Book review, movie criticism

Thursday, June 12, 2014

Γιάννης Φιλιππίδης, Ζωή με λες



Γιάννης Φιλιππίδης, Ζωή με λες, Άνεμος εκδοτική 2011, σελ. 155

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ποιητική η γραφή, ερωτικό το περιεχόμενο

  Την ίδια χρονιά με το «Κρατάς μυστικό», το οποίο παρουσιάσαμε στο Λέξημα, ο Γιάννης Φιλιππίδης εκδίδει και ένα άλλο βιβλίο, όχι όμως μυθιστόρημα όπως το προηγούμενο, αλλά με κείμενα διάφορα, 31 τον αριθμό. Στα κείμενα αυτά γνωρίζουμε και έναν άλλο Φιλιππίδη, όχι μόνο τον πεζογράφο αλλά και τον ποιητή. Ακόμη ακόμη και τον θεατρικό συγγραφέα.
  Τα κείμενα θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία θα εντάσσαμε τα πεζογραφικά, τα αμιγώς πεζογραφικά. Σ’ αυτά ο Φιλιππίδης μας αφηγείται διάφορες ιστορίες, προσωπικές και μη. Από τα «προσωπικά» τρία φιλιά αντιγράφουμε το τέλος.
  «Η βροχή συνέχισε ως το μεσημέρι. Κι από προορισμό σε προορισμό, βράχηκα πολλές φορές ως την αργοπορημένη επιστροφή μου στο σπίτι.
  Αλλά ένα αχνό χαμόγελο το ’νοιωθα στην έκφρασή μου.
 
  Ήταν η ευδαιμονία. Από τα τρία μας φιλιά. Κι αυτή, δεν θ’ άλλαζε από καμιά αναποδιά της μέρας» (σελ. 81).
  Το «Ζωή με λες» που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο είναι ο μονόλογος μιας κοπέλας με αποδέκτη τον αγαπημένο. Τελειώνει ως εξής:
  «Ζωή με λες και θα ’θελα, να μ’ αγκαλιάζεις πιο συχνά, να δραπετεύουμε από την ασκήμια, από ανησυχίες που φωνάζει η μέρα και τις μασκαρεύει το σκοτάδι, που απλώνεται ταυτόχρονα με το νυχτερινό βουητό, που φέρνουν πρόθυμα οι ανεξέλεγκτες στροφές στο πληγωμένο σου συναίσθημα» (σελ. 143).
  Το πιο εκτενές κείμενο του βιβλίου είναι «Το αρμυρό φιλί της Στυλιανής», 18 σελίδες. Πρόκειται για την ιστορία μιας άτυχης κοπέλας που έμεινε μέρες πάνω σ’ ένα ψηλό βράχο αγναντεύοντας το πέλαγο μήπως φανεί το καράβι με τον αγαπημένο της, τρώγοντας μόνο λίγες ελιές. Η μάνα της την έχασε, κάποιοι που την είδαν την πληροφόρησαν πού βρίσκεται. Έτρεξε να τη βρει όμως ήταν πια αργά, δεν βρήκε παρά μόνο το άδειο σακούλι με τις ελιές.
  «Κάποιοι αρχίνισαν τα βράδια στα νυχτέρια, να μιλάνε για τη νεράιδα. Στα λευκά. Όπου στεκόταν εκεί στο ίδιο μέρος, έλεγαν. Κάτω απ’ το θηλυκό πεύκο, με τις μεγάλες κουκουνάρες» (σελ. 53-54).
  Η ιστορία αυτή μου θύμισε έναν άλλο βράχο, την κορυφή της θεάς, shen nu feng στα κινέζικα, που διαβάσαμε στο κινέζικο αναγνωστικό. Η θεά ερωτεύτηκε τα «τρία φαράγγια», ένα από τα αξιοθέατα της Κίνας, και έμεινε στη γη αφού μεταμορφώθηκε σε βράχο, για να βοηθάει τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους ναυτικούς.
   Στη δεύτερη κατηγορία θα κατατάσσαμε θεατρικούς διαλόγους, του στυλ «Εκείνος και εκείνος», για να θυμηθούμε μια δημοφιλή σειρά της ΕΡΤ πριν χρόνια, μόνο που εδώ είναι «Εκείνος και εκείνη». Η στιχομυθία είναι κοφτή και σύντομη, έχοντας την ίδια νατουραλιστική αμεσότητα που επισημάναμε και στα διαλογικά μέρη του «Κρατάς μυστικό». Να δώσουμε ένα μικρό χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «Μέρες και νύχτες με τον καθρέφτη μου ΙΙ».
  «-Έχεις ώρα να καπνίσεις.
-Ξεχάστηκα με την κουβέντα.
-Καπνίζεις αβέρτα.
-Δεν το ελέγχω. Αλλά θα ’θελα.
-Όταν θες κάτι, απλά το κάνεις.
-Δεν είν’ έτσι.
-Και πώς είναι;
-Πολλά θέλουμε να κάνουμε· αλλά δεν μπορούμε.
-Όλα τα μπορούμε…» (σελ. 125-126).
  Στην τρίτη κατηγορία θα κατατάξουμε τα ποιήματα, αφού σημειώσουμε ότι και τα πεζά έχουν κατά τόπους ένα ποιητικό χαρακτήρα. Όμως υπάρχουν και μικρά πεζά εντελώς ποιητικά, όπως το «Φθαρμένο εξώφυλλο».
  «Δέρμα λεπτό στο φως, το πρόσωπο. Γραμμές με διαδρομές σκέψεων σε δρόμους χωμάτινους, μπλεγμένους ανάμεσα σε στεριές από στάχυα, φοβισμένα από σμήνη αναιδών ακρίδων, που γέρνουν πεινασμένη τη σκιά πάνω από τ’ αθέριστα. Φθαρμένο εξώφυλλο παλιού μυθιστορήματος το απροσδιόριστό σου βλέμμα, βιβλίο τριμμένο απ’ τα πολλά αγκαλιάσματα, τις πρόσκαιρες εμπιστοσύνες βιαστικών αναγνωστών, που αρνήθηκαν τη χάρη άξιων μυστικών, κι είχες απλώσει άσκεφτα πλάι τους, τόσες ελπίδες. Άσε το στόμα σου μισάνοιχτο, στη μοναξιά που τριγυρίζει σε ώρες αιχμηρές για το συναίσθημα κι αφουγκράσου σαν να μην είσαι ’κει, φθόγγους και φόβους, που φωνάζουν από μόνοι τους» (σελ. 55).
  Στα περισσότερα από τα καθαρά ποιήματά του πολλές φορές πρωτοτυπεί, δίνοντάς τους μια κατά κάποιο τρόπο πεζή φόρμα, με το να μη βάζει τους στίχους σε ξεχωριστή γραμμή αλλά να τους χωρίζει με μια παχιά άνω τελεία. Θα παραθέσουμε το ποίημα «Στα μάτια σου».
  Στα μάτια σου γίνομαι φως άπλετο ικανό να φωτίσει μέρες και νύχτες ακριβές ζεστή ανατολή γεμάτη ελπίδες μαβί ηλιοβασίλεμα ν’ αγκαλιάσω τη νοσταλγία σου γίνομαι σελίδες ανοιχτού βιβλίου γεμάτου λέξεις για εικόνες και ταξίδια που δεν έγιναν ποτέ αλλά θαρρείς και υπήρξαν (σελ. 59).
  Όμως το πιο πρωτότυπο στα ποιητικά του είναι η χρήση σε κάποια από αυτά μιας poésie concrète, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι δυνατότητες του κειμενογράφου. Στον «Ήλιο να μου χαρίζεις τα πρωινά» κάποιες λέξεις είναι σε μεγαλύτερη γραμματοσειρά, ενώ ο τελευταίος στοίχος διαγράφει ένα ημικύκλιο. Υπάρχουν κι άλλα τέτοια.
  Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου με τίτλο «Σιωπή», είναι γραμμένο σε σχήμα κοχλία. Δεν ξέρω αν το word δίνει αυτή τη δυνατότητα, βλέπω όμως τα όρια του ηλεκτρονικού κειμένου. Θα στριφογυρίσω το βιβλίο για να διαβάσω το κείμενο, πράγμα που θα μπορούσα να κάνω και σε tablet, όχι όμως και στην οθόνη ενός pc. Βέβαια θα μπορούσε να διαβαστεί σε μορφή εικόνας, στρέφοντάς τη διαδοχικά αριστερά.
  «Δεν μπορώ να εκφράσω ούτε μια λέξη όρθια, συντακτικό αχανές, χαοτικό. Πνιγμοί δευτερολέπτων από στιγμιαία ασφυξία. Χρόνος με πρόσημο αρνητικό. Ομίχλη στις μεγάλες μου προτάσεις, καμιά ξεκάθαρη εικόνα. Μονάχα ασαφείς ευχές ίσαμε για να βρίσκονται κι αυτές. Ανάγκη να σβήσω το φως. Σιωπή» (σελ. 155).
  Το βιβλίο κοσμείται με άφθονες ωραιότατες καλλιτεχνικές φωτογραφίες της Ρενέ Ρεβάχ, σε κάποιες από τις οποίες βρίσκονται και κείμενα, μια ακόμη πρωτοτυπία του Φιλιππίδη. Πρωτότυπο, ερωτικό και ποιητικό το βιβλίο του, του ευχόμαστε και από αυτές τις γραμμές να είναι καλοτάξιδο.

Monday, June 9, 2014

Tahar ben Jelloun, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη



Tahar ben Jelloun, Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη (μετ. Λόισκα Αβαγιανού), Αστάρτη 1990, σελ. 103
 
  Μας έμεινε ένα ακόμη βιβλίο του Ταχάρ μπεν Ζελούν να παρουσιάσουμε, το «Ημέρα σιωπής στην Τεγγέρη»· εκτός και αν στο «ράφι των τύψεων» είναι κρυμμένο κανένα ακόμη. Πάντως στο διαδίκτυο που κοίταξα από περιέργεια είδα ότι κυκλοφορούν πάρα πολλά έργα του από τις εκδόσεις Λιβάνη.
  Χθες γράψαμε και αναρτήσαμε για την «Προσευχή της ερήμου». Ελπίζω να αναρτήσω και αυτή τη βιβλιοκριτική σήμερα.
  Το έργο θα μπορούσε να έχει ως τίτλο «Ο γέρος και οι αναμνήσεις του». Είναι μια λογοτεχνική σπουδή πάνω στα γηρατειά και τη μοναξιά που τη συνοδεύουν. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής μιλάει για έναν ογδοντάχρονο γέρο, αλλά και ο ίδιος ο γέρος μιλάει για τον εαυτό του, για τους φίλους του που πέθαναν, για τη σχέση του με τους γιους του, για τη σχέση του με τη γυναίκα του, για τη μοναξιά του. "Στο «Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη» ο Ταχάρ μπεν Ζελούν αποποιήθηκε ηθελημένα κάθε λογοτεχνική φιλαρέσκεια, κάθε προσπάθεια σαγήνευσης με τον εξωτισμό" διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Και πράγματι βρίσκεται στους αντίποδες, αν και όχι ακριβώς, της «Προσευχής της ερήμου». Η ποιητικότητα της γραφής απουσιάζει, όπως και ο μύθος με τα αλληλοδιαδεχόμενα, «πυρηνικά» επεισόδια. Μου θύμισε πολύ ένα άλλο μυθιστόρημα, την «Πέτρα της υπομονής» του Atiq Rahimi. Και σ’ αυτό η «δράση» λαμβάνει χώρα σε ένα δωμάτιο. Ένας άντρας είναι ξαπλωμένος, βαθειά τραυματισμένος. Αυτό που διαβάζουμε είναι ο μονόλογος της γυναίκας του, με αποδέκτη τον άντρα της για τον οποίο αμφιβάλλει αν την ακούει. Μιλάει για τη σχέση τους, για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, για την καταπίεση της γυναίκας. Στη βιβλιοκριτική που έγραψα γι’ αυτό το έργο είπα ότι θα μπορούσε να διασκευαστεί σε θεατρικό μονόλογο. Το ίδιο μπορώ να πω και για το έργο του μπεν Ζελούν. Δεν ξέρω αν το έργο του Rahimi διασκευάστηκε σε θεατρικό, ξέρω όμως ότι γυρίστηκε σε ταινία.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Η μυωπία του τον παρασύρει σε γκάφες. Μια μέρα πήρε από πίσω την ίδια του την κόρη που συνοδευόταν από μια φίλη. Όταν στράφηκε προς αυτόν για να διαμαρτυρηθεί, εκείνος τραύλισε κάτι σαν: Ήθελα να δω αν είσαι σοβαρή!» (σελ. 24).
  Υπάρχουν και χειρότερα:
  Πριν λίγα χρόνια διάβασα στις εφημερίδες για κάποιον έμπορο που οι δουλειές του τον έφεραν στην Πάτρα. Το θεώρησε ευκαιρία να μπερμπαντέψει. Έκλεισε ραντεβού στο ξενοδοχείο του από τις ροζ αγγελίες. Περιμένει με ανυπομονησία την κοπέλα, κτυπάει η πόρτα, ανοίγει, και τι να δει! Την κόρη του. Έπεσε κάτω ξερός.
  Και ένα άλλο.
  «Θυμάμαι μια νεαρή κοπέλα με κατάλευκο δέρμα, αυθόρμητη κι έξυπνη, που είχε έρθει στο σπίτι για τις δουλειές του νοικοκυριού. Αυτή η κοπέλα μ’ αναστάτωσε. Μαζί της ήμουν αδέξιος. Το εκμεταλλευόταν και με προκαλούσε. Θυμάμαι ξεκάθαρα τα μικρά στήθη της, ολόφρεσκα και κόκκινα από ευχαρίστηση, που τα άφηνε ελεύθερα κάτω από μια πουκαμίσα. Φαίνονταν πάρα πολύ όταν έσκυβε από πάνω μου για να με σερβίρει ή να σφουγγαρίσει, ήταν μια τσαπερδόνα» (σελ. 65-66).
  Ήταν ένας «Πειρασμός», για όσους δεν σας ήλθε ακόμη στο μυαλό το θεατρικό έργο του Ξενόπουλου. Φυσικά είχε την ίδια μοίρα, διώχτηκε από το σπίτι.
  Ακόμη,
 «Θυμάται πως στις αρχές του γάμου τους, ο άντρας της διπλοκλείδωνε την πόρτα του σπιτιού τους. Εκείνη δεν είχε το δικαίωμα να βγαίνει, παρά μονάχα μια φορά την εβδομάδα για να πάει στο χαμάμ. Τη συνόδευε εκεί ο ίδιος, και το βράδυ πήγαινε να την πάρει. Μερικές φορές ξεχνούσε να πάει, και μετά έτρεχε βρίζοντας στο χαμάμ. Η ζήλεια αποτελούσε τμήμα της παράδοσης. Ανήκε στην τάξη των πραγμάτων» (σελ. 85-86).
  Μια γυναίκα στο δικό μας κόσμο θα τον είχε χωρίσει. Όμως στο ισλάμ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.
  Και ένα τελευταίο απόσπασμα:
  «Εν τούτοις δεν σκοπεύω να μιμηθώ τους Γιαπωνέζους και να ζητήσω να με αποθέσουν στην κορυφή του Τουμπκάλ, πάνω σε μια ψάθα, κι εκεί να περιμένω το θάνατο από την πείνα, το κρύο και τα όρνια. Δεν μ’ ενοχλεί καθόλου η ιδέα πως τα μυρμήγκια θα φάνε τη σάρκα μου όταν θα βρίσκομαι μέσα στο χώμα, αλλά μου είναι ανυπόφορη η σκέψη – και η εικόνα – πως τα όρνια θα μου βγάζουν τα μάτια ενώ εγώ θ’ ανασαίνω ακόμα…. Όπως και να ’ναι, αυτό δεν εφαρμόζεται πια στην Ιαπωνία. Οι Γιαπωνέζοι αυτοκτονούν» (σελ. 100).
  Πάντα υποπτευόμουν ότι οι καταστάσεις που παρουσιάζει ο Σοχέι Ιμαμούρα στην ταινία του «Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» δεν είναι ολότελα μυθολογικές.
  Ωραίος ο Ταχάρ μπεν Ζελούν. Ελπίζω να πέσουν και άλλα έργα του στα χέρια μου για να τα διαβάσω.
   

 

Sunday, June 8, 2014

Ταχάρ μπεν Ζελούν, Η προσευχή της ερήμου

Ταχάρ μπεν Ζελούν, Η προσευχή της ερήμου (μετ. Γιώτα Ιωαννίδου), Αστάρτη 1985

  Πριν τέσσερα χρόνια παρουσιάσαμε ένα άλλο βιβλίο του μαροκινού συγγραφέα Tahar Ben Jelloun, μια συλλογή με διηγήματα με τίτλο «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία». Στην ανάρτηση που κάναμε παραθέτουμε ένα αρκετά εκτενές βιογραφικό του. Σειρά έχει σήμερα «Η προσευχή της Ερήμου».
  Το έργο αυτό, με πρωτότυπο τίτλο La prière de labsent, εκδομένο το 1981, είναι από τα πρώτα του μπεν Ζελούν. Αναφέρεται στην οδύσσεια τριών προσώπων. «Ποιοι είν’ αυτοί; Είναι μια τέως πουτάνα, η Γιάμνα, ένας τέως διανοούμενος κι ένας τέως άνθρωπος που θέλει να τον αντιμετωπίζουν σαν σκύλο, και που σκύλου όνομα έχει πάρει: ο Μπόμπυ. Είναι μαζί τους κι ένα μωρό, που γεννήθηκε μυστηριωδώς στο νεκροταφείο της Φεζ, και που οι τρεις τους έχουν αναλάβει να οδηγήσουν στο Νότο, στην έρημο, εκεί που έδρασε κάποτε ένας εθνικός ήρωας, ο σεΐχης Μα –αλ-Αϊναΐν, ένα είδος μαροκινού Μακρυγιάννη», γράφει ο Βασίλης Αλεξάκης στον πρόλογο. Και συνεχίζει: «Στην αρχή της ιστορίας ζουν και οι τρεις γύρω απ’ αυτό το νεκροταφείο. Δεν είναι απλώς άνθρωποι του περιθωρίου, είναι άνθρωποι ξοφλημένοι, ποδοπατημένοι απ’ την κοινωνία της Φεζ, σκιές του εαυτού τους, άνθρωποι χωρίς μνήμη, χωρίς ταυτότητα».
  Στην πορεία της ιστορίας θα συναντήσουμε και άλλους τέτοιους περιθωριακούς. Μια απ’ αυτούς είναι και η Αργανία, μια ταλαιπωρημένη κοπέλα που το είχε σκάσει από το σπίτι των αφεντικών της όπου δούλευε σαν δούλα. Η αστυνομία που την αναζητεί δεν θα αργήσει να τη εντοπίσει και θα την πάρει πίσω.
  Είχα γράψει παλιά για την «παριομανία» που χαρακτήριζε και κάποιους έλληνες συγγραφείς, την ίδια εποχή που ο μπεν Ζελούν γράφει για τους δικούς του παρίες. Όμως η Γιασμίνα Χαντρά, ο αλγερινός συγγραφέας που γράφει με γυναικείο ψευδώνυμο επίσης στα γαλλικά, θα καταπιαστεί με τους δικούς του παρίες μόλις σε ένα από τα τελευταία του μυθιστορήματα, το «Ο Όλυμπος των αποκλήρων». (Κοίτα να δεις, ψάχνοντας στο διαδίκτυο μήπως εντοπίσω δικό μου κείμενο όπου έχω γράψει για την παριομανία, δικό μου νεολογισμό, βρήκα ότι υπάρχει o όρος pariomania που κολλάει μια χαρά στους ήρωές μας. Ονομάζεται λέει και δρομομανία, νομαδισμός ή νεύρωση της περιπλάνησης, και «εκδηλώνεται είτε σαν μια βασική ανάγκη να ξεφύγεις από τη συνηθισμένη σου κατοικία ή σαν ανεξέλεγκτη τάση να περιπλανιέσαι από μέρος σε μέρος»).
  Το μυθιστόρημα έχει μια γλώσσα κατά τόπους ιδιαίτερα ποιητική. Και οι ίδιοι οι ήρωες, και όχι μόνο ο διανοούμενος Σαντιμπάντ, μιλάνε συχνά ποιητικά, όταν ο τριτοπρόσωπος αφηγητής τους δίνει το λόγο. Επίσης κατά τόπους η γλώσσα μου θυμίζει τη γλώσσα του Κορανίου, από τα λίγα αποσπάσματα που έχω διαβάσει, παρέμβλητα σε άλλα κείμενα.  Όσο για την η πλοκή, έχει κάτι από το μαγικό που συναντάμε στις «Χίλιες και μια νύχτες».
  Το ταξίδι προς το νότο θα ανακοπεί όταν βρίσκονται πολύ κοντά στον προορισμό τους. Ο Μπόμπυ, που πιο πριν είχε εγκαταλειφθεί σε ένα τρελλοκομείο με άθλιες συνθήκες, έχει ήδη πεθάνει. Στο τέλος του βιβλίου και οι άλλοι δυο ήρωες θα πεθάνουν ειρηνικά.
  Μέσα από την αφήγηση μαθαίνουμε αρκετά για τη ζωή των μαροκινών κάτω από τη γαλλική κατοχή, ζωή φτώχιας και δυστυχίας. Για την ιστορία αυτής της κατοχής μαθαίνουμε από την αφήγηση της Γιάμνα στο μωρό.
  Ένας από τους ήρωες της αντίστασης στη γαλλική εισβολή ήταν και ο Μα –αλ Αϊναΐν. Για αυτόν γράφει ο μπεν Ζελούν:
  «Άλλωστε οι πρόγονοι δεν έδωσαν στον σεΐχη Μα αλ-Αϊναΐν παρά την εικόνα του εθνικού ήρωα, αυτού που αντιστάθηκε στην αποικιοκρατική εισβολή. Ξέχασαν να πουν πως τον είχαν κάνει ένα μύθο, έναν άγιο, μια εικόνα, αποκρύβοντας το φεουδαρχικό, τον αυταρχικό και μάλιστα δουλοκτητικό χαρακτήρα αυτού του φυλάρχου που ονειρευόταν να γίνει ο αρχηγός ολόκληρου Κράτους» (σελ. 175-176).
  Να δώσουμε ένα ακόμη απόσπασμα από προηγούμενη σελίδα, για να ολοκληρώσουμε την εικόνα αυτού του ανθρώπου:
  «-Ο σεΐχης Μα αλ-Αϊναΐν είχε τριάντα θυγατέρες και είκοσι ένα γιους… και εκατό δεκάξι γυναίκες…» (σελ. 137).
  Όταν οι γερμανοί κατέλαβαν τη Γαλλία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που είχαν κάνει οι γάλλοι στο Μαρόκο και στην Αλγερία. Και όταν οι γάλλοι κατέλαβαν το Μαρόκο και την Αλγερία δεν έκαναν τίποτε διαφορετικό από αυτό που είχαν κάνει οι άραβες του Μωάμεθ το 630, που ξεχύθηκαν και κατέλαβαν την βόρεια Αφρική.
  Όταν σκέφτομαι την ιστορία γίνομαι ολότελα απαισιόδοξος.
  (Τελικά είχα κάνει λάθος, δεν είχα γράψει για παριομανία αλλά για παριολατρεία. Τη χρησιμοποιώ δυο φορές στο διδακτορικό μου, αναφερόμενος σε ήρωες του Γιώργου Σκούρτη και του Παύλου Μάτεσι. Ψάχνοντας τώρα τη σωστή λέξη στο google βλέπω ότι την έχω χρησιμοποιήσει σε διάφορες βιβλιοκριτικές μου).
 
 

Saturday, June 7, 2014

Γιάννης Κουβαράς, Ονείρου Οδύσσεια

Γιάννης Κουβαράς, Ονείρου Οδύσσεια, Γαβριηλίδης 2013, σελ. 85

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Την περιπλάνησή του στη ζωή και στην ποίηση αφηγείται ο Κουβαράς σ’ αυτή την ποιητική του συλλογή

  Ο Γιάννης Κουβαράς γεννήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας το 1950. Είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, και τώρα είναι συνταξιούχος. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές και μελέτες για ποιητές. Ένα μέρος από τις κριτικές του έχει επίσης εκδοθεί σε δυο τόμους.
  Παραφράζοντας την «Ομήρου Οδύσσεια» ως τίτλο μας αφηγείται τη δική του οδύσσεια, αν και όχι ακριβώς οδύσσεια με το άγχος της επιστροφής αλλά την περιπλάνησή του, ως άλλος Οδυσσέας, στην ποίηση και στη ζωή.
  Χωρίς να ενοποιεί τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε σε τέσσερις κατηγορίες: σ’ αυτά που αναφέρονται στην ποίηση και στον ποιητή, σ’ αυτά που αναφέρονται στη (μα)θητεία του στην εκπαίδευση, σε εικόνες που φωτογράφησε η ποιητική του κάμερα και στα ερωτικά.
 
Οι πιο αιματηρές μάχες
Οι πιο άδοξες
Δόθηκαν
Στα αχανή
Στα ανυπεράσπιστα πεδία
Της λευκής σελίδας

  «Άδοξοι που ’ναι» είναι ο τίτλος του ποιήματος, το πρώτο της συλλογής, παραπέμποντας διακειμενικά στον Καρυωτάκη.

  Στο «(παί)ζωντας με τις λέξεις έχασες τη ζωή» καταλήγει:

Γιοφύρι της Άρτας το ποίημα
Κι ο πρωτομάστορας
Άτεκνος κι άγαμος
Τι να θυσιάσει
Εκτός απ’ τη ζωή του

  Μην τον πιστεύετε, έτσι το λέει, δεν νομίζω να νοιώθει ότι διακονώντας την ποίηση έχασε τη ζωή του. Προφανώς με αυτό το εφέ υπερβολής θέλει να τονίσει τις θυσίες που κάνουν στην προσωπική τους ζωή οι ποιητές για χάρη της ποίησης.

  Τα περισσότερα ερωτικά έχουν το εφέ του απροσδόκητου. Στους «Ήλιους» παρασύρεσαι να νομίσεις ότι ο Κουβαράς μιλάει για τα ηλιοτρόπια.
  Όμως όχι. Αυτά αποτελούν το πρόσχημα. Στην πρώτη στροφή μιλάει για τα ηλιοτρόπια του Βαν Γκονγκ, στη δεύτερη για τους αγρούς με τα ηλιοτρόπια της Γιουγκοσλαβίας, στην τρίτη μιλάει για ήλιους στην κύρια σημασία («Ήλιοι εκτυφλωτικοί της Μεσογείου»), για να καταλήξει:

Και πάνω απ’ όλους
Κα μέσα σ’ όλους
Κι’ ανάμεσά τους
Ο λαμπρότερος
Ο ζεστότερος
Ο αβασίλευτος

Το πρόσωπό σου

  Το ίδιο και στο επόμενο ποίημα, «Εγκώμιον ποιήσεως», το οποίο ξεκινάει

Χάριν της Ποιήσεως
χτίστηκαν οι μεγαλοπρεπείς
καθεδρικοί ναοί
για να αντηχεί στους θόλους τους
ο βασιλέας λόγος

για να καταλήξει:

Χάριν των ποδιών σου
έγινε η ποίηση
Για να υμνηθούν
οι τορνευτοί αμφορείς τους
με τις γάμπες λάμπες

Για να σου στρώσει χαλί
να περάσεις

  Στις «Εναίσιμες ειδήσεις» αναφέρεται σε ένα περιστατικό που τον συγκίνησε

 Ο οδηγός ογκώδους μηχανήματος….
Κατεβαίνει και παίρνει τη χελώνα
που διέσχιζε την άσφαλτο
και την περνάει στο πάρκο

Κάτι τέτοια ψιλά
μας κρατούν ακόμη
από μια κλωστή αισιοδοξίας

Η ποίηση των πράξεων

(κι ας ούρλιαζαν πίσω του δαιμονισμένα
οι σειρήνες των καβαλάρηδων της ασφάλτου)

  Άστοχη η μεταφορά «καβαλάρηδες της ασφάλτου». Eμείς οι μηχανόβιοι περνάμε από δίπλα, ή σφήνα όταν είναι τα αυτοκίνητα σε δυο σειρές, οι οδηγοί αυτοκινήτων είναι αυτοί που συνηθίζουν να κορνάρουν δαιμονισμένα σε τέτοιες καταστάσεις.

  Τα ποιήματα που αναφέρονται στη θητεία του στην εκπαίδευση βρίσκονται στο τέλος.

  Στον «Έφηβο ουρανό», αφιερωμένο στους απόφοιτους του 2011, με τα εφέ της επανάληψης, της απαρίθμησης και της παρήχησης, ο Κουβαράς αποχαιρετά τους μαθητές του, και υποπτεύομαι και το σχολείο.

Μην πεις ποτέ δεν είναι όμορφη η ζωή
Όταν υπάρχουν τα εφτά χρώματα του ουράνιου τόξου
Να βάψεις το γκρίζο της καθημερινότητας
Μην πεις ποτέ…
Όταν υπάρχουν…
………………….
Όταν υπάρχει το τμήμα Γ7
Περίληψη και υπόσχεση όλων των θαυμάτων
Έτοιμο να συνεχίσει την όγδοη μέρα της δημιουργίας
ν’ ανακαλύψει το όγδοο χρώμα του ουράνιου τόξου
να κάνει το όγδοο θαύμα του κόσμου
και προπαντός να βάλει σκαλιά
με την ανεμόσκαλα των ονομάτων του
που βγάζει στον έβδομο ουρανό:
Σοφία, Χριστίνα, Ελεονώρα, Μαρκέλα, Βέρα
Αλεξάνδρα, Θοδωρή, Χαρά, Μαρίνα, Μαριαλένα,
Ελευθερία, Αντώνη, Ιωάννη, Κωνσταντίνε,
Ναταλία, Στυλιανέ, Ελπινίκη, Νικόλαε,
Δάφνη, Δανάη, Δημήτρη, Δομηνίκη,
Δάφνη-Χρυσούλα, Ευδοκία, Βάσια, Σοφία

Ακούω το φλοίσβο της συμφωνικής μουσικής
Από τη ροή των ονομάτων σας
Σε λα ελάσσονα
Το ρω του έρωτα της χαράς της αριστείας της ευχαριστίας
Το νι της νιότης της νιοστής της νίκης…

  Είναι η τρίτη ή τέταρτη φορά που συναντάω το όνομα Ελπινίκη. Πολύ σπάνιο όνομα. Το όνομα της μητέρας μου. Και, το 2011 πήρα κι εγώ σύνταξη από την εκπαίδευση. Οι δικοί μου μαθητές όμως δεν ήταν απόφοιτοι, ήταν στην πρώτη τάξη. Δεν είμαι ποιητής για να τους γράψω ποίημα. Ας τους αφιερώσω αυτή την βιβλιοκριτική, καθώς και σ’ όλους τους μαθητές μου που βρεθήκαμε και γίναμε φίλοι στο facebook.
  Ποίηση συγκινητική, με καβαφική διαύγεια, δείχνει μια σπάνια ευαισθησία. Εύχομαι από αυτές τις γραμμές στον συνάδελφο Γιάννη να είναι καλοτάξιδα τα ποιήματά του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Friday, June 6, 2014

Νίκος Ερηνάκης, Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά



Νίκος Ερηνάκης, Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης 2014, σελ. 55

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Αποφθεγματικός και φιλοσοφικός εμφανίζεται ο Ερηνάκης και στη δεύτερη ποιητική του συλλογή

  Πέντε ολόκληρα χρόνια μεσολάβησαν από τότε που ο Νίκος Ερηνάκης εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου». Στην βιβλιοκριτική που γράψαμε γι’ αυτή καταλήγαμε με μια διαπίστωση και μια πρόβλεψη: «ο Ερηνάκης είναι ένας ταλαντούχος νέος ποιητής. Πιστεύουμε ότι θα κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στο ποιητικό μας στερέωμα». Προσυπογράφουμε το παραπάνω απόσπασμα διαβάζοντας και τη δεύτερη ποιητική του συλλογή.
  Ανιχνεύουμε κι εδώ τα ίδια υφολογικά και θεματικά χαρακτηριστικά που εντοπίσαμε και στην προηγούμενη. Ο αφοριστικός αποφθεγματικός λόγος κυριαρχεί, σε σύντομες στροφές, δύο με τρεις στίχους οι περισσότερες. Έχουν εγκαταλειφθεί όμως οι κάποιες φορές μακροσκελείς τίτλοι των ποιημάτων της πρώτης συλλογής και στα ποιήματα αντί για τίτλοι δίνονται λατινικοί αριθμοί. Καθώς οι στροφές αυτές έχουν μια χαλαρή σύνδεση ενώ πιο συχνά  στέκονται ολότελα ανεξάρτητες, είναι δύσκολο να εντοπισθεί ένα θεματικό κέντρο, και φαντάζομαι ο Ερηνάκης δεν θα ήθελε να προβάλει κάποια ή κάποιες από αυτές με μια σχετική τιτλοφόρηση που θα αδικούσε τις υπόλοιπες. Όμως στις τέσσερις ενότητες δίνει ως τίτλο κάποιο στίχο που εμπεριέχεται σ’ αυτές.
  Παραθέτουμε το τέλος από το ΙΙ της πρώτης ενότητας «Η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον».

Η μόνη μας ελευθερία
Η επιλογή μιας αίρεσης
Που θα μας οδηγήσει σε κάτι απατηλά κοινό

Κανείς δεν αναπνέει από μόνος του

Αφού δεν έχει ψάρια πια εδώ
Ας βουτήξουμε γυμνοί στη θέση τους

Φέρε ιεράν ζωήν εις τον μύστην τον νέον (σε πολυτονικό αυτό, από ορφικό ύμνο)

Κι ας πεθαίνουν οι ονειροπόλοι
Δεν πεθαίνουν ποτέ τα όνειρα

Ας περπατήσουμε
Κι ας μην έφτασε ποτέ κανείς

Μας απέμεινε το μεθυσμένο μας μέλι

  Στο ποίημα αυτό ο Ερηνάκης αποφαίνεται, αν όχι για το σημερινό άνθρωπο, τουλάχιστον για τη γενιά του.

  Θεματικά, ήδη από την προηγούμενη συλλογή του ο Ερηνάκης είχε κάνει την επιλογή του ανάμεσα στο δίπολο «Λογική/συναίσθημα», και σε όλα όσα θα μπορούσαν να τεθούν κάτω από τους παραπάνω δυο παραδειγματικούς άξονες. Έτσι διαβάζουμε στο ΙΙΙ

Όσες απαντήσεις αναζητήθηκαν στο Λόγο
Θα ανακαλυφθούν στη Φαντασία

Στο ίδιο ποίημα είναι κρυπτικά «αποκαλυπτικός».

Συναντήσαμε αυτόν που γνωρίζει
Τον πρώτο και τον τελευταίο και τον Ζωντανό

Εφτά τα κεφάλια
Μα δέκα τα κέρατα

Είδαμε ξανά το κορίτσι
Καθισμένο στο θηρίο

Αν ο δεύτερος θάνατος είναι λίμνη φωτιάς
Ο επόμενος θα κρύβει μέσα του αέρα κι αλάτι

Θεέ προσευχήσου για εμάς
Θεέ προσευχήσου σε εμάς

Το Οχτώ και το Δέκα
Είναι οι αριθμοί που λείπουν από το 35 και το 72

Στην ίδια ενότητα συναντάμε και τον παρακάτω δεκαπεντασύλλαβο

Πενθούμε όσα έφυγαν/Πενθούμε όσα θα ’ρθουν
Αλλά γιορτάζουμε όσα είναι τώρα εδώ

  Η επόμενη ενότητα «θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος» είναι καθαρά ερωτική. Ενώ στην προηγούμενη ενότητα αποδέκτης της αφήγησης είναι ο κάθε ένας που αναγνωρίζει τον εαυτό του στο υποκείμενο «εμείς» των ρημάτων που βρίσκονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, εδώ αποδέκτης είναι ένα θηλυκό «εσύ».
  Όμως όχι σε όλα.
  Στο Ι μιλάει τριτοπρόσωπα για εκείνο το κορίτσι.

Την έχουμε δει
Την έχουμε δει να σώζει το νόημα του κόσμου
Με ένα της βλέμμα

Για να συνεχίσει αμέσως μετά:

Αυτές τις μέρες
Περπατάω προς το κέντρο

Σκέφτομαι πόσες φορές
Έχω αγγίξει κρυφά τα μαλλιά σου

Πώς με κοιτάς
Σε τόσα μέρη που έχουμε συναντηθεί

  Και ένας υπέροχος αμφίβραχυς από την ίδια ενότητα:

Γνωρίζω ανέμους που σε έχουν μυρίσει

  Καθώς και η θλιβερή διαπίστωση:

Τόση συντροφικότητα στο θάνατο
Μα τόσος εγωισμός στην ανάσταση

  Στην τρίτη ενότητα «η λάμψη θα μας συναντήσει όπως χορεύεις την κραυγή» συναντάμε αρκετά συχνά και το «εγώ» σαν υποκείμενο

Στο ΙΙΙ διαβάζουμε

Και δεν είναι το απέραντο έξω που με φοβίζει
Μα το απέραντο μέσα

Δεν έχω παρά μόνο μια ζωή
Και σκόρπια όνειρα από τις προηγούμενες

Μα στο ύψος των ονείρων δίνεται η μάχη

  Το «εγώ» αυτό σαν υποκείμενο το συναντάμε και στον τίτλο της επόμενης και τελευταίας ενότητας: «δεν είμαι ακόμα έτοιμος για όμορφες (η)μέρες» (όταν δεν βρίσκω τον δεκαπεντασύλλαβο, τον φτιάχνω αν γίνεται εύκολα). Από την ενότητα αυτή θα παραθέσουμε τις παρακάτω στροφές.

Ό,τι έμεινε εγκαταλείφθηκε
Αυτό που συντηρείται είναι ό,τι χάθηκε

Για να πετύχει μια δολοφονία
Πρέπει να ενέχει στοιχεία αυτοκτονίας

Θα προτιμούσα να είμαι πηγή έμπνευσης για κάποιον που γράφει
Παρά να γράφω

  Λιγάκι δύσκολο για άντρα, πρέπει να πούμε. Για τις γυναίκες είναι πιο εύκολο.

Το σκοτάδι δεν κατανοεί το φως
Ίσως και το αντίθετο
Όπως και να ’χει άσ’ τα να παλεύουν

Έχουμε τις δικές μας μάχες να δώσουμε

  Με στίχους αποφθεγματικούς σαν αποσπάσματα προσωκρατικών, κατά τόπους αποκαλυπτικούς ή ζαρατουστρικούς, με έναν ηρωικό πεσιμισμό (θάνατε πήδα· /Θα σε πιάσω), ο Ερηνάκης φέρνει μια ανανέωση στη σύγχρονη ποίηση. Του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδη και αυτή η ποιητική του συλλογή.
  Με τον «ηρωικό πεσιμισμό» θυμήθηκα τον Καζαντζάκη. Ναι, ο Ερηνάκης, κρητικός στην καταγωγή, έχει την «Κρητική Ματιά».

Μπάμπης Δερμιτζάκης