Book review, movie criticism

Thursday, February 6, 2014

70η ιστορία, Ο άρκαλος



70η ιστορία, Ο άρκαλος

  Τον λένε και ασβό. Το ανακάλυψα μόλις τώρα ψάχνοντας στη google.
  Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει άρκαλο. Όμως φαίνεται πως τα παλιά χρόνια ενδημούσε, αν όχι σε όλη την Κρήτη, σίγουρα όμως στην ανατολική. Δεν θέλει και ρώτημα από πού πήρε το Αρκαλοχώρι το όνομά του. 
  Θυμάμαι ένα συμμαθητή μου που τον παρανομιάζαμε άρκαλο. Επίσης αν κάποιος κάπνιζε πολύ, λέγαμε πως καπνίζει σαν τον άρκαλο. Όσο κι αν έψαξα στη google δεν βρήκα πώς προήλθε αυτή η παρομοίωση, αν και τη συνάντησα σε ένα κείμενο. Όμως, όπως είπα, άρκαλο δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Τώρα μόλις, με την ευκαιρία αυτής της ανάρτησης, βρήκα τη φωτογραφία του στο διαδίκτυο.
  Την 68η κατωχωρίτικη ιστορία με τίτλο «Το κρασί» την οποία ανάρτησα στο facebook την έκανα κοινοποίηση και στον Γιώργο τον Παραουλάκη, μια και αφορούσε το θείο του τον Νικόλα. Ο Γιώργος, παρεμπιπτόντως, είναι γιος του Κωστή, αδελφού του Νικόλα, που έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές αστείες ιστορίες, κάποιες από τις οποίες έχουμε ήδη αναρτήσει (και έχουν εκδοθεί από την εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιώνας» σε βιβλίο με τίτλο «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες»). Ο Γιώργος, αφού με ευχαρίστησε, μου είπε μια ακόμη ιστορία με τον θείο του, την οποία αντιγράφω και επικολλώ ως έχει.
  «Ένας φίλος του, καλοφαγάς να υποθέσω, εμφάνισε προβλήματα υγείας. Πήγε στο γιατρό. Ο μπάρμπας ενδιαφέρθηκε να μάθει.
  -Τι σου είπε ο γιατρός;
  -Ε, δεν έχω τίποτε σοβαρό. Μού είπε να προσέχω και να κάνω δίαιτα.
  -Και τι σου είπε να τρως;
  -Ε, λίγο μοσχάρι, λίγο χοιρινό, λίγο αρνί, λίγο κοτόπουλο, λίγο κουνέλι...
  -Και τι σου ’πε να μην τρως, τον άρκαλο;»

Wednesday, February 5, 2014

69η ιστορία, Τα αυγά



69η ιστορία, Τα αυγά

  Την ιστορία μας την είπε η Μιμίκα η Μαρκοπούλου, αδελφή του συνθέτη και πρόεδρος του συλλόγου Γεραπετριτών, στην κοπή της πίτας του συλλόγου μας, των Κατωχωριτών, την Κυριακή στις 2 Φεβρουαρίου 2014.
  Η ιστορία δεν είναι ακριβώς κατωχωρίτικη, αλλά νομιμοποιούμαι να τη γράψω γιατί η γιαγιά της, η Καλλιόπη Μαρκοπούλου, μια εκ των δύο πρωταγωνιστριών, είναι κατωχωρίτισσα, και μάλιστα από σόι. Ο παππούς της Καλλιόπης, από τη μεριά του πατέρα της, ήταν ο καπετάν Γιώργης Φραγκάκης, και από τη μεριά της μητέρας της ο καπετάν Γιώργης Τσαντιράκης, ένας από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους που κατάφερε να γλιτώσει στην έξοδο του Μεσολογγίου.
  Η γιαγιά μένει πια στην Ιεράπετρα. Αρχόντισσα, έχει ένα μεγάλο κήπο γύρω από το σπίτι της, όπου φυτεύει διάφορα. Η χατζίνα, μικρασιάτισσα, είναι γειτόνισσα και συνομήλική της. Ζει σ’ ένα παλιό δεσποτικό που της παραχώρησε ο δήμος. Τη ζηλεύει που είναι πλούσια κι αυτή είναι πάμφτωχη. –Αχ, να ’χα κι εγώ ένα κηπουλάκι, να φυτέψω ένα μαρούλι, μια ντομάτα, ένα κολοκυθάκι, να περνά και η ώρα μου, εξέφρασε το παράπονό της στην πλούσια γειτόνισσα.
  Η γιαγιά Μαρκοπουλίνα, που δεν ήταν ακόμη γιαγιά, πονόψυχη και μεγαλόκαρδη καθώς ήταν, όχι μόνο της παραχωρεί ένα κομμάτι από τον κήπο της αλλά και της δίνει ένα μικρό κούμο με μια κότα. Ευτυχισμένη η χατζίνα φυτεύει λίγα μποστανικά, και κάθε πρωί πηγαίνει στον κούμο και μαζεύει το αυγό της.
  Όμως οι κότες δεν κάνουν όλο το χρόνο αυγά, και η δική της δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Έρχεται λοιπόν η εποχή που έπαψε η κότα της να κάνει αυγά. Πηγαίνει ένα πρωινό η χατζίνα και ψάχνει τον κούμο, αυγό τίποτα. Πηγαίνει το άλλο, και το παράλλο, και πάλι δεν βρίσκει αυγό. Τι να υποθέσει;
  -Ο διάολος να τον πάρει και να τον σηκώσει που μου κλέβει τ’ αυγά. Που να πάθει… που να βγάλει… που να του… και οι κατάρες τις δεν είχαν τελειωμό.
  Η κυρία Καλλιόπη αναρωτιέται, λες να πηγαίνει κανένα από τα παιδιά της και να της κλέβει τα αυγά; Το θεωρεί απίθανο. Δεν είναι μόνο η διαπαιδαγώγηση που τους έχει δώσει, αλλά και τα τόσα αυγά που έχουν από το δικό τους κοτέτσι. Όμως τις κατάρες τις φοβάται, και ας στρέφονται «κατ’ αγνώστων». Βέβαια, η παροιμία λέει ότι αν άκουγε ο θεός των κοράκων δεν θα έμενε γάιδαρος για γάιδαρος στη γη, όμως και η σύνεση λέει ότι δεν ξέρεις καμιά φορά τι γίνεται. Για να σταματήσει λοιπόν η χατζίνα να καταριέται πήγαινε κάθε πρωί και έβαζε ένα αυγό στον κούμο όπου κούρνιαζε η κότα της. Στο δικό της κοτέτσι υπήρχαν πολλές κότες, και δεν ήταν όλες συγχρονισμένες στο σταμάτημα του αυγού, έτσι όλο και κάποιες έκαναν το αυγό τους.
  Η χατζίνα, βλέποντας την κότα της να ξανακάνει αυγά, σταμάτησε τις κατάρες. Έτσι ησύχασε και η κυρία Καλλιόπη.
  Η παραπάνω ιστορία ενίσχυσε μια πεποίθησή μου. Παλιά πίστευα ότι όλοι οι πλούσιοι είναι κακοί και όλοι οι φτωχοί καλοί. Ήταν μια από τις αριστερές ψευδαισθήσεις μου. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι οι καλοί και οι κακοί μοιράζονται σε όλα τα στρώματα, σε όλες τις τάξεις, σε όλες τις ομάδες, σε ποσοστά βέβαια που σίγουρα ποικίλουν. Έτσι είναι παρακινδυνευμένο να καταδικάζεις κάποιον a priori μόνο και μόνο επειδή ανήκει στην τάδε ομάδα ή στην τάδε τάξη, ή, προ παντός, στο τάδε κόμμα. Ας μην ξεχνάμε ότι παλιά, για κάποιους, κάθε αριστερός ήταν δυνάμει ληστοσυμμορίτης, και αν δεν κουβαλούσε πάνω του ένα κονσερβοκούτι, το είχε όμως καλά κρυμμένο στο σπίτι του για να μην το ανακαλύψει η αστυνομία.
  Θα διατυπώσω την ιερόσυλη σκέψη: δεν είναι κάθε αριστερός άγιος και κάθε χρυσαυγίτης κάθαρμα. Το λέω αυτό για να μην αρχίσουμε να πετροβολούμε το γείτονά μας επειδή, απογοητευμένος από τα κόμματα που μας οδήγησαν στην κατάσταση που μας οδήγησαν, ίσως επενδύσει τις ελπίδες του στη Χρυσή Αυγή και την ψηφίσει. Έχουμε ζήσει ένα διχασμό κι έναν εμφύλιο, φτάνει πια.  
 








Tuesday, February 4, 2014

Έλενα Βενιζέλου, Στη σκιά του Βενιζέλου



Έλενα Βενιζέλου, Στη σκιά του Βενιζέλου (μετ. Εύη Μελά), Ωκεανίδα 2002, σελ. 106

  Δεν ήθελα, με παρέσυρε ο Αλέξανδρος, ο εκδότης μου, να μπούμε σε ένα βιβλιοπωλείο. Δεν θέλω να αγοράζω πια βιβλία, και φοβόμουν ότι αν έμπαινα μέσα δεν θα τη γλίτωνα. Όσο και να ήξερα ότι δεν θα καταξοδευόμουν (υπήρχαν πάγκοι με βιβλία του ενός και των δύο ευρώ), δεν ήθελα να ξοδέψω ούτε και ελάχιστα.
  Τελικά οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Φεύγοντας από το βιβλιοπωλείο είχα πληρώσει 6 ευρώ, αλλά είχα πάρει 4 βιβλία.
  Δεν το μετάνιωσα. Πήρα μια hard copy ιταλική γραμματική με 1 ευρώ. Πού ξέρεις, λέω, μπορεί να μου έλθει η όρεξη να ασχοληθώ ξανά με τα ιταλικά. Μια γραμματική που έχω δεν ξέρω πού βρίσκεται. Ακόμη πήρα ένα βιβλίο για τις βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία. Για μόνο του θα πλήρωνα ευχαρίστως 6 ευρώ, και πλήρωσα μόνο 1. Το τρίτο βιβλίο ήταν «Ο Μπαλζάκ και η κινέζα μοδιστρούλα». Κινέζος ο συγγραφέας, είχα δει την ταινία, καταπληκτική. Πού ξέρεις, λέω, κάποια στιγμή μπορεί να το διαβάσω και να δω ξανά την ταινία. Αυτό όμως έκανε 2 ευρώ. Το τέταρτο, κι αυτό 2 ευρώ, ήταν «Στη σκιά του Βενιζέλου», μια μίνι αυτοβιογραφία της γυναίκας του Έλενας.
  Έχω γράψει ότι η βιογραφία, και φυσικά η αυτοβιογραφία, είναι ένα είδος που μου αρέσει. Και σ’ αυτό το βιβλίο, εκτός από την αυτοβιογραφία της Έλενας, υπάρχει και η βιογραφία του εθνάρχη. Επί πλέον, σαν κρητικός, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το αγοράσω, θα ήταν ντροπή μου.
  Δεν το μετάνιωσα. Το βρήκα φοβερά ενδιαφέρον. Με λιτό ύφος η Έλενα αφηγείται κορυφαίες στιγμές από τη ζωή του συζύγου της, με όλη τη συναισθηματική φόρτιση που εμπεριέχει μια αυτοβιογραφία. Η αφήγηση της δεύτερης απόπειρας κατά του Βενιζέλου το 1933 είναι συναρπαστική. Ήξερα πως ο ίδιος είχε γλιτώσει, αλλά δεν ήξερα ότι η ίδια είχε τραυματισθεί σοβαρότατα και ότι ένα άτομο της προσωπικής του φρουράς είχε υποκύψει. Η εικοσάλεπτη καταδίωξη μέχρι να φτάσουν στον Ευαγγελισμό ήταν σωστό θρίλερ.
  «…αυτός που είχε οργανώσει την απόπειρα δεν ήταν άλλος από τον διευθυντή της Γενικής Ασφάλειας» (σελ. 88).
  Ο πρόεδρος σχολίασε: «Φαντασθείτε τη Σκότλαντ Γιαρντ επικεφαλής μιας τέτοιας συνωμοσίας» (σελ. 89).
  Μόνο στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα μπορούν οι μυστικές υπηρεσίες να οργανώνουν δολοφονικές απόπειρες κατά των προέδρων τους, στην Αγγλία, μια πολιτισμένη χώρα, ποτέ.
  Κάποια πράγματα που διάβασα και που αγνοούσα με εξέπληξαν κυριολεκτικά.
  Διαβάζω:
  «Την εποχή εκείνη, ήταν το μόνο σπίτι (η έπαυλη του αδελφού του πατέρα της στην ακτή του Μαρμαρά) που διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα, αφού ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ απαγόρευε την εγκατάστασή του. Η γεννήτρια ηλεκτρισμού θύμιζε στον θολωμένο από τον φόβο δολοφονικής απόπειρας νου του μια άλλη λέξη: δυναμίτης (δυναμό λέγαμε το εξάρτημα εκείνο στα ποδήλατά μας που τροφοδοτούσε με ρεύμα το φανάρι μπροστά-σημείωση δική μου). Το τηλέφωνο και τα ξένα βιβλία ήσαν απαγορευμένα. Στα σύνορα κατασχέθηκαν τα δικά μου. Απαγορευόταν επίσης η εξόντωση των αξιοθρήνητων ορδών κίτρινων ψωριασμένων σκυλιών, γιατί μέσα τους μπορεί να έκρυβαν την ψυχή κάποιου προγόνου» (σελ. 22-23).
  Τυχερά τα αδέσποτα!!!

Monday, February 3, 2014

Άντων Τσέχωφ, Διηγήματα (2 τόμοι)



Άντων Τσέχωφ, Διηγήματα (μετ. Κυριάκος Σινόπουλος και Ε. Ανδρουλιδάκης), Βιβλιοθήκη για όλους, 1968

  Αφού ενθουσιάστηκα με τον Τσέχωφ (έκανα ήδη πέντε σχετικές αναρτήσεις) αγόρασα από παλαιοπωλείο ένα ακόμη τόμο με διηγήματά του, δεμένο, 10 ευρώ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δυο βιβλία που δέθηκαν σε ένα τόμο, 300 τόσες σελίδες το κάθε ένα. Το δεύτερο, με ένα πρόλογο που υπογράφει ο μεταφραστής το 1962, προφανώς προηγείται χρονικά από το πρώτο, το οποίο φέρει ως χρονολογία έκδοσης το 1968.
  Χιουμοριστικός, σατιρικός, σαρκαστικός, αλλά και μελαγχολικός έως δραματικά τραγικός, ο Τσέχωφ είναι από τους κορυφαίους της διηγηματογραφίας. Το διαπίστωσα αργά, αλλά, όπως λέει και η παροιμία, κάλιο αργά παρά ποτέ.
  Δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι γράφοντας τα ίδια που έγραψα και στις προηγούμενες αναρτήσεις, γι’ αυτό θα περιοριστώ σχολιάζοντας αποσπάσματα.
  Ο πρώτος τόμος ξεκινάει με ένα εκτενές διήγημα, στην πραγματικότητα μια νουβέλα, τον «Θάλαμο 6».
  Ο «Θάλαμος 6» είναι ο θάλαμος των τρελών. Ο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς τους περιθάλπει. Από αυτούς ξεχωρίζει τον Ιβάν Ντμίτριτς, έναν μορφωμένο νέο που σκληρά κτυπήματα της μοίρας τον οδήγησαν στην ψυχολογική του κατάρρευση. Ο γιατρός που κάνει μια μονήρη ζωή τον επισκέπτεται συχνά, καθώς στην μικρή επαρχιακή πόλη που ζει δεν μπορεί να συναντήσει άλλον εξίσου πνευματώδη συνομιλητή. Μέσα από τις συνομιλίες τους ο Τσέχωφ εκθέτει αντιλήψεις για τα θεμελιώδη μεταφυσικά και υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν κατά καιρούς τους ανθρώπους, τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκθέσει, τουλάχιστον τόσο εκτενώς, στα μικρότερα διηγήματά του, που η έκτασή τους σπάνια ξεπερνάει τις πέντε σελίδες. Έτσι διαβάζουμε για την αθανασία αλλά και για την στωική αυτάρκεια, για τα ανθρώπινα πεπρωμένα αλλά και για τη μοναξιά.
  Η μοναξιά δεν είναι μια αναπόδραστη υπαρξιακή συνθήκη όπως θέλουν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι αλλά μια κατάσταση μακαριότητας. Δεν ξέρω κατά πόσο ο Τσέχωφ συνηγορούσε με τον ήρωά του, πάντως γράφει τις παρακάτω ιερόσυλες γραμμές:
  «Ο γιατρός σκέφτηκε πως ο Εωσφόρος είχε προδώσει το Θεό από τη λαχτάρα του για τη μοναξιά. Οι άγγελοι πετούσαν όλοι τσούρμο και δεν μπορούσαν να χαρούν αυτή την ψυχική μακαριότητα» (σελ. 67).
   Όμως αυτή η μοναξιά έχει πλήξει την ψυχική ισορροπία του γιατρού. Οι άλλοι αρχίζουν να βλέπουν με καχυποψία αυτά τα πολύωρα ξεμοναχιάσματα με τον τρελό. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήξει και ο ίδιος τρόφιμος στον θάλαμο 6.
  Δεν αποκλείεται να επηρεάστηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από αυτό το διήγημα ο Ken Kesey, που πάνω στο μυθιστόρημά του και τη θεατρική του διασκευή στηρίχτηκαν οι σεναριογράφοι για να γράψουν το σενάριο της «Φωλιάς του κούκου» που γύρισε ο Μίλος Φόρμαν.
  Ένα άλλο απόσπασμα το έχουμε σχολιάσει σε ξεχωριστή ανάρτηση με τίτλο «Περί σκέψεων, αποφθεγμάτων, ευφυολογημάτων και ρητών»· στην οποία ξέχασα να παραθέσω ένα άλλο απόσπασμα, από άλλο διήγημα όμως, που το ανάρτησα μάλιστα στον τοίχο μου στο facebook: «Η ανδρική λογική ποτέ δεν μπορεί να πει την τελευταία λέξη με τις γυναίκες» (σελ. 231).
  Ένα από τα εκτενή διηγήματα είναι και η «Βέροτσκα». Κινείται μέσα στο κλίμα των μετέπειτα μεγάλων θεατρικών έργων του, αυτό της frustration, της απογοήτευσης. Εσωτερικές αναστολές εμποδίζουν τον ήρωά μας να ανταποκριθεί άμεσα στην αγάπη της Βιέρας. Θα επιχειρήσει να το κάνει, λίγη ώρα μετά, πηγαίνοντας σπίτι της.
  «Μονάχα αυτό το σκυλί τον είδε να γυροφέρνει δυο φορές στο σπίτι, να στέκεται κάτω από το σκοτεινό παραθύρι της Βιέρας, και ύστερα με μια μελαγχολική χειρονομία που έδειχνε απελπισία και εγκατάλειψη μαζί, να βγαίνει από τον κήπο με ένα βαθύ αναστεναγμό» (σελ. 210). Αμλετικά (ή μήπως μικροαστικά;) διστακτικός, δεν βρήκε το θάρρος να της κτυπήσει την πόρτα, να πάρει τη μεγάλη απόφαση.
  Διαβάζοντάς το σε κάποιο σημείο σταμάτησα. Θυμήθηκα. Ήταν ένα από τα κείμενα που είχε το «Russian without toil» που διάβαζα φοιτητής, μαθαίνοντας ρώσικα. Το πήρα από τη βιβλιοθήκη μου και ξαναδιάβασα το απόσπασμα στο πρωτότυπο. Είναι το κορυφαίο σημείο του διηγήματος όπου η Βιέρα εξομολογείται τον έρωτά της. Θυμάμαι πόσο με είχε συγκινήσει.
  Πριν χρόνια έγραψα ένα συγκριτολογικό μελέτημα με τίτλο «Ο Επικήδειος του Ιωάννη Κονδυλάκη και Οι δυο θάνατοι του Ιωακείμ-κραυγή του νερού του Ζόρζε Αμάντο». Κρίμα που δεν είχα υπόψη μου τον «Επικήδειο» του Τσέχωφ, ένα μικρό, αλλά εξίσου σπαρταριστό διήγημα με αυτό του Κονδυλάκη.
  Καλούν τον Γρηγόριο Πέτροβιτς να ψάλει τον επικήδειο ενός γραμματέα. Είναι ξεφτέρι στους δεκάρικους και με μεγάλη προθυμία ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις. «Ο αμείλικτος και ανοικτίρμων θάνατος έθεσεν επ’ αυτού την κατεσκληκυίαν χείρα του και τον αφήρπασεν ασπλάχνως εν πλήρει ακμή και εργατικότητι… Ω! ανεπανόρθωτος απώλεια! Τις θα τον αντικαταστήσει; Καλούς υπαλλήλους βεβαίως έχομεν πολλούς, αλλ’ ο Προκόπης Όσηπιτς ήταν μοναδικός…» (σελ. 266).
  Κάποιο σούσουρο στο ακροατήριο δεν τον ανησύχησε ιδιαίτερα, όταν όμως διέκρινε ανάμεσα στον κόσμο και τον Προκόπη Όσηπιτς, αναφώνησε με «έκφραση φρίκης»: «Μωρέ αυτός είναι ζωντανός!».
  Είχε γίνει λάθος. Για άλλον γραμματέα επρόκειτο. Αυτός τον οποίο γνώριζε ο Πέτροβιτς και για τον οποίο εκφωνούσε τον επικήδειο είχε μετατεθεί σε άλλη υπηρεσία, και ήταν τώρα παρών στην κηδεία του γραμματέα που τον αντικατέστησε.
  Και, όπως και ο ήρωας του Κονδυλάκη, για να γλιτώσει το ξύλο «τόβαλε στα πόδια» (σελ. 226).
  «-Σκυλί!... Κοπρίτη!... Εγώ νόμιζα πως σ’ είχα παραχώσει στον τάφο, και συ ζεις ακόμα!... βλαστημούσε στο δρόμο.
  Κι έτρεχε… έτρεχε σαν δαιμονισμένος» (σελ. 227).
  Διαβάζω:
  «Τι να σας πω, η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος» (σελ. 253).
  Σε μια ανάρτηση που έκανα για μια ιρανική ταινία αναφέρομαι στις τρεις προσευχές του Θαλή, τις οποίες έλεγα κάθε φορά που ήθελα να πειράξω κάποιες φίλες (δεν θα τολμούσα να το κάνω σε μη φίλες, θα ήταν επικίνδυνο).  –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες άνθρωπο και όχι ζώο. –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες έλληνα και όχι βάρβαρο. –Θεέ μου, σε ευχαριστώ που με έκανες άνδρα και όχι γυναίκα.
  Δεν έλεγα μόνο αυτές. Έλεγα και μια παροιμία που είχα διαβάζει στη ρωσική μέθοδο που ανέφερα παραπάνω. «Κούριτσα νιε πτίτσα, α μπάμπα νιε τσελοβιέκ».
  Έσπαγα πλάκα με το αμήχανο βλέμμα τους. –Άντε, μετάφραζε, τι μας το λες στα ρώσικα. Εγώ, αφού έκανα για λίγο το δύσκολο, μετέφραζα: «Η κότα δεν είναι πουλί, και η γυναίκα δεν είναι άνθρωπος», έτοιμος να το βάλω κι εγώ στα πόδια, αν η αγανάκτησή τους πήγαινε να ξεπεράσει τη γλωσσική έκφραση.
  Και πάμε στον δεύτερο τόμο.
  Διαβάζουμε:
  «Πού έμαθε να διαλέγει τα ωραία καπέλα και ποιος τον έμαθε πώς να ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα και να λέει Ναταλία αντί για Νατάσα;» (σελ. 138).
  Στην Ελλάδα το Νατάσα είναι υποκοριστικό του Αναστασία. Έτσι νόμιζα ότι η Νατάσα, η αδελφή της Σβετλάνας, της δασκάλας μου στα ρώσικα, ήταν Αναστασία. Πέρασαν χρόνια πριν μάθω ότι το όνομά της ήταν Ναταλία. Παρεμπιπτόντως, πιο πριν διάβασα σε υποσημείωση ότι το Μάνια είναι υποκοριστικό του Μαρία.
  Διαβάζουμε:
  «Η βότκα είναι φτιαγμένη για να πίνεται και ο αστακός για να τρώγεται, οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για τον έρωτα και το χιόνι για να περπατάμε πάνω του» (σελ. 209).
  Και θυμήθηκα:
  «Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!».
  Δεν έχω καθόλου καλό θυμητικό, το υφολογικό σχήμα είναι που θυμήθηκα καθώς και δυο τρεις στίχους, ανάμεσα στους οποίους και ο τελευταίος με το εφέ του απροσδόκητου, με την έλλειψη ημιστίχιου. Το παραπάνω απόσπασμα το έκανα αντιγραφή και επικόλληση από το διαδίκτυο.
  Γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, είναι από το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ελύτη. (Νομίζω δεν χρειάζεται να γράψω και του Οδυσσέα, ή μήπως;).
  Μπορεί να μην έχω καλό θυμητικό, θυμάμαι όμως ανέκδοτα.
  Ένας κρητικός που ήλθε να δει το γιο του στην Αθήνα πηγαίνει στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα. –Δώσε μου ένα πακέτο Καρέλια και γράψε το, λέει στον περιπτερά. – Εμείς εδώ κουμπάρε δε γράφουμε, του λέει αυτός. –Μπράβο, θυμητικό που το ’χετε!!!!, σχολιάζει με θαυμασμό ο κρητικός.
  Σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να τελειώσει κανείς μιλώντας για τον Τσέχωφ με ένα κρητικό ανέκδοτο, όμως εγώ έτσι θα τελειώσω.
 


 
   

Saturday, February 1, 2014

Περί σκέψεων, αποφθεγμάτων, ευφυολογημάτων και ρητών



Περί σκέψεων, αποφθεγμάτων, ευφυολογημάτων και ρητών

  Πολλές φορές διαβάζω σκέψεις, αποφθέγματα, ευφυολογήματα και ρητά τα οποία εντυπωσιάζουν με κάποιο υφολογικό στοιχείο, με κάποιο εφέ, αλλά που δεν νομίζω ότι το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περίφημο «Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» του Σωκράτη, που είναι ολοφάνερο ψέμα, αλλά εντυπωσιάζει με το οξύμωρο σχήμα του.
  Σταμάτησα να διαβάζω το «Θάλαμο 6», μια μακροσκελή νουβέλα του Τσέχωφ για την οποία μας μίλησε με ενθουσιασμό χθες βράδυ ο Μανώλης ο Πρατικάκης στις συναντήσεις μας στο café-Macao, για να γράψω αυτές τις γραμμές, όταν έπεσα πάνω σ’ αυτό εδώ: «…τα βιβλία είναι το τετράδιο με τις μουσικές νότες, ενώ η συζήτηση είναι το τραγούδι» (βρίσκεται στο 6ο κεφάλαιο μιας παμπάλαιης έκδοσης που την αγόρασα από παλαιοπωλείο). Εντυπωσιάζει η μεταφορά, όμως δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι έτσι. Προφανώς ο Τσέχωφ δεν εννοεί μια κατά λέξη αναλογία (οι νότες όπως και τα γράμματα διαβάζονται ενώ ο λόγος όπως και το τραγούδι ακούγονται), αλλά ότι η συζήτηση είναι ανώτερη από το διάβασμα, κάτι που φαίνεται από το συγκείμενο. Δυο γραμμές πιο πάνω διαβάζουμε: «Ούτε βλέπουμε ούτε προσμένουμε γύρω μας κάποια πνευματική εκδήλωση, κι έτσι είμαστε στερημένη από κάθε ψυχική χαρά. Μας απομένουν τα βιβλία. Μα άλλο πράγμα η μελέτη, κι άλλο η συζήτηση, η πνευματική επαφή με τους ανθρώπους».
  Η συζήτηση, η πνευματική επαφή, όπως και κάθε επαφή με ανθρώπους και προπαντός με φίλους είναι αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, θεραπευτική, πολύ περισσότερο από ότι το διάβασμα. Όμως ποτέ δεν θα σου προσφέρει η συζήτηση τη γνώση ή τη σοφία που θα σου προσφέρει ένα βιβλίο. Με το βιβλίο «συνομιλείς» με κορυφαίους νεκρούς, ενώ με κορυφαίους ζωντανούς σπάνια θα έχεις την ευκαιρία να συζητήσεις.