το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη-έπειτα έρχεται το αίμα» (σελ. 135).
«Και η δίψα για το αίμα», θα συμπληρώσω εγώ ως επαρκής αναγνώστης. Τόσο επαρκής ώστε να ξέρω ότι είναι του Σεφέρη, όχι όμως και τόσο επαρκής ώστε να ξέρω ποιο είναι το ποίημα. Ξέρω όμως ότι το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος στη συλλογή που φέρνει τον τίτλο «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» (συμπληρώνω εκ των υστέρων: μπορεί εγώ να μην είμαι τόσο επαρκής, είναι όμως επαρκές το διαδίκτυο: βάζοντας ένα μέρος από το παραπάνω απόσπασμα στο google βρήκα ότι είναι από τον Στρατή Θαλασσινό).
Οι εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφόρησαν την πρώτη έκδοση του βιβλίου σε 30.000 αντίτυπα. Ήταν σίγουροι για την εκδοτική επιτυχία του μυθιστορήματος. Το ίδιο είμαστε κι εμείς.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Sunday, July 3, 2011
Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ
Κομψότητα ή
πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ
(Μια συγκριτολογική
προσέγγιση δύο τραγωδιών)
Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο Λέξημα και στο Δένδρο, τ. 183-184, Οκτώβριος 2011,
σελ. 189-193
Σε ένα από τα μαθήματα
θεατρολογίας που έκανα παλιά στο Πρόγραμμα της Εξομοίωσης (του πτυχίου των
αποφοίτων των Παιδαγωγικών Ακαδημιών διετούς φοίτησης με το πτυχίο των
αποφοίτων των Παιδαγωγικών Τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης των Πανεπιστημίων
τετραετούς φοίτησης) και στη συνέχεια στους μαθητές μου στο Βαρβάκειο,
ξεκινούσα με την ερώτηση: «Πέστε μου δυο τραγωδίες, η μία του Αισχύλου και η
άλλη του Σαίξπηρ, που έχουν το ίδιο μοτίβο: μια γυναίκα σκοτώνει τον άντρα της
με τη βοήθεια του εραστή της, και ο γιος στη συνέχεια εκδικείται». Φυσικά ήταν
περισσότεροι οι δάσκαλοι από τους μαθητές που έδιναν την απάντηση: «Χοηφόροι»
του Αισχύλου (συνήθως ανέφεραν την τριλογία, «Ορέστεια»), «Άμλετ» του Σαίξπηρ.
Και η δεύτερη ερώτηση, που την απαντούσα εγώ, ήταν να βρουν μια σημαντική
διαφορά ανάμεσα στις τραγωδίες αυτές. Έδινα σύντομα την περίληψη των έργων, με
τέτοιο τρόπο που να τονίζεται αυτή η διαφορά.
Η Κλυταιμνήστρα
σκοτώνει τον άντρα της τον Αγαμέμνονα με τη βοήθεια του εραστή της του
Αίγισθου. Ο Ορέστης που μεγαλώνει στην αυλή του βασιλιά της Φωκίδας Στρόφιου,
όταν φτάνει στην εφηβική ηλικία και μπορεί να βγάλει διαβατήριο, πηγαίνει στο
Άργος, και την ίδια μέρα, χωρίς
χρονοτριβή, σκοτώνει τη μητέρα του και τον εραστή της.
Ο Άμλετ αντίθετα
μεγαλώνει στο παλάτι. O πεθαμένος πατέρας του εμφανίζεται σαν φάντασμα, του
μιλάει για τη δολοφονία του και του ζητάει να εκδικηθεί τον θάνατό του. Όμως ο
Άμλετ χρονοτριβεί. Χρονοτριβεί αμπελοφιλοσοφώντας (κοίτα να δεις, έγραψα αρχικά
αμπελοφυλλοσοφώντας). «Να ζει κανείς ή να μη ζει, αυτό είναι το ζήτημα»,
μονολογεί βαθυστόχαστα κρατώντας στο χέρι του ένα ανθρώπινο κρανίο.
Ο βασιλιάς όμως δεν
είναι βλάκας. Ξέρει ότι η ιδέα της εκδίκησης βασανίζει τον Άμλετ και σκέφτεται
να τον βγάλει από τη μέση πριν αντλήσει το κουράγιο και εκδικηθεί για το θάνατο
του πατέρα του. Στέλνει τον Άμλετ με συνοδεία δυο φρουρούς στον βασιλιά της
Αγγλίας για διακοπές. Οι συνοδοί κουβαλάνε ένα γράμμα για το βασιλιά. Ο Άμλετ
μπορεί να είναι αναβλητικός αλλά όχι και βλάκας, καταλαβαίνει ότι το γράμμα
αυτό είναι ύποπτο, και αφού μεθάει και κοιμίζει τους φρουρούς τούς παίρνει το
γράμμα. Το διαβάζει, αλλά δεν μπορούμε, με βάση την καχυποψία του, να πούμε ότι
μένει και ολότελα έκπληκτος από το περιεχόμενό του, που λέει περιληπτικά,
«βασιλιά, μόλις έλθει ο Άμλετ, σκότωσέ τον». Ο Άμλετ το αντικαθιστά με ένα άλλο
γράμμα που λέει «βασιλιά, μόλις έλθει ο Άμλετ, σκότωσε τους φρουρούς του».
Εδώ θα κάνουμε μια
παρένθεση. Ο Τομ Στόπαρντ πραγματεύεται την τραγικότητα της μοίρας των δυο
φρουρών χιουμοριστικά, στο έργο του «Ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι
νεκροί». Επιτυχημένο έργο, όπως είναι επιτυχημένα και ένα σωρό άλλα έργα που
πραγματεύονται χιουμοριστικά τον λαουτζίκο. Δεν υπάρχει τραγική μοίρα του λαού,
υπάρχει μόνο τραγική μοίρα των βασιλιάδων. Το γιατί είναι μεγάλη ιστορία, γι’
αυτό και κλείνουμε εδώ την παρένθεση.
Έτσι και γίνεται,
σκοτώνονται οι φρουροί. Κάποια στιγμή ο Άμλετ επιστρέφει ανανεωμένος από τις
διακοπές του. Ε, δεν μπορεί, ο καθαρός αέρας της Αγγλίας του έκανε καλό, τώρα
θα πάρει εκδίκηση.
Πάλι αναβάλει, όχι
όμως και ο βασιλιάς που βάζει σε εφαρμογή άλλο σχέδιο εξόντωσης του Άμλετ. Σε
μια μονομαχία με τον Λαέρτη, την οποία έχει κανονίσει ο βασιλιάς, το ξίφος του
Λαέρτη είναι δηλητηριασμένο. Ο Λαέρτης το ξέρει. Ο βασιλιάς, καλού κακού, βάζει
δηλητήριο στο ένα από τα δυο ποτήρια με κρασί που θα έδιναν στους μονομάχους σε
μια ανάπαυλα της μονομαχίας τους. Ο Λαέρτης πληγώνει τον Άμλετ. Είναι λοιπόν
καταδικασμένος. Όμως σε κάποια φάση τούς φεύγουν τα ξίφη από τα χέρια, και
καθώς ορμάει κάθε ένας να πάρει το πιο κοντινό του ξίφος, τα ξίφη αλλάζουν
χέρια. Όταν ο Λαέρτης συνειδητοποιεί την αλλαγή είναι πια πολύ αργά. Σε λίγο
τον πληγώνει ο Άμλετ, πιο βαθιά από ότι τον πλήγωσε αυτός. Και το δικό του
τέλος είναι προδιαγεγραμμένο.
Η βασίλισσα, που ξαφνικά διψάει, αρπάζει ένα από τα δυο
ποτήρια για να πιει. Ο βασιλιάς δεν μπορεί να την εμποδίσει, γιατί θα
αποκαλυφθεί το σχέδιό του. Η βασίλισσα, καθώς κατεβάζει άσπρο πάτο το ποτήρι
που ήταν γεμάτο δηλητήριο, πέφτει ξερή. Ο Άμλετ κοιτάζει έκπληκτος. Όμως εν τω
μεταξύ πέφτει κάτω και ο Λαέρτης. Καθώς είναι ετοιμοθάνατος, του αποκαλύπτει το
σχέδιο του βασιλιά. Τότε, και μόνο τότε, όταν δεν υπάρχουν πια περιθώρια
αναβολής γιατί ξέρει ο Άμλετ ότι σε λίγο θα πεθάνει, ορμάει με το ξίφος του
εναντίον του βασιλιά και τον τρυπάει.
Δεν παρέλειπα να
αναφέρω μια ρώσικη μεταφορά του «Άμλετ» στην μεγάλη οθόνη, με τον Ινοκέντι
Σμοκτουνόφσκι στον επώνυμο ρόλο, και την εξαίσια σκηνή που ορμάει με το ξίφος
του εναντίον του βασιλιά, με την κάμερα να τον δείχνει σαν να έχει μια ταχύτητα
πάνω από 100 χιλιόμετρα την ώρα. Είναι η σκηνή που μου έχει μείνει ανεξίτηλη
στη μνήμη, μετά από τόσες δεκαετίες που έχουν περάσει από τότε που είδα το
έργο.
Και η απάντηση στην
ερώτηση.
Η διαφορά βρίσκεται
στους ήρωες. Τον Άμλετ τον χαρακτηρίζει ατολμία, ενώ τον Ορέστη μια μεγάλη
αποφασιστικότητα. Και συνεχίζαμε με μια δεύτερη ερώτηση: «Πού πιστεύετε ότι
οφείλεται η αποφασιστικότητα τη Ορέστη και η ατολμία του Άμλετ;».
Δεν τους έδινα πολύ
χρόνο για να σκεφτούν, το έπαιρνε αμέσως το ποτάμι, ήθελα να δώσω τη δική μου
ερμηνεία. «Η αποφασιστικότητα του Ορέστη αντανακλά την αίσθηση δύναμης του αθηναίου
πολίτη που ζούσε σε μια πόλη με δημοκρατικό πολίτευμα, σε μια πόλη όπου σε όλες
τις μεγάλες αποφάσεις που θα καθόριζαν την τύχη της συμμετείχε και ο ίδιος, με
την παρουσία του στην εκκλησία του δήμου και την ψήφο του. Αντίθετα η ατολμία
του Άμλετ εκφράζει την αδυναμία που νοιώθει ο ελισαβετιανός πολίτης σε μια χώρα
που τις τύχες της τις καθόριζε εξολοκλήρου η βασίλισσα με το επιτελείο της, ενώ
του ίδιου δεν του έπεφτε λόγος». Ήταν μια ερμηνεία που είχε σαν στόχο να
εξυμνήσει τη δημοκρατία και να στηλιτεύσει τα απολυταρχικά καθεστώτα.
Η ερμηνεία αυτή
είναι δύσκολο να στηριχθεί σε κειμενικές ή βιογραφικές ενδείξεις. Για μένα όμως
σημασία είχε η προβολή μιας ερμηνείας που έγινε με τη λάμψη μιας διαισθητικής
σύλληψης και που μου έδινε την ευκαιρία να υμνήσω τη δημοκρατία. Δεν ξέρω αν
έχει γίνει μια παρόμοια συγκριτολογική απόπειρα, αλλά για τη στάση των δυο
ηρώων σίγουρα θα υπάρχουν ερμηνείες. Μάλιστα ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα σε
μια ιστοσελίδα την παρακάτω ερμηνεία για τη στάση του Άμλετ, της οποίας κάνω
επικόλληση το σχετικό απόσπασμα:
«Γνωρίζει τι θα
έπρεπε να κάνει, να σκοτώσει τον Κλαύδιο και να εκδικηθεί τον πατέρα του, αλλά
αυτό θα σήμαινε βέβαιο θάνατο του Άμλετ. Στη διάρκεια του μαρτυρίου του
βλέπουμε να τον συγκρατεί η αναποφασιστικότητά του. Εδώ εστιάζει κυρίως το
έργο, με τους θεατές να αναρωτιούνται γιατί ο Άμλετ καθυστερεί την εκδίκηση. Ο
Άμλετ καθυστερεί την εκδίκησή του γιατί είναι ένας αληθινά ηθικός άνθρωπος.
Ασκεί την ηθική στα δικά του συναισθήματα και εμπειρίες. Γνωρίζει ότι το να
ορμήσει και να σκοτώσει τον Κλαύδιο θα ήταν λάθος».
Να λοιπόν μια άλλη
ερμηνεία για την αναβλητικότητα του Άμλετ: γιατί είναι ένας αληθινά ηθικός
άνθρωπος.
Ο Ουμπέρτο Έκο
μιλάει για ερμηνεία
και υπερερμηνεία, καθώς και για χρήση των κειμένων. Εγώ έκανα συνειδητά
χρήση, πιστεύω όμως ότι δεν υπερερμήνευσα. Γνωρίζω ότι η ερμηνεία μου είναι
παρατραβηγμένη, όμως είναι κομψή και της γίνεται μια θαυμάσια χρήση.
Μπορώ να προτείνω
και μια άλλη ερμηνεία. Ο Αισχύλος είχε για πρότυπό του στον Ορέστη έναν
θαρραλέο νεαρό που έπεσε στη θάλασσα για να σώσει, με κίνδυνο της ζωής του, ένα
παιδί που πνιγόταν, και ο Σαίξπηρ ένα νεαρό που τον έβλεπε να διστάζει να πέσει
στη θάλασσα, φοβούμενος ότι το νερό θα ήταν πολύ κρύο: να μπει κανείς ή να μη
μπει;
Δεν υπάρχει τίποτα
που να αποκλείει την πιθανότητα μιας τέτοιας ερμηνείας, όμως δεν υπάρχει και
τίποτα που να την στηρίζει-κάποιες αυτοβιογραφικές σελίδες ας πούμε. Αλλά ακόμη
και αν ήταν σωστή, η ερμηνεία που πρότεινα πιο πάνω είναι πιο κομψή. Και της
έχω κάνει μια θαυμάσια χρήση.
Wednesday, June 29, 2011
Γιασμίνα Χαντρά, Ο Όλυμπος των αποκλήρων
Γιασμίνα Χαντρά, Ο Όλυμπος των αποκλήρων (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2011, σελ. 167
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Ένα ακόμη συναρπαστικό μυθιστόρημα του Αλγερινού συγγραφέα, που έχει σαν θέμα του τη ζωή κάποιων περιθωριακών
Κατ’αρχάς να ξεκινήσουμε με τη διευκρίνιση πώς πίσω από το ψευδώνυμο Γιασμίνα Χαντρά κρύβεται ο Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (γεν. 1955), αξιωματικός του Αλγερινού στρατού που για λόγους ασφαλείας προτίμησε να υπογράφει τα βιβλία του με γυναικείο ψευδώνυμο. Μόλις το 2001 αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, όταν εγκατέλειψε το στρατό και κατέφυγε στη Γαλλία εξόριστος. Όπως διαβάζουμε στη Βικιπαίδεια, «η ανωνυμία ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει κατά τη διάρκεια του Αλγερινού Εμφυλίου Πολέμου». Στη συνέχεια έχουμε μια ένσταση ως προς τον τονισμό του ονόματος όπως γράφεται στο βιογραφικό του συγγραφέα στο αυτί του βιβλίου, Χάντρα αντί Χαντρά. Όχι γιατί οι γαλλικές λέξεις τονίζονται στη λήγουσα, αλλά γιατί η λέξη χαντρά στα αραβικά σημαίνει πράσινο. Μου θυμίζει μια συνάδελφο σε ένα συνέδριο από την Τουρκία, που μου είπε «είσαι ο μόνος που τονίζει το όνομά μου σωστά». Την έλεγαν Σεβντά, αγάπη. Όλοι οι άλλοι την φώναζαν Σέβντα.
Γιασμίνα Χαντρά λοιπόν, πράσινο γιασεμί.
Ο Γιασμίνα Χαντρά (βάζουμε το αρσενικό άρθρο όπως το βλέπουμε και στο βιογραφικό του), ενώ στα προηγούμενα έργα του περιφέρει την πλοκή του σύμφωνα με τη θεματική της στους αντίστοιχους γεωγραφικούς χώρους (η πλοκή στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» με θέμα την τρομοκρατία τοποθετείται στο Ισραήλ, στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» με θέμα την καταπίεση της γυναίκας στο Ισλάμ στο Αφγανιστάν, στις «Σειρήνες της Βαγδάτης» με θέμα την αντίσταση κατά των Αμερικανών στο Ιράκ), εδώ η πλοκή με θέμα τους «απόκληρους» τοποθετείται στις παρυφές μιας ανώνυμης πόλης, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε αραβική πόλη, αφού κάποια πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν όχι ψευδώνυμα αλλά αραβικά ονόματα. Ακόμα και το ψευδώνυμο του κεντρικού ήρωα, του Ας, σημαίνει στα αραβικά «αυτός που έχει ζήσει».
Έχουμε ξανασυναντήσει ομάδες περιθωριακών στη λογοτεχνία. Πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό η «συμμορία της κόκκινης Λέλας» στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» της Ευγενίας Φακίνου. Θυμάμαι επίσης την θαυμάσια ταινία του Ακίρα Κουροσάβα με τίτλο «Ντοντεσκαντέν», που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «Η γειτονιά των καταφρονεμένων», καθώς και την μαροκινή ταινία «Αλί Ζάουα, ο πρίγκιπας των δρόμων» του Nabil Ayouch. Όμως στο έργου του Χαντρά υπάρχει μια πρωτοτυπία: Ενώ οι περιθωριακοί συνήθως εντοπίζονται άστεγοι στους δρόμους ή στις παραγκουπόλεις στις παρυφές τριτοκοσμικών πόλεων, ο Χαντρά τοποθετεί τους δικούς τους περιθωριακούς αρκετά έξω από την πόλη, σε μιαν αλάνα. Οι δικοί του περιθωριακοί δεν ζουν σε παράγκες, αλλά σε εγκαταλειμμένα κοντέινερ ή σε σπηλιές. Κατά τα άλλα κουβαλάνε τις ψυχικές και σωματικές παραμορφώσεις που έχουν συνήθως οι περιθωριακοί. Όμως οι περιθωριακοί του Χαντρά έχουν την πεποίθηση ότι η πόλη είναι ένας πολύ επικίνδυνος τόπος για να ζήσει κανείς. Εδώ είναι χορ, δηλαδή ελεύθεροι.
Ξάφνου εμφανίζεται από το πουθενά ο Μπεν Αντάμ, που σημαίνει «Ο υιός του ανθρώπου». Είναι μια βιβλική φυσιογνωμία, που φαίνεται να ξέρει τα πάντα για όλους τους. Όλοι ακούν μαγεμένοι τα λόγια του. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει αισιοδοξία. Η ζωή που κάνουν είναι μια ζωή παραίτησης. Πρέπει να προσπαθήσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Κάποια μέρα εξαφανίζεται πίσω από τους λόφους. Όμως τα λόγια του έχουν ριζώσει σε κάποιους. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζούνιορ. Ο Ας, ο προστάτης του, θα τον ενθαρρύνει να πάει στην πόλη, μήπως ξαναφτιάξει τη ζωή του. Κάποιοι άλλοι όμως δεν συμμερίζονται την αισιοδοξία του.
Ο Τζούνιορ κάποια στιγμή θα επιστρέψει. Είναι κουλός από το ένα χέρι. Στην πόλη τον συνέλαβαν για αλητεία, τον φυλάκισα και τον έστειλαν σε καταναγκαστική εργασία. Εκεί κόντεψε να σκοτωθεί σε ένα ατύχημα που του στοίχισε το χέρι του. Όλοι κατηγορούν τον Ας. Και ο ίδιος νοιώθει ένοχος.
Το μυθιστόρημα είναι εντελώς απαισιόδοξο. Φαίνεται να λέει πώς της γης οι κολασμένοι δεν έχουν σωτηρία. Είναι καταδικασμένοι να επιλέξουν ή τη Σκύλλα της πόλης ή τη Χάρυβδη μιας αλάνας μακριά απ’ αυτή.
Ο Ας στο τέλος θα εγκαταλείψει την αλάνα. Ο Τζούνιορ θα χάσει τον προστάτη του. Ο Χαντρά μας τον παρουσιάζει στο τέλος του έργου να συλλογίζεται τη ζωή στην πόλη και τον εφιάλτη των καταναγκαστικών έργων στα νταμάρια. Και ο συγγραφέας τελειώνει το μυθιστόρημά του μιλώντας γι’ αυτόν: «Κι απ’το μυαλό του Τζούνιορ δεν θα ξαναπεράσει ποτέ η ιδέα να ξαναφτιάξει τη ζωή του».
Όμως υπάρχει και μια ατάκα, αισιόδοξη στην απαισιοδοξία της, λίγο μετά τη μέση του μυθιστορήματος. Την απευθύνει ο Ας στον Τζούνιορ. «Η ζωή αξίζει, παρ’όλα τα βάσανα, Τζούνιορ. Αξίζει να τη ζήσει κανείς» (σελ. 115). Αξίζει να κλείσουμε αυτή την παρουσίαση μ’ αυτά τα λόγια.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Ένα ακόμη συναρπαστικό μυθιστόρημα του Αλγερινού συγγραφέα, που έχει σαν θέμα του τη ζωή κάποιων περιθωριακών
Κατ’αρχάς να ξεκινήσουμε με τη διευκρίνιση πώς πίσω από το ψευδώνυμο Γιασμίνα Χαντρά κρύβεται ο Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (γεν. 1955), αξιωματικός του Αλγερινού στρατού που για λόγους ασφαλείας προτίμησε να υπογράφει τα βιβλία του με γυναικείο ψευδώνυμο. Μόλις το 2001 αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, όταν εγκατέλειψε το στρατό και κατέφυγε στη Γαλλία εξόριστος. Όπως διαβάζουμε στη Βικιπαίδεια, «η ανωνυμία ήταν ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει κατά τη διάρκεια του Αλγερινού Εμφυλίου Πολέμου». Στη συνέχεια έχουμε μια ένσταση ως προς τον τονισμό του ονόματος όπως γράφεται στο βιογραφικό του συγγραφέα στο αυτί του βιβλίου, Χάντρα αντί Χαντρά. Όχι γιατί οι γαλλικές λέξεις τονίζονται στη λήγουσα, αλλά γιατί η λέξη χαντρά στα αραβικά σημαίνει πράσινο. Μου θυμίζει μια συνάδελφο σε ένα συνέδριο από την Τουρκία, που μου είπε «είσαι ο μόνος που τονίζει το όνομά μου σωστά». Την έλεγαν Σεβντά, αγάπη. Όλοι οι άλλοι την φώναζαν Σέβντα.
Γιασμίνα Χαντρά λοιπόν, πράσινο γιασεμί.
Ο Γιασμίνα Χαντρά (βάζουμε το αρσενικό άρθρο όπως το βλέπουμε και στο βιογραφικό του), ενώ στα προηγούμενα έργα του περιφέρει την πλοκή του σύμφωνα με τη θεματική της στους αντίστοιχους γεωγραφικούς χώρους (η πλοκή στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» με θέμα την τρομοκρατία τοποθετείται στο Ισραήλ, στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» με θέμα την καταπίεση της γυναίκας στο Ισλάμ στο Αφγανιστάν, στις «Σειρήνες της Βαγδάτης» με θέμα την αντίσταση κατά των Αμερικανών στο Ιράκ), εδώ η πλοκή με θέμα τους «απόκληρους» τοποθετείται στις παρυφές μιας ανώνυμης πόλης, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε αραβική πόλη, αφού κάποια πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν όχι ψευδώνυμα αλλά αραβικά ονόματα. Ακόμα και το ψευδώνυμο του κεντρικού ήρωα, του Ας, σημαίνει στα αραβικά «αυτός που έχει ζήσει».
Έχουμε ξανασυναντήσει ομάδες περιθωριακών στη λογοτεχνία. Πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό η «συμμορία της κόκκινης Λέλας» στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» της Ευγενίας Φακίνου. Θυμάμαι επίσης την θαυμάσια ταινία του Ακίρα Κουροσάβα με τίτλο «Ντοντεσκαντέν», που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «Η γειτονιά των καταφρονεμένων», καθώς και την μαροκινή ταινία «Αλί Ζάουα, ο πρίγκιπας των δρόμων» του Nabil Ayouch. Όμως στο έργου του Χαντρά υπάρχει μια πρωτοτυπία: Ενώ οι περιθωριακοί συνήθως εντοπίζονται άστεγοι στους δρόμους ή στις παραγκουπόλεις στις παρυφές τριτοκοσμικών πόλεων, ο Χαντρά τοποθετεί τους δικούς τους περιθωριακούς αρκετά έξω από την πόλη, σε μιαν αλάνα. Οι δικοί του περιθωριακοί δεν ζουν σε παράγκες, αλλά σε εγκαταλειμμένα κοντέινερ ή σε σπηλιές. Κατά τα άλλα κουβαλάνε τις ψυχικές και σωματικές παραμορφώσεις που έχουν συνήθως οι περιθωριακοί. Όμως οι περιθωριακοί του Χαντρά έχουν την πεποίθηση ότι η πόλη είναι ένας πολύ επικίνδυνος τόπος για να ζήσει κανείς. Εδώ είναι χορ, δηλαδή ελεύθεροι.
Ξάφνου εμφανίζεται από το πουθενά ο Μπεν Αντάμ, που σημαίνει «Ο υιός του ανθρώπου». Είναι μια βιβλική φυσιογνωμία, που φαίνεται να ξέρει τα πάντα για όλους τους. Όλοι ακούν μαγεμένοι τα λόγια του. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει αισιοδοξία. Η ζωή που κάνουν είναι μια ζωή παραίτησης. Πρέπει να προσπαθήσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Κάποια μέρα εξαφανίζεται πίσω από τους λόφους. Όμως τα λόγια του έχουν ριζώσει σε κάποιους. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζούνιορ. Ο Ας, ο προστάτης του, θα τον ενθαρρύνει να πάει στην πόλη, μήπως ξαναφτιάξει τη ζωή του. Κάποιοι άλλοι όμως δεν συμμερίζονται την αισιοδοξία του.
Ο Τζούνιορ κάποια στιγμή θα επιστρέψει. Είναι κουλός από το ένα χέρι. Στην πόλη τον συνέλαβαν για αλητεία, τον φυλάκισα και τον έστειλαν σε καταναγκαστική εργασία. Εκεί κόντεψε να σκοτωθεί σε ένα ατύχημα που του στοίχισε το χέρι του. Όλοι κατηγορούν τον Ας. Και ο ίδιος νοιώθει ένοχος.
Το μυθιστόρημα είναι εντελώς απαισιόδοξο. Φαίνεται να λέει πώς της γης οι κολασμένοι δεν έχουν σωτηρία. Είναι καταδικασμένοι να επιλέξουν ή τη Σκύλλα της πόλης ή τη Χάρυβδη μιας αλάνας μακριά απ’ αυτή.
Ο Ας στο τέλος θα εγκαταλείψει την αλάνα. Ο Τζούνιορ θα χάσει τον προστάτη του. Ο Χαντρά μας τον παρουσιάζει στο τέλος του έργου να συλλογίζεται τη ζωή στην πόλη και τον εφιάλτη των καταναγκαστικών έργων στα νταμάρια. Και ο συγγραφέας τελειώνει το μυθιστόρημά του μιλώντας γι’ αυτόν: «Κι απ’το μυαλό του Τζούνιορ δεν θα ξαναπεράσει ποτέ η ιδέα να ξαναφτιάξει τη ζωή του».
Όμως υπάρχει και μια ατάκα, αισιόδοξη στην απαισιοδοξία της, λίγο μετά τη μέση του μυθιστορήματος. Την απευθύνει ο Ας στον Τζούνιορ. «Η ζωή αξίζει, παρ’όλα τα βάσανα, Τζούνιορ. Αξίζει να τη ζήσει κανείς» (σελ. 115). Αξίζει να κλείσουμε αυτή την παρουσίαση μ’ αυτά τα λόγια.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Wednesday, June 22, 2011
Gene Wilder, Φίλα με σαν ξένος
Gene Wilder, Φίλα με σαν ξένος (μετ. Θανάσης Χειμωνάς), ΑΛΔΕ 2011, σελ. 333
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Η πρώτη συγγραφική απόπειρα του γνωστού ηθοποιού Τζην Γουάιλντερ, η αυτοβιογραφία του, με την οποία αποκαλύφθηκε το συγγραφικό του ταλέντο
Είναι ένα βιβλίο από το είδος που μου αρέσει: αυτοβιογραφία. Είναι η αυτοβιογραφία ενός ηθοποιού που μου αρέσει: του Gene Wilder. O Gene Wilder, σε αντίθεση με πολλούς επώνυμους, δεν έχει γράψει μόνο την αυτοβιογραφία του: έχει γράψει ακόμη δυο μυθιστορήματα και ένα τόμο διηγήματα. Η αυτοβιογραφία του αποκάλυψε στο αναγνωστικό κοινό ότι έχει ταλέντο όχι μόνο ως ηθοποιός, όχι μόνο ως ζωγράφος, αλλά και ως συγγραφέας.
Αμέσως από τις πρώτες σελίδες καθηλώνει τον αναγνώστη με την αφηγηματική του τεχνική: Αποδέκτης της αφήγησής του είναι η Magie, η ψυχολόγος του. Άρα ξέρουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, όσο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι ένας ψυχαναλυόμενος που έχει καταφέρει να ξεπεράσει τις περισσότερες αντιστάσεις του. Και το αποδεικνύει. Μιλάει χωρίς ενδοιασμούς για μια νεύρωσή του, έναν ιδεοψυχαναγκασμό, τον ιδεοψυχαναγκασμό να προσεύχεται.
Ένας ηθοποιός που έχει διαπρέψει στην κωμωδία θα είναι το ίδιο καλός και ως κωμωδιογράφος. Το απόδειξε γράφοντας το σενάριο μιας από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες που έχω δει, τον Φρανκενστάιν Τζούνιορ. Το αποδεικνύει και στην αυτοβιογραφία του, γράφοντας με έναν απολαυστικό τρόπο για τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες.
Εμείς οι απλοί αναγνώστες απολαμβάνουμε μια συναρπαστική αφήγηση. Οι αναγνώστες-ηθοποιοί και σκηνοθέτες αντλούν μαθήματα μέσα από το έργο, μαθήματα που θα τους φανούν χρήσιμα στη δουλειά τους.
Ένα παράδειγμα: Λέει κάπου ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσεις τη δουλειά ενός σκηνοθέτη είναι να δεις μια ταινία του χωρίς ήχο, ώστε να μην παρασυρθείς από το σενάριο και τη μουσική. Ακόμη δείχνει τη σημασία του μοντάζ στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας. Λέγει ότι κόβοντας και ράβοντας μια δεκατετράλεπτη «καταστροφή», έφτιαξαν ένα οκτάλεπτο αριστούργημα.
Αλλά δεν είναι μόνο η συναρπαστική αφήγηση. Διαβάζουμε με ενδιαφέρον για τα παρασκήνια ταινιών που εμείς οι παλιοί αγαπήσαμε, και που ασφαλώς θα αγαπούν και θα αγαπήσουν οι νέοι θεατές, μια και οι ταινίες του τώρα είναι προσβάσιμες σε πλατύτερο κοινό μέσω της τηλεόρασης, των video clubs, και των προσφορών εφημερίδων και περιοδικών. Έτσι έμαθα ότι μια από τις καλύτερες κωμωδίες που είδα ποτέ, «Αυτοί οι τρελοί παραγωγοί», δεν έκανε τα εισιτήρια που τις άξιζαν γιατί κάποια ανόητη κινηματογραφική κριτικός έθαψε την ταινία. Ακόμη διαβάζουμε και για άλλα πρόσωπα του κινηματογράφου, όπως π.χ. για τον Μελ Μπρουκς και τον Ρίτσαρντ Πράιορς, με τους οποίους ο Wilder γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του.
Στα κείμενά μου γράφω συχνά για τις συμπτώσεις που μου έχουν τύχει στη ζωή μου. Ο Wilder μιλάει κάμποσες φορές όχι για συμπτώσεις, αλλά για κάποιες ευτυχείς συγκυρίες και πού τον οδήγησαν: Το αφηγηματικό σχήμα είναι «αν»…. «θα», σε υποθετικό λόγο τρίτου είδους όπως τον διδάσκονται οι σπουδαστές των αγγλικών, και με την αρνητική εκδοχή σε ένα ή και στα δυο σκέλη. Αν δεν γινόταν αυτό και αυτό, δεν θα συναντούσε την Madeline Kahn, την παρτενέρ του στον «Φρανγκενστάιν Τζούνιορ» και στον «Μικρότερο αδελφό του Σέρλοκ Χώλμς». «Αν»... «Δεν θα παντρευόμουν στην Τζίλντα», για να αναφέρουμε μόνο δυο παραδείγματα.
Έχουμε την τάση να θεωρούμε τη ζωή των διασημοτήτων ανέφελη και ευτυχισμένη, όμως οι βιογραφίες τους αποκαλύπτουν ότι πολλοί από αυτούς έχουν περάσει αρκετές δύσκολες καταστάσεις στη ζωή τους. Ο Wilder είδε την Τζίλντα του να πεθαίνει από την επάρατο, ενώ και ο ίδιος μόλις κατάφερε να ξεφύγει.
Διαβάζοντας τον επίλογο, αναρωτιόμαστε: Δεν μπόρεσε ο Wilder να εκδώσει νωρίτερα το βιβλίο του, ή δεν θέλησε; Χρονολογία έκδοσης είναι το 2005, ενώ στον επίλογο διαβάζουμε ότι πέρασαν τεσσεράμισι χρόνια από τότε που κατάφερε να αναρρώσει ξεπερνώντας τον κίνδυνο. Η μέρα αυτή, όπως αναφέρει, ήταν η 10η Φεβρουαρίου 2000. Δεν ξέρω τι πράγματα έκανα εγώ εκείνη την ημέρα, αλλά ξέρω ότι το βράδυ διασκέδασα με τους φίλους μου, αυτούς που με επισκέφτηκαν για να με συγχαρούν για την ονομαστική μου εορτή.
Ο Wilder είναι ταλαντούχος συγγραφέας, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, και επινοητικός αφηγηματικά. Έστω και καθυστερημένα δρέπει δάφνες και στη λογοτεχνία, όπως έκανε και στον κινηματογράφο. Να του ευχηθούμε μακροζωία, για να απολαύσουμε και άλλα έργα του.
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα
Η πρώτη συγγραφική απόπειρα του γνωστού ηθοποιού Τζην Γουάιλντερ, η αυτοβιογραφία του, με την οποία αποκαλύφθηκε το συγγραφικό του ταλέντο
Είναι ένα βιβλίο από το είδος που μου αρέσει: αυτοβιογραφία. Είναι η αυτοβιογραφία ενός ηθοποιού που μου αρέσει: του Gene Wilder. O Gene Wilder, σε αντίθεση με πολλούς επώνυμους, δεν έχει γράψει μόνο την αυτοβιογραφία του: έχει γράψει ακόμη δυο μυθιστορήματα και ένα τόμο διηγήματα. Η αυτοβιογραφία του αποκάλυψε στο αναγνωστικό κοινό ότι έχει ταλέντο όχι μόνο ως ηθοποιός, όχι μόνο ως ζωγράφος, αλλά και ως συγγραφέας.
Αμέσως από τις πρώτες σελίδες καθηλώνει τον αναγνώστη με την αφηγηματική του τεχνική: Αποδέκτης της αφήγησής του είναι η Magie, η ψυχολόγος του. Άρα ξέρουμε ότι θα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός, όσο αποκαλυπτικός μπορεί να είναι ένας ψυχαναλυόμενος που έχει καταφέρει να ξεπεράσει τις περισσότερες αντιστάσεις του. Και το αποδεικνύει. Μιλάει χωρίς ενδοιασμούς για μια νεύρωσή του, έναν ιδεοψυχαναγκασμό, τον ιδεοψυχαναγκασμό να προσεύχεται.
Ένας ηθοποιός που έχει διαπρέψει στην κωμωδία θα είναι το ίδιο καλός και ως κωμωδιογράφος. Το απόδειξε γράφοντας το σενάριο μιας από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες που έχω δει, τον Φρανκενστάιν Τζούνιορ. Το αποδεικνύει και στην αυτοβιογραφία του, γράφοντας με έναν απολαυστικό τρόπο για τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες.
Εμείς οι απλοί αναγνώστες απολαμβάνουμε μια συναρπαστική αφήγηση. Οι αναγνώστες-ηθοποιοί και σκηνοθέτες αντλούν μαθήματα μέσα από το έργο, μαθήματα που θα τους φανούν χρήσιμα στη δουλειά τους.
Ένα παράδειγμα: Λέει κάπου ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσεις τη δουλειά ενός σκηνοθέτη είναι να δεις μια ταινία του χωρίς ήχο, ώστε να μην παρασυρθείς από το σενάριο και τη μουσική. Ακόμη δείχνει τη σημασία του μοντάζ στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας. Λέγει ότι κόβοντας και ράβοντας μια δεκατετράλεπτη «καταστροφή», έφτιαξαν ένα οκτάλεπτο αριστούργημα.
Αλλά δεν είναι μόνο η συναρπαστική αφήγηση. Διαβάζουμε με ενδιαφέρον για τα παρασκήνια ταινιών που εμείς οι παλιοί αγαπήσαμε, και που ασφαλώς θα αγαπούν και θα αγαπήσουν οι νέοι θεατές, μια και οι ταινίες του τώρα είναι προσβάσιμες σε πλατύτερο κοινό μέσω της τηλεόρασης, των video clubs, και των προσφορών εφημερίδων και περιοδικών. Έτσι έμαθα ότι μια από τις καλύτερες κωμωδίες που είδα ποτέ, «Αυτοί οι τρελοί παραγωγοί», δεν έκανε τα εισιτήρια που τις άξιζαν γιατί κάποια ανόητη κινηματογραφική κριτικός έθαψε την ταινία. Ακόμη διαβάζουμε και για άλλα πρόσωπα του κινηματογράφου, όπως π.χ. για τον Μελ Μπρουκς και τον Ρίτσαρντ Πράιορς, με τους οποίους ο Wilder γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του.
Στα κείμενά μου γράφω συχνά για τις συμπτώσεις που μου έχουν τύχει στη ζωή μου. Ο Wilder μιλάει κάμποσες φορές όχι για συμπτώσεις, αλλά για κάποιες ευτυχείς συγκυρίες και πού τον οδήγησαν: Το αφηγηματικό σχήμα είναι «αν»…. «θα», σε υποθετικό λόγο τρίτου είδους όπως τον διδάσκονται οι σπουδαστές των αγγλικών, και με την αρνητική εκδοχή σε ένα ή και στα δυο σκέλη. Αν δεν γινόταν αυτό και αυτό, δεν θα συναντούσε την Madeline Kahn, την παρτενέρ του στον «Φρανγκενστάιν Τζούνιορ» και στον «Μικρότερο αδελφό του Σέρλοκ Χώλμς». «Αν»... «Δεν θα παντρευόμουν στην Τζίλντα», για να αναφέρουμε μόνο δυο παραδείγματα.
Έχουμε την τάση να θεωρούμε τη ζωή των διασημοτήτων ανέφελη και ευτυχισμένη, όμως οι βιογραφίες τους αποκαλύπτουν ότι πολλοί από αυτούς έχουν περάσει αρκετές δύσκολες καταστάσεις στη ζωή τους. Ο Wilder είδε την Τζίλντα του να πεθαίνει από την επάρατο, ενώ και ο ίδιος μόλις κατάφερε να ξεφύγει.
Διαβάζοντας τον επίλογο, αναρωτιόμαστε: Δεν μπόρεσε ο Wilder να εκδώσει νωρίτερα το βιβλίο του, ή δεν θέλησε; Χρονολογία έκδοσης είναι το 2005, ενώ στον επίλογο διαβάζουμε ότι πέρασαν τεσσεράμισι χρόνια από τότε που κατάφερε να αναρρώσει ξεπερνώντας τον κίνδυνο. Η μέρα αυτή, όπως αναφέρει, ήταν η 10η Φεβρουαρίου 2000. Δεν ξέρω τι πράγματα έκανα εγώ εκείνη την ημέρα, αλλά ξέρω ότι το βράδυ διασκέδασα με τους φίλους μου, αυτούς που με επισκέφτηκαν για να με συγχαρούν για την ονομαστική μου εορτή.
Ο Wilder είναι ταλαντούχος συγγραφέας, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, και επινοητικός αφηγηματικά. Έστω και καθυστερημένα δρέπει δάφνες και στη λογοτεχνία, όπως έκανε και στον κινηματογράφο. Να του ευχηθούμε μακροζωία, για να απολαύσουμε και άλλα έργα του.
Και η συνέντευξη που
του πήραμε, στην Ελευθεροτυπία.
Subscribe to:
Posts (Atom)
