Book review, movie criticism

Sunday, October 5, 2014

Will Durant, Η περιπέτεια της φιλοσοφίας



Will Durant, Η περιπέτεια της φιλοσοφίας (μετ. Γιώργος Μπαρούξης), Μεταίχμιο 2012, σελ. 692).

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Πρόκειται ίσως για την πιο συναρπαστική ιστορία της φιλοσοφίας που έχει γραφεί ποτέ.

  Έχω ξαναγράψει ότι η φιλοσοφία ήταν ο εφηβικός μου έρωτας. Τελειώνοντας το Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του πανεπιστημίου Αθηνών (1972) γράφτηκα στο τρίτο έτος του Φιλοσοφικού Τμήματος, «για κατοχύρωση γνώσεων», όπως έλεγα χαριτολογώντας στους φίλους μου. Δεν πάτησα ούτε μια ώρα σε αίθουσα διδασκαλίας παρά μόνο για να δώσω εξετάσεις, αφού τότε ήμουν φαντάρος. Αλλά πριν προχωρήσω αυτοβιογραφούμενος, όπως συνηθίζω να κάνω στις βιβλιοκριτικές μου, θα παραθέσω το τελευταίο απόσπασμα που υπογράμμισα στο βιβλίο.
  «Η φιλοσοφία έχει τραπεί σε φυγή σήμερα μπροστά στις επιστήμες, οι οποίες, η μια μετά την άλλη, απογαλακτίζονται από την ίδια και βγαίνουν στον κόσμο της παραγωγής, και έτσι αυτή απομένει παγωμένη και μόνη, σαν εγκαταλελειμμένη μητέρα που έχει χάσει τη ζωτικότητά της, ενώ σχεδόν όλα τα ντουλάπια της είναι άδεια. Έχει αποσυρθεί άτολμα από τα πραγματικά της μελήματα –τον άνθρωπο και τη ζωή του στον κόσμο – και έχει κλειστεί σε μια ετοιμόρροπη κατασκευή που λέγεται επιστημολογία, από όπου κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή με έξωση λόγω της νομοθεσίας που απαγορεύει την κατοίκηση σε σαθρά και ασταθή οικοδομήματα» (σελ. 690).
  Πριν αρπάξω την ευκαιρία να αυτοβιογραφηθώ με αυτό το απόσπασμα, να υπογραμμίσω το χιούμορ που υπάρχει στο τέλος, χιούμορ που διατρέχει όλο το βιβλίο και αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια από τις μεγαλύτερες αρετές του (με το «κατά τη γνώμη μου» αυτοπροσωπογραφούμαι, γιατί διάβασα στην εισαγωγή του ότι «δυσαρέστησε τους ειδικούς. Τίποτα δεν τους ενόχλησε περισσότερο στο βιβλίο από τα χαμόγελά του», σελ. xxii-xxiii).
  Όταν ανακάλυψα τον μαρξισμό η φιλοσοφία άρχισε να ξεθωριάζει σιγά σιγά στη συνείδησή μου, μια διαδικασία που συνεχίστηκε με τα διαβάσματά μου στην ψυχολογία για να ολοκληρωθεί λίγο αργότερα με τα διαβάσματά μου στην ηθολογία. Μαρξισμός, ψυχολογία, ηθολογία και ιστορία είναι που διαμόρφωσαν την κοσμοαντίληψή μου, ενώ την τροποποίησε αρκετά η εμπειρία της κρίσης που περνάει σήμερα η χώρα μας.
  Δεν αγαπώ πια τη φιλοσοφία, όμως κατά καιρούς νοιώθω την ανάγκη να επιστρέφω σ’ αυτήν, έστω για μια «επανάληψη». Όταν λοιπόν είδα το βιβλίο του Durant σε ένα πάγκο του Παπασωτηρίου στα Mall, σκέφτηκα να παραβιάσω την απόφασή μου να μην αγοράζω πια βιβλία. Η «τιμή Παπασωτηρίου» ήταν ένα δέλεαρ, όμως τα 22 ευρώ ήταν αποτρεπτικά. Έτσι δεν το αγόρασα. Όμως καθώς πιστεύω στη λαϊκή παροιμία ότι «όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά» αποφάσισα τελικά να το αγοράσω. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο είδα με έκπληξη ότι η «τιμή Παπασωτηρίου» στην πραγματικότητα είναι η τιμή λιανικής που είχε καθορίσει το Μεταίχμιο-καμιά έκπτωση. Όμως η τιμή της Πολιτείας, από όπου το αγόρασα τελικά, ήταν 15,40 ευρώ. Είχα ακούσει ότι έχει καταργηθεί η ενιαία τιμή βιβλίου, αλλά ο Αλέξανδρος ο εκδότης μου με πληροφόρησε ότι η κατάργηση αφορά μόνο τα μη λογοτεχνικά βιβλία. Έτσι κι αλλιώς λογοτεχνικά βιβλία δεν σκοπεύω να αγοράζω, παρά μόνο ίσως σε κανένα bazaar.
  Το βιβλίο είναι ουσιαστικά μια ιστορία της φιλοσοφίας, και ο τίτλος «περιπέτεια» στη μετάφραση όπως και story αντί history στο πρωτότυπο επιλέχτηκαν γιατί δεν είναι πλήρης. Υπάρχουν κεφάλαια μόνο για τα πιο μεγάλα ονόματα, ενώ γίνονται σ’ αυτά αναφορές και για άλλους φιλοσόφους.
  Μια ιστορία της φιλοσοφίας είναι αναπόφευκτα εκλαϊκευτική. Εγώ προτιμούσα να διαβάζω τα πρωτότυπα έργα, όπως έκανα και στην ψυχολογία και στην ηθολογία, δυσπιστώντας στην παρουσίαση κάποιου εκλαϊκευτή, όμως πολλές φορές η εκλαΐκευση σε βοηθάει να κατανοήσεις ένα δυσνόητο πρωτότυπο κείμενο. Έχοντας αυτή την πεποίθηση δεν παραξενεύτηκα με το παρακάτω απόσπασμα από την εισαγωγή, το οποίο είναι μάλιστα μέσα σε παρένθεση.
  «…ένας καθηγητής φιλοσοφίας σε πανεπιστήμιο των μεσοδυτικών πολιτειών με ενημέρωσε ότι δίδασκε τον Καντ επί δεκαπέντε χρόνια και δεν είχε καταλάβει το νόημα της φιλοσοφίας του μέχρι που διάβασε αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο» (xxi).  
  Τώρα θα επιλέξω κάποια αποσπάσματα που μου άρεσαν, σχολιάζοντάς τα.
  «Η επιστήμη φαίνεται να προοδεύει συνεχώς, ενώ η φιλοσοφία δείχνει να χάνει ολοένα έδαφος» (σελ. xxviii).
  Ήδη σχολιάσαμε.
  Πώς δεν το πρόσεξα στο λύκειο που το διδαχθήκαμε; Μιλάει ο Κρίτωνας για τον θάνατο του Σωκράτη.
  «Και δεν έκλαιγα γι’ αυτόν αλλά για τη δική μου ατυχία που έχανα ένα τέτοιο φίλο» (σελ. 14).
  Δηλαδή αν δεν ήταν φίλος του ο Σωκράτης δεν θα του καιγόταν καρφί.
  «Ο Αριστοτέλης… Απορρίπτει την άποψη του Πυθαγόρα ότι ο Ήλιος είναι το κέντρο του συστήματός μας, προτιμώντας να δώσει αυτή την τιμή στη Γη» (σελ. 84).
  Κι εγώ που νόμιζα ότι ο πρώτος που μίλησε για ηλιοκεντρικό σύστημα ήταν ο Αρίσταρχος. Όμως καθώς ήταν Σάμιος όπως και ο Πυθαγόρας, κάπου θα το πήρε το αυτί του.
  Στο απόσπασμα για τον ιδανικό άνθρωπο από τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη διαβάζω:
  «Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά» (σελ. 103).
  Αυτό το αφήνω ασχολίαστο.
  Πάλι ο Αριστοτέλης, μιλώντας για τον άντρα, «τον συμβουλεύει να μη παντρευτεί παρά μόνο όταν πλησιάζει τα τριάντα επτά, και τότε να πάρει ως σύζυγο ένα κορίτσι είκοσι χρονών περίπου» (σελ. 109).
  Προφανώς μιλάει για έναν άντρα που ή είναι πολύ γκόμενος ή έχει πολλά λεφτά, ή και τα δυο φυσικά. Αλλιώς γιατί να τον πάρει η εικοσάρα; Εκτός κι αν έχει κανένα κουσούρι.
  Για τον Βολταίρο γράφει:
  «Δεν έπαιρνε τίποτα πολύ στα σοβαρά, και για ένα διάστημα είχε ως σύνθημά του rire et faire rire. Η Αικατερίνη της Ρωσίας τον αποκαλούσε θεό της ευθυμίας. Αν η φύση δεν μας έφτιαχνε λίγο επιπόλαιους, έλεγε ο ίδιος, θα ήμασταν τρομερά δυστυχισμένοι… Αλίμονο στους φιλόσοφους που δεν μπορούν να διώξουν τις ρυτίδες τους γελώντας. Θεωρώ τη σοβαρότητα αρρώστια» (σελ. 274).
  Το ίδιο κι εγώ.
  Επίσης:
  «Ο Βολταίρος προσπάθησε να μάθει γερμανικά, αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια αφού κόντεψε να πνιγεί· και ευχήθηκε να είχαν οι Γερμανοί περισσότερο πνεύμα και λιγότερα σύμφωνα» (σελ. 283).
  Υπερβολικός; Δεν έχετε παρά να δείτε αυτό το βιντεάκι
  Μιλάει ο Βολταίρος:
  «Αρχίζω να θεωρώ πιο σημαντική την ευτυχία και τη ζωή από την αλήθεια» (σελ. 314).
  Άργησε λιγάκι να το καταλάβει. Το απόσπασμα είναι από επιστολή που γράφηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1738, όταν ήταν 44 χρονών.
  Ο Σοπενάουερ λέει:
  «Όλες οι γυναίκες, με σπάνιες εξαιρέσεις, είναι επιρρεπείς στην υπερβολή και στη σπατάλη  επειδή ζουν μόνο στο παρόν και το αγαπημένο τους σπορ εκτός σπιτιού είναι τα ψώνια» (σελ. 445).
  Προφανώς σαν εξαιρέσεις εννοεί τις καλόγριες.
  Το παρακάτω ανθρωπολογικό απόσπασμα από βιβλίο του Σπένσερ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
  «Οι γυναίκες των αρχηγών στα νησιά Φίτζι το θεωρούν ιερό τους καθήκον να εκτελεστούν δια στραγγαλισμού μετά το θάνατο του συζύγου τους. Κάποια που διασώθηκε από τον Γουίλιαμς “απέδρασε τη νύχτα και, αφού πέρασε το ποτάμι κολυμπώντας, παρουσιάστηκε στο λαό της και επέμεινε να ολοκληρωθεί η θυσία την οποία είχε αποφασίσει απρόθυμα να αποφύγει σε μια στιγμή αδυναμίας”. Και ο Γουίλκς αφηγείται την ιστορία μιας άλλης γυναίκας που περιέλουζε τον σωτήρα της με ύβρεις, και στο εξής έτρεφε το πιο θανάσιμο μίσος γι’ αυτόν. “Ο Λίβινγκστον, μιλώντας για τις γυναίκες των Μακολόλο στις όχθες του Ζανβέζη, αναφέρει ότι εξεπλάγησαν όταν άκουσαν πως στην Αγγλία ο άντρας έχει μόνο μια γυναίκα. Ένας τέτοιος άντρας δεν θεωρείται “ευυπόληπτος” γι’ αυτές. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ισημερινή Αφρική, σύμφωνα με τον Ριντ: Αν ένας άντρας παντρευτεί, και η γυναίκα του πιστεύει ότι μπορεί να ζήσει κι άλλη σύζυγο, τον πιέζει να παντρευτεί ξανά, και μάλιστα τον αποκαλεί “τσιγκούνη” αν αρνηθεί» (σελ. 502-503).
  Βρε μπας και γεννηθήκαμε σε λάθος τόπο και σε λάθος εποχή;
  Ας σοβαρευτούμε.
  Διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό μου ήλθαν στο μυαλό μουσουλμάνες που είναι υπέρμαχες της μαντήλας καθώς και η αντίληψη του Μαρξ για την αλλοτριωμένη συνείδηση.  
  Η μετάφραση μας άρεσε, και για δυο επί πλέον λόγους. Διαβάζουμε:
  «Για να μπορέσει κανείς να παραγάγει έργο…» (σελ. 156).
  Έχω βαρεθεί πια αυτό το «παράξει».
  «… σε όλους όσους ζητούν άδεια…» (σελ. 252) και «…όλους όσους αγαπούν...» (σελ. 626). Να και ένας ακόμη που επιμένει στην έλξη του αναφορικού.
  Συνιστώ ανεπιφύλακτα αυτό το βιβλίο, ειδικά σ’ αυτούς που θα έλθουν για πρώτη φορά σε επαφή με τη φιλοσοφία. Και για τον έφηβο γιο και την έφηβη κόρη τους συνιστώ τον «Κόσμο της σοφίας» του Γιοστέιν Γκάαρντερ.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Saturday, October 4, 2014

Κυριακή Λυμπέρη, Το κάλλος και το τραύμα



Κυριακή Λυμπέρη, Το κάλλος και το τραύμα, Γαβριηλίδης 2012, σελ. 63

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Στοχαστική, υπαρξιακή, ελεγειακή και λυρική ποίηση

  Το «Κάλλος και το τραύμα» είναι η τρίτη ποιητική συλλογή της Κυριακής Λυμπέρη.
  Η Κυριακή Λυμπέρη είναι γέννημα και θρέμμα της Χαλκίδας, όπου εργάζεται ως κτηνίατρος στο δημόσιο. Ποιήματά της έχουν αναρτηθεί σε λογοτεχνικά διαδικτυακά περιοδικά.
  Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ποιητικές συλλογές, τα ποιήματα δεν ομαδοποιούνται σε μια συγκεκριμένη θεματική. Προϊόντα έμπνευσης της στιγμής έχουν ένα εύρος θεματικό, από στοχαστικά και υπαρξιακά μέχρι λυρικά και ελεγειακά.

Η επανάληψη μόνο σώζει
η συνέχεια (σελ. 11)

  Ο ψυχαναγκασμός με την επαναληπτικότητά του εκφράζει ακριβώς αυτή την ανάγκη για σωτηρία, δίνοντας εκείνη την αίσθηση ασφάλειας που χρειάζεται απελπισμένα ο νευρωσικός σε ένα κόσμο όπου τα πάντα ρει.

  Όχι μόνο η επανάληψη. Στα «Ενθύμια» διαβάζουμε:

Επειδή οι περισσότεροι
Ακουμπούν στα πράγματα καλύτερα·
μοιάζουν ευστάθεια να ’χουν τα χειροπιαστά (σελ. 50-51).

  Και ένας στοχασμός για τη θλίψη.

Μήπως δεν έμαθα
ότι η θλίψη είναι χρειαζούμενη
αποσκευή για να φυλάμε τα πολύτιμα,
μήτρα να γεννηθεί ευσχήμων εαυτός
ενήλικος
πονετικός; (σελ. 14)

  Στο «Σχολείο» διαβάζουμε:

Στο σχολείο των δέντρων μαθητεύω
να σκάβω επιμένω ψάχνοντας
βαθιά
το νόημα της ρίζας (σελ 47).

  Το ανικανοποίητο του σύγχρονου ανθρώπου εκφράζεται υπέροχα στους παρακάτω στίχους.

Η παρουσία της σάρκας μας βαραίνει
σαν ρούχο περιττό.
Ξένοι στα ξένα νοιώθουμε
πατρίδα κάποια μας καλεί αλλού,
της Εύας τα φιλιά
παρηγοριά παροδική (σελ. 13)

  Στη «Νοσταλγία» θρηνεί,

Γιατί σώνουν τα πράγματα σιγά σιγά
κλαδεύει ο καιρός το πολύ.
Και μετά
ζωής επεισόδια
σε ναφθαλίνης κλίνη αναπαύονται
ώσπου η νοσταλγία να φανεί
την επικράτειά της ν’ απαιτήσει
κυριαρχικά (σελ. 29)

  ενώ στο «Άνοιξης σώμα» αγαλλιάζει

Ωραία που είναι τα βουνά!
Ορθώνουνε τα στήθη τους καμαρωτά
φορούνε το πράσινό τους πανωφόρι
και παραδίνονται στην αγάπη του ήλιου,
ωραία που είναι η γαλάζια στέγη του ουρανού
με τα μικρά ζωγραφιστά της σύννεφα,
ωραία και η μέλισσα…
Λοιπόν το τίποτά μου χάνεται στην ομορφιά
να τη βυζάξει θέλει αχόρταγα·
…..
επιτέλους η Άνοιξη διημερεύει στην καρδιά. (σελ. 52)

  Συχνά είναι παραινετική:

Μην τύχει κι αμελήσετε ν’ αγαπηθείτε (σελ. 26)

  Άλλες φορές προβαίνει σε τολμηρούς ποιητικούς ορισμούς:

Επειδή ελευθερία σημαίνει
να διακόπτεις την τροχιά σου (σελ. 27)

  Οι μεταφορές της είναι ολότελα καίριες.

Ο φίλος μου το φως
ο πιο ωραίος εραστής (σελ. 8).

  Ένας άνδρας, όπως ο Γκαίτε, θα έλεγε «η πιο ωραία ερωμένη». Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «φως, περισσότερο φως». Όχι, ο ποιητής Γκαίτε δεν ήταν δυνατόν να μιλάει στις τελευταίες του στιγμές μεταφορικά.

  Τα διακείμενά της ντύνουν σύγχρονους προβληματισμούς. Στο «Ή ταν ή επί τας» διαβάζουμε:

Μάνα
το ξεπροβόδισμα
δεν ήταν για τον πόλεμο με τα σπαθιά…
ήταν κυρίως για τον άλλο πόλεμο
τον καθημερινό·
….
δύσκολο μάνα μου το ταν,
τουλάχιστον το επί τας
ας είναι με τιμή (σελ. 44).

  Και βέβαια δεν ήταν δυνατόν να μην ανιχνεύσουμε και εδώ ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.
 
Μες στα ποτήρια έψαχνα το βάθος των πραγμάτων (σελ. 36)
και
Χείλη τραυλίζοντα εγώ και μάτια που δε βλέπουν (σελ. 56).
 
  Δεν είναι μόνο ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Η Λυμπέρη «παρασύρεται» συχνά σε ζευγαρωτές ομοιοκαταληξίες, ανισοσύλλαβων όμως πάντα στίχων. Θα κλείσουμε την παρουσίασή μας με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις «Βασικές ερωτήσεις», ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της συλλογής, θεματικά και υφολογικά.

Πού πηγαίνουν οι αγαπημένοι;
Ξέρω, τα κόκαλά τους γίνονται δέντρα, γη·
μα η ψυχή σε ποια τεθλασμένη κατοικεί;
Αν περιέχει αδικία
η Δημιουργία
μήπως είναι μεγαλύτερη η αναλγησία
του αναίτιου;
Μήπως το τίποτα
μας ρουφάει ξετσίπωτα; (σελ. 53)

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Wednesday, October 1, 2014

Albert Lamorisse, The lovers’ wind



Albert Lamorisse, The lovers’ wind (1978)


  Σε κάποια από τις βιβλιοκριτικές μου για τα ταξιδιωτικά του Γιώργου Βέη έγραψα ότι, με την έλευση της εικόνας, τα ταξιδιωτικά δεν μπορούν πια να γράφονται όπως την εποχή του Καζαντζάκη. Η εικόνα είναι παντοδύναμη, ο λόγος αποτελεί φτωχό υποκατάστατο. Η οποιαδήποτε περιγραφή ενός αγάλματος του Βούδα δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει την ίδια την εικόνα του. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε εδώ, παραφράζοντας ένα μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, «Το ταξίδι ήταν το πρόσχημα» για την ανάπτυξη ενός ποιητικού λόγου που μαγεύει καθαυτός. Σε μια βιβλιοκριτική που έγραψα πρόσφατα παρέθεσα το παρακάτω απόσπασμα: «Το θέμα είναι μια πρόφαση σε μια εργασία μέσα στη γλώσσα». Αυτό ισχύει κατεξοχήν στα ταξιδιωτικά του Γιώργου Βέη.
  Βλέποντας τον «Άνεμο των ερωτευμένων» του Albert Lamorisse διαπιστώνω ότι και το ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ μπορεί να «θυσιάσει» εν μέρει τη σαφήνεια της αφήγησης για χάρη της ποιητικότητας της εικόνας. Τα αγγλικά του αφηγητή δεν μπορούσα να τα καλοκαταλάβω εξαιτίας μάλλον της πηγής της αναπαραγωγής. Οι λέξεις ακούγονταν μουντές, μπάσες, σαν να έβγαιναν από ένα πλατωνικό σπήλαιο που δεν σε άφηναν να μαντεύσεις τις ιδανικές λέξεις ενός ουράνιου λεξικού. Παρόλ’ αυτά το απόλαυσα όσο λίγα από τα ντοκιμαντέρ που έχω δει μέχρι σήμερα. Οι περισσότερες λήψεις έγιναν από ελικόπτερο, και ο κάμεραμαν δεν έχανε την ευκαιρία να παρακολουθεί το τρομοκρατημένο φευγιό ζώων στο άκουσμα της βοής του ελικοπτέρου, ή το πέταγμα αποδημητικών πουλιών όταν περνούσαν από δίπλα τους.

Πριν δέκα χρόνια είδα την ταινία, το είχα ξεχάσει, και ξαναέγραψα. Έκανα άλλη ανάρτηση αλλά θα την διαγράψω, προσθέτοντάς την εδώ.

  Ο «Άνεμος των ερωτευμένων» είναι ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο σχεδόν όλες οι λήψεις έγιναν από ελικόπτερο, στο οποίο βλέπουμε πόλεις και όμορφα τοπία του Ιράν. Αφηγείται ο «Άνεμος των ερωτευμένων», στα ιρανικά. Κάποιες φορές μας μιλάει για τις συζητήσεις που είχε με άλλους ανέμους, όπως με αυτόν που, αντί να στεγνώσει τα χαλιά που είχαν απλωθεί στην κορυφή ενός λόφου, τα παρέσυρε.

  Το αρχικό φιλμ γυρίστηκε το 1967, όμως δεν προβλήθηκε γιατί δεν άρεσε στο Γενικό Γραφείο της Εθνικής Διοίκησης Κινηματογράφου. Έδειχνε ένα παραδοσιακό Ιράν, ενώ η προπαγανδιστική πολιτική του σάχη ήθελε να δείξει ένα εκσυγχρονισμένο Ιράν. Έτσι ο Λαμορίς επέστρεψε μετά από κάποια χρόνια και έκανε σχετικές λήψεις που θα ικανοποιούσαν τους κυβερνητικούς, όπως για παράδειγμα βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

  Η ταινία μου θύμισε δυο ντοκιμαντέρ που είδα, «Το Μαρόκο από ψηλά» και το «Το Αλγέρι από ψηλά». Δυστυχώς, στις δεύτερες αυτές λήψεις, το ελικόπτερο του Λαμορίς κατέπεσε και ο ίδιος σκοτώθηκε.