Book review, movie criticism

Tuesday, January 6, 2015

Parviz Kimiavi, O.K Mister




 Έχουμε ήδη γράψει για τον Parviz Kimiavi. Σειρά έχει σήμερα η ταινία του Ο.Κ. Mister.
 Η ταινία αυτή διαφέρει αρκετά από αυτές που είδαμε. Πρόκειται για μια σουρεαλιστική σάτιρα a la Monty Pythons της νεοαποικιοκρατίας. Ο D’ Arcy είναι ο επενδυτής νεοαποικιοκράτης (σε εξορύξεις, και μου θύμισε τη δική μας ιστορία με την εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές) που επιστρατεύει την Σταχτοπούτα να μαγέψει τους ντόπιους ώστε να τεθούν στην υπηρεσία του. Πριν έλθει η Σταχτοπούτα ήταν ο κακός δαίμονας που ξεπετιόταν από λάκκους, από πηγάδια, από πλυσταριά και νεροχύτες και τρόμαζε τους κατοίκους. Μετά ήλθε η Σταχτοπούτα και η κόκα κόλα και άλλαξαν όλα.
Από τα πιο κωμικά επεισόδια, που αποτελεί και παρωδία του γνωστού παραμυθιού, είναι εκείνο όπου η Σταχτοπούτα μαγεύεται με τον ντόπιο τραγουδιστή και πηδιέται μαζί του. Καθώς αυτός απομακρύνεται βιαστικά του φεύγει το ένα παπούτσι.
Αυτό που έγινε είναι απαράδεκτο. Πρέπει να βρουν ποιος είναι εκείνος που τόλμησε να αποπλανήσει την Σταχτοπούτα. Με ποιον τρόπο; Να δοκιμάσουν όλοι οι άντρες της περιοχής το παπούτσι. Όμως σε κανένα δεν ταιριάζει. Έτσι ο μόνος τρόπος που μένει είναι να «δοκιμάσει» η Σταχτοπούτα όλους εκείνους, ένας από τους οποίους θα μπορούσε να είναι ο τραγουδιστής αυτός.
Το τέλος είναι χάπι. Η Σταχτοπούτα βρίσκει τον τραγουδιστή και το σκάει μαζί του με το αερόστατο με το οποίο είχε έλθει. Μαζί τους το σκάει και ο αρχαιοκάπηλος αρχαιολόγος και ο δημοσιογράφος, τη στιγμή ακριβώς που ξεσπάει η επανάσταση. Ο D’ Arcy όμως παγιδεύεται.  

Monday, January 5, 2015

Tahar ben Jelloun, Το κορίτσι της άμμου



Tahar ben Jelloun, Το κορίτσι της άμμου (μετ. Λόισκα Αβαγιανού), Αστάρτη 1986, σελ. 194

Μπαμπά με τον κανένα γιο και τις επτά σου κόρες,
κόρες σου έστειλε ο Αλλάχ για την κακή σου μοίρα
μα συ ένα γιο περίμενες, με τοσηνιά λαχτάρα.
Μα όσο κι αν περίμενες, αγόρι δεν σου ήλθε,
το πήρες πια απόφαση, και σκέφτηκες μια λύση,
το ύστερό σου το παιδί, αν είν’ και βγει κορίτσι,
αγόρι να το έντυνες, κι Αχμέντ να το βαφτίσεις.

 Εν τάξει, δεν είναι στίχοι πρώτης διαλογής, αλλά παρασύρθηκα από το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» (Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη) , και είπα να ξεκινήσω την περίληψη του έργου έμμετρα.
Ο λόγος που ο Χατζ ήθελε κορίτσι δεν είναι ο γνωστός σε όλους, να αποθανατίσει το όνομά του, ήταν άλλος.
  «Σίγουρα θα το ξέρετε καλά, ω φίλοι και συνένοχοί μου, πως η θρησκεία μας είναι αμείλικτη για τον άντρα που δεν έχει διάδοχο: όλο σχεδόν το βιος του το κληρονομούν τ’ αδέλφια του. Όσο για τα κορίτσια, αυτά παίρνουν μονάχα το ένα τρίτο της κληρονομιάς. Έτσι λοιπόν οι δυο αδελφοί περίμεναν το θάνατο του πρωτότοκου για να μοιραστούν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του» (σελ. 18).
Ξέρω την περίπτωση ενός πατέρα που μετέφερε σιγά σιγά τα περιουσιακά του στοιχεία στη Γαλλία για να μην τα αρπάξουν τα αδέλφια του από τις δυο του κόρες. Όμως ο ήρωάς μας εδώ σκαρφίστηκε άλλο κόλπο, αν τυχόν η γυναίκα του και πάλι γεννούσε κορίτσι να πει ότι γέννησε αγόρι, και το κορίτσι αυτό να το αναθρέψει σαν αγόρι. Έτσι και έκανε. Οι αδελφοί του υποψιάστηκαν, αλλά δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους.
Κάποια στιγμή το μεγαλωμένο σαν αγόρι κορίτσι θα αναζητήσει την πραγματική του ταυτότητα. Τότε θα αρχίσουν οι περιπέτειές του, που θυμίζουν χίλιες και μια νύχτες.
Πρόσφατα σε μια κριτική για την κινέζικη όπερα The perfumed arrow γράψαμε για το κορίτσι που μεγάλωσε σαν αγόρι, όχι κατ’ απαίτηση του πατέρα του αλλά για να του απαλύνει την απογοήτευση που δεν έκανε γιο. Εκεί επίσης γράψαμε για αυτό τον μυθοπλαστικό «τόπο» παλιότερων αιώνων, τη μεταμφίεση κοριτσιών σε αγόρια.
 Έχουμε ξαναγράψει για τον Tahar ben Jelloun, για τρία βιβλία του, όχι με τη χρονολογική σειρά που τα έγραψε αλλά με τη χρονολογική σειρά που τα βρήκαμε. Αυτά είναι «Η πρώτη αγάπη είναι η τελευταία», «Η προσευχή της ερήμου» και «Ημέρα προσευχής στη Ταγγέρη». Στη βιβλιοκριτική που γράψαμε για την «Ημέρα προσευχής στη Ταγγέρη» ξεκινάγαμε ως εξής: «Μας έμεινε ένα ακόμη βιβλίο του Ταχάρ μπεν Ζελούν να παρουσιάσουμε, το «Ημέρα σιωπής στην Ταγγέρη»· εκτός και αν στο «ράφι των τύψεων» είναι κρυμμένο κανένα ακόμη».
Τελικά όντως υπήρχε στο «ράφι των τύψεων» ένα ακόμη, που το ανακάλυψα τυχαία, αυτό για το οποίο γράφουμε τώρα, «Το κορίτσι της άμμου».
Στις παραπάνω βιβλιοκριτικές γράψαμε για το ποιητικό του ύφος, που είναι και σ’ αυτό το έργο κυρίαρχο. Εδώ επί πλέον θα αναφερθούμε στο ειδολογικό παστίς (αφήγηση, ημερολόγιο, επιστολογραφία, ποίηση) και στην αφηγηματική τεχνική του εγκιβωτισμού. Πέρα από την κύρια ιστορία υπάρχουν και άλλες εγκιβωτισμένες ιστορίες.
Την ιστορία την αφηγείται ένας παραμυθάς, ο οποίος κατά διαστήματα διαβάζει από ένα βιβλίο, υποτίθεται το ημερολόγιο του Αχμέντ. Κάποια στιγμή όμως εξαφανίζεται από την πλατεία. Τρία άλλα πρόσωπα συναντούνται και αφηγούνται επινοημένες συνέχειες της ιστορίας. Κάπου προς το τέλος κάνει την εμφάνισή του και ο Μπόρχες, χωρίς να κατονομάζεται μια και παρουσιάζεται ως μουσουλμάνος («Σκεφτόμουν τους βασιλιάδες, τους πρίγκιπες, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονες που εγκατέλειψαν αυτό το βασίλειο παραδίνοντας στο σταυρό των απίστων τη χώρα και τα μυστικά της», σελ. 180-181.), στον οποίο ο Ταχάρ μπεν Ζελούν προφανώς αποτίει φόρο τιμής.
«…να χωθεί μέσα στο λαβύρινθο που είχε σχεδιάσει στη βιβλιοθήκη του στο Μπουένος Άιρες» (σελ. 188), «Θυμήθηκα τον εαυτό μου έφηβο να συνοδεύει τον ήδη τυφλό πατέρα μου μέσα σ’ αυτούς τους κήπους» (σελ. 181) «Δείχνοντας τον τυφλό, λέει: -Θα γίνουμε λιγάκι πιο φτωχοί σαν αυτός ο άνθρωπος πεθάνει. Ένα σωρό πράγματα –ιστορίες, όνειρα και τόποι-θα πεθάνουν μαζί του» (σελ. 186).
Ο συνεχής τονισμός της επινόησης της ιστορίας («αυτό που θα σας διαβάσω τώρα δεν υπάρχει στο χειρόγραφο, είναι βγαλμένο από τη φαντασία μου») αποτελεί μια αυτοαναφορικότητα του έργου ως λογοτεχνική μυθοπλασία, παρόλο που η υπερβολικά ποιητική του γλώσσα δεν απαντάται συχνά στην πεζογραφική μυθοπλασία, σίγουρα όχι στα παραμύθια της Χαλιμάς τα οποία αποτελούν το λογοτεχνικό του πρόγονο. Πιστεύω όμως ότι αυτό τονίζει περισσότερο τη «θέση» του μυθιστορήματος, που είναι το κατώτερο status της γυναίκας στο Ισλάμ, θέση που καταδείχνεται τόσο με τη μυθοπλασία όσο και με ξεχωριστά αποσπάσματα. Για παράδειγμα διαβάζουμε:
«…με τον παντοδύναμο πατέρα και τις γυναίκες δούλες, αρκούμενες μονάχα σ’ ένα ψίχουλο εξουσίας που τους παραχωρεί το αρσενικό…» (σελ. 81).
Φταίνε όμως κι αυτές. Διαβάζουμε:
«Αν στον τόπο μας η γυναίκα είναι κατώτερη από τον άντρα, δεν είναι επειδή το θέλησε ο Θεός ή το αποφάσισε ο Προφήτης, αλλά επειδή η ίδια αποδέχεται μια τέτοια μοίρα» (σελ. 61).
Πριν λίγα χρόνια έγινε στη Ραμπάτ μια διαδήλωση γυναικών που διεκδικούσαν μια καλύτερη θέση μέσα στην ισλαμική κοινωνία. Την επομένη μέρα έγινε μια πολυπληθέστερη αντιδιαδήλωση από γυναίκες που διακήρυσσαν ότι η θέση τους είναι μια χαρά. Αυτό είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αλλοτριωμένης συνείδησης.
Και ένα ακόμη απόσπασμα:
«Πόσες και πόσες φορές δεν αναθυμήθηκα τους προϊσλαμικούς Άραβες που έθαβαν ζωντανά τα κορίτσια τους!» (σελ. 17) και «Πριν το Ισλάμ, οι άραβες πατεράδες έριχναν το θηλυκό παιδί τους μέσα σ’ ένα λάκκο και το σκέπαζαν με χώμα μέχρι να πεθάνει» (σελ. 118).
Και θυμήθηκα τη φρίκη που μου προξένησε το διήγημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Πίστομα». Ο άντρας διατάζει τη γυναίκα του να ρίξει ζωντανό το νόθο παιδί που γέννησε κατά την απουσία του μέσα στο λάκκο που μόλις έσκαψε με την εντολή: «Βάλτο πίστομα». Τελικά το Ισλάμ ήταν μια πρόοδος για την εποχή του. Για σήμερα, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.
Η παραπάνω ιστορία είναι επινοημένη. Εγώ όμως ξέρω μια αληθινή που βρίσκεται στον αντίποδά της.
Στο Ισλάμ τη γυναίκα την αγοράζουν. Όμως η συγκεκριμένη έγινε δώρο στον παππού, απόγονο του Μωάμεθ (οι απόγονοι υπολογίζονται από την αντρική γραμμή) από τον πατέρα της που ήταν Βέρβερος (Οι Βέρβεροι ήταν οι ντόπιοι κάτοικοι του Μαρόκου τους οποίους κατέκτησαν οι Άραβες. Σήμερα είναι μειονότητα στον τόπο τους, όπως και οι Κόπτες της Αιγύπτου, και ζουν οι περισσότεροι στα ορεινά). Ο παππούς την ερωτεύθηκε σφόδρα. Μαζί της έκανε επτά κόρες. Δεν σκέφτηκε ποτέ να πάρει άλλη γυναίκα για να κάνει γιο, ούτε βέβαια να αναθρέψει την ύστερη σαν γιο. Η γιαγιά, μέχρι τα βαθιά της γεράματα (πέθανε πριν λίγα χρόνια), αναπολούσε με νοσταλγία τον μεγάλο έρωτα που έζησε.
Όταν έγραφα τις προηγούμενες βιβλιοκριτικές δεν με είχε πιάσει το μεράκι να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Ξαναδιαβάζοντάς τις εντόπισα ένα σε κάποιο από τα αποσπάσματα που παρέθεσα. Εδώ υπάρχουν άφθονοι, και επίσης άφθονα ημιστίχια. Πιστώνονται βέβαια στη μεταφράστρια. Θα παραθέσουμε αυτούς που δεν έχουν διασκελισμό, ή τουλάχιστον δεν είναι ολοφάνερος.
Αφέντης και προστάτης σας μετά το θάνατό μου (σελ. 22)
Ο ουρανός ξεγλίστρησε και χύθηκε σαν λάβα (σελ. 62)
Δεν ήθελε να αφεθεί σ’ αυτές τις αυταπάτες (σελ. 67)
Αυτό το πότε ελαφρύ, πότε βαρύ φορτίο (σελ. 72)
Πρέπει να ζω στη μοναξιά δίχως καμιά ελπίδα (σελ. 80)
Χαμένος μες στην έρημο ή στην καρδιά της στέπας (σελ. 81)
Την ίδια του την ύπαρξη, έξω από το κορμί του (σελ. 83)
Το πρόσωπό μου ολόγυμνο στο φως που πλησιάζει (σελ. 96)
Το σπίτι είναι απέραντο. Είναι πολύ φθαρμένο (σελ. 97)
Στην εσωτερική αυλή, στην κυκλική πλατεία (σελ. 100)
Μόνος θεματοφύλακας μιας τέτοιας τραγωδίας (σελ. 131)
Αυτούς που την κακοποιούν και την παραμορφώνουν (σελ. 148)
Μένω σ’ ένα δωμάτιο του ορφανοτροφείου (σελ. 15)
Κι αν τελικά την εύρισκα θα ’μουν δυστυχισμένος (σελ. 169)
Στους ασημένιους ώμους της δυο σκοτεινές πλεξούδες (σελ. 176, στίχος από ποίημα)
Την ιστορία μας λοιπόν την πήρε το φεγγάρι (σελ. 187)

Sunday, January 4, 2015

10. Σινεμά



10. Σινεμά

  Έχω εδώ και καιρό κάτι να γράψω, και βαριέμαι. Και τώρα βαριέμαι, αλλά νομίζω ότι πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου. Το ότι τα κείμενα αυτά είναι χωρίς μεγάλη αξία, που μια μεταθανάτια έκδοσή τους αξίζει μόνο αν προθανάτια καταφέρω να φτιάξω κάποιο όνομα, δεν αποτελεί καθόλου κίνητρο. Το directory που τα καταχωρώ έχει το όνομα rien, όνομα που τον εμπνεύστηκα από τα riens philosophiques του Soeren Kirkegaard. Γράφω δυο η ώρα, γυρνώντας από του Χρίστου, που μας κάλεσε μαζί με τον Γραμματά. Ημέρα της γιορτής μου, μια και έχει περάσει η 12η νυκτερινή.
  Μου αρέσει ο σινεμάς, και πολλές ιδέες μου έρχονται βλέποντας κινηματογραφικά έργα. Δυο τέτοια έργα που είδα σήμερα είναι «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, και το «Η γεύση του κερασιού» του ιρανού Αμπάς Κιαροστάμι, χρυσός φοίνικας στις Κάννες το 1997.
  Βλέποντας στο «Βυσσινόκηπο» μεγάλα κυπαρίσσια, και τον ήρωα να εκθειάζει τη ζωή στην εξοχή, ένιωσα ένα μεταφυσικό τρόμο. Η επαρχία μένει αμετάβλητη, ως φύση, ενώ εσύ είσαι καταδικασμένος να χαθείς. Στην πόλη όμως όλα μεταβάλλονται. Στην επαρχία έχεις την αίσθηση της φθαρτότητάς σου, της προσωρινότητάς σου, απέναντι σε ένα χώρο αμετάβλητο, που υποβάλλει την αίσθηση της αιωνιότητας: τα βουνά, ο ουρανός, τα αστέρια. Στην πόλη, καθώς όλα είναι φθαρτά και μεταβαλλόμενα, μια και ο χώρος αλλάζει διαρκώς, καινούρια σπίτια, καινούριοι δρόμοι, νιώθεις τον εαυτό σου τμήμα αυτής της αλλαγής. Έτσι αποδέχεσαι πιο εύκολα την προσωρινότητά σου πάνω στη γη, αφού τελικά τα πάντα είναι προσωρινά, δηλαδή αυτά που βλέπεις.
  Εσύ; Θέλω να πω εγώ. Μετά από αυτά που διάβασες (αν τα διάβασες), ίσως κι εσύ. 
  Εντόπισα και ένα πλεονέκτημα του κινηματογράφου απέναντι στο θέατρο.
  Βλέπουμε μια συνεχή εναλλαγή σκηνών ανάμεσα στη δημοπρασία του βυσσινόκηπου και της δεξίωσης που δίνουν αμέριμνοι οι ιδιοκτήτες του στο μέγαρό τους, πράγμα που υπογραμμίζει ειρωνικά το θάνατο της παλιάς τσαρικής αριστοκρατίας. Αυτή η εναλλαγή δεν υπάρχει στο θεατρικό έργο, για λόγους ασφαλώς σκηνικής οικονομίας.
  Στο τέλος ο Λοπάχιν δεν κάνει τελικά πρόταση στη Βάρια. Αν θα έκανε, τι θα άλλαζε στο έργο;
  Υπάρχει ένα ωραίο θέμα για μελέτη: Σε κάποια έργα βλέπουμε ένα τραγικό, ή έστω unhappy, τέλος, που δεν συντελείται κατά το «αναγκαίο», όμως συντελείται κατά το «εικός». Το πρώτο παράδειγμα, που με οδήγησε στην παραπάνω σκέψη είναι το Monte Mario, του Carlo Cassola. Το διάβασα στο πρωτότυπο, πριν καμιά εικοσαριά χρόνια. Το τέλος του εντυπώθηκε στη μνήμη μου. Οι δυο ήρωες θα μπορούσαν να μονιάσουν, αντί να χωρίσουν. Η γυναίκα νομίζω βρίσκεται σε στιγμιαίο δίλημμα. Και αποφασίζει να φύγει. Τι θα άλλαζε αν έμενε;
  Στο «Μοναστήρι της Πάρμας» οι ήρωες, αντί να ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, πεθαίνουν, νομίζω σε λίγους μήνες. Τι θα γινόταν δηλαδή αν δεν πέθαιναν;
  Το τι θα γινόταν αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν το ξέρουν ίσως οι θεατές του έργου τον 18ο αιώνα (νομίζω), όπου οι σκηνοθέτες άλλαζαν το τέλος του σαιξπηρικού έργου επί το αισιοδοξότερον.
  Νομίζω ότι οι συγγραφείς με τέτοιο τέλος θέλουν να μας υποβάλλουν μια τραγική αίσθηση της ζωής. Θέλουν να μας κάνουν να νιώσουμε λύπη για τη μοίρα των ηρώων τους, αντί να χαρούμε με την ευτυχία τους. Ίσως να εκφράζουν έτσι τα προσωπικά τους αισθήματα απέναντι στη ζωή. Το τέτοιο ή τέτοιο τέλος δίνει πιθανόν τη δική τους, απαισιόδοξη ή αισιόδοξη, αίσθηση της ζωής. Όπως έχει επισημάνει η κριτική (δεν θα ψάξω τώρα να βρω πού το διάβασα), ενώ το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ένας χείμαρρος αισιοδοξίας, και η Κίτυ κουνάει τα μωρόπανά της σαν σημαίες, από την «Άννα Καρένινα» αναβλύζει ένα σκοτεινό, απαισιόδοξο αίσθημα. Ο συγγραφέας δεν είναι πια νιόπαντρος, και είναι δέκα χρόνια πιο μεγάλος.
  Πρόχειρες σκέψεις, μάλλον θα πραγματευτώ το θέμα σε ιδιαίτερη μελέτη.
  Βλέποντας τη ζωή της αριστοκρατίας, έχω την αίσθηση ότι γεννήθηκα σε λάθος εποχή και σε λάθος τάξη. Απεχθάνομαι την εργασία που κάνει κανείς για να βγάζει χρήματα. Μου αρέσουν τα χόμπυ, οι ξένες γλώσσες, το διάβασμα, το γράψιμο. Αν αντί να τρέχω να κάνω κινέζικα στον «Ελληνοκινεζικό σύνδεσμο» έκανα ιδιαίτερα μαθήματα, τα οικονομικά μου θα ήταν καλύτερα. Θυμάμαι πόσο μου την έσπαγε ένα ιδιαίτερο που είχα τρεις φορές την εβδομάδα, αγγλικά, λίγο πριν κτίσουμε το σπίτι. Έμπαινε σφήνα στα βράδια μου. Μόλις καθόμουν να διαβάσω κάτι, έπρεπε να το παρατήσω και να τρέξω στο μάθημα.
 Κατά κάποιο τρόπο ζω μια πνευματική αριστοκρατική ζωή, χωρίς να είμαι αριστοκράτης. Ή μάλλον σαν ξεπεσμένος αριστοκράτης, δηλαδή φτωχός.
   Ας έλθουμε στο έργο του Κιαροστάμι, που πραγματεύεται την αυτοκτονία.
  Βλέπω εδώ ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου. Ο ήρωας ψάχνει κάποιον να του κάνει μια δουλειά, για την οποία του προσφέρει πολλά λεφτά. Ρωτάει δυο τρεις νεαρούς. Τόσο αυτοί, όσο και ο θεατής, νομίζουν ότι πρόκειται για gay, και ψάχνει για σεξουαλική ικανοποίηση. Αργότερα μαθαίνουμε ότι απλώς ψάχνει κάποιον για να τον θάψει, αφού θα έχει αυτοκτονήσει.
  Το εφέ υπονομεύτηκε από τη «ραδιοτηλεόραση», που δίνει την υπόθεση του έργου. Όμως για τους πρώτους θεατές λειτούργησε αυθεντικά, καθώς και για όσους τηλεθεατές τελικά βλέπουν έργα κάνοντας ζάπινγκ, χωρίς να ενδιαφέρονται να διαβάσουν κάτι για αυτά στα σχετικά έντυπα.
  Δεν πρόλαβα να δω όλο το έργο, γιατί έπρεπε να πάμε στην επίσκεψη. Το θέμα που είχα στο νου μου να γράψω εδώ και μερικές μέρες, και βαριόμουνα να το γράψω, ήταν σχετικά με τις εκτελέσεις, και επεκτάθηκε και στην αυτοκτονία.
  Σκεφτόμουνα ότι αν ήταν να με εκτελέσουν, καθώς θα με οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης θα προσπαθούσα να αρπάξω το όπλο κανενός φρουρού, και θα πουλούσα ακριβά το τομάρι μου.
  Γιατί δεν το κάνουν αυτό όλοι οι μελλοθάνατοι;
  Πιστεύω διότι η εκτέλεση είναι μια τελετουργία, που ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία. Ο μελλοθάνατος είναι όπως ο γαμπρός με τη νύφη, στο επίκεντρο της προσοχής. Αυτό πιθανό ναρκώνει τις αισθήσεις, και οδηγεί τον μελλοθάνατο σαν αρνί στον τόπο της εκτέλεσης. Εκείνος νομίζω ότι είναι ο λόγος, και όχι το άσκοπο της απόπειρας, αφού δηλαδή έτσι κι αλλιώς δεν θα γλιτώσει το θάνατο.
  Πιστεύω ότι οι γιαπωνέζοι αυτοκτονούν τόσο εύκολα γιατί με το «σεπούκου» έχουν αναγάγει την αυτοκτονία σε τελετουργία. Με την τελετουργική αυτοκτονία αμβλύνεται το αποτρόπαιο και το επώδυνο της πράξης. Ο αυτόχειρας αναδεικνύεται ως ο πρωταγωνιστής αυτής της τελετουργίας, όπως ο ιερέας στη θεία λειτουργία, ή όπως το θύμα σε μια ανθρωποθυσία. Η κανονικότητα με την οποία διαδέχεται η μια φάση την άλλη, δίνουν την αίσθηση του υψηλού και του αναπόφευκτου. Ευτυχώς που εμείς εδώ στη Δύση δεν έχουμε επινοήσει τελετουργικές αυτοκτονίες. Αλλιώς θα θρηνούσαμε περισσότερους αυτόχειρες.
  Θυμάμαι την αυτοκτονία του Χ. Πρέπει να ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή, γιατί την έκανε αναπόφευκτη. Υποσχέθηκε στους φίλους του ένα φανταστικό «πρωταπριλιάτικο», που «θα τους έπιανε όλους». Έτσι δεν είχε περιθώρια αναβολής, αν προς στιγμή δείλιαζε, γιατί κινδύνευε να γελοιοποιηθεί.
  Έγραψα ένα διήγημα γι αυτή. Το έδωσα στον αδελφό του να το διαβάσει. Τελικά η οικογένεια προτίμησε να μη δημοσιευτεί. Σεβάστηκα την επιθυμία της.  10-2-2002
(τωρινή σημείωση: μετά από 10 χρόνια δημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων «Το Φραγκιό». Ο τίτλος του «Πρωταπριλιάτικο»)

Thursday, January 1, 2015

Mohammad Shirvani, Fat shaker



Mohammad Shirvani, Fat shaker (2013)

 Τον Σιρβανί τον είδαμε και στην ταινία President Mir Qanbar. Σε αντίθεση όμως με αυτή, η ταινία «Fat shaker» μας άφησε σε αμηχανία, και όχι μόνο εμάς φαντάζομαι. Για πρώτη φορά αναγκάστηκα να διαβάσω συνδέσμους μπας και βγάλω ένα παραπάνω νόημα.
Κεντρικός ήρωας είναι ένας θεόχοντρος πατέρας, πιο χοντρός και από τον συγχωρεμένο τον Παβαρότι. Τον βλέπουμε με βδέλλες στην πλάτη, άλλες φορές με βεντούζες, πολλές βεντούζες (με αυτές κράτησα τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου στη ζωή μέχρι τα 94 του). Φέρεται σκληρά στον κωφάλαλο γιο του, αλλά και στη γυναίκα που θα βρεθεί κάποια στιγμή δίπλα του. Το γιο του τον χώνει στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου του. Αυτή τη δένει με χειροπέδες.
Το γιο του που είναι πολύ ωραίος τον χρησιμοποιεί για να εκβιάζει νεαρές κοπέλες που τον παίρνουν για συντροφιά και να τους αποσπάει χρήματα, παριστάνοντας ότι ανήκει στην αστυνομία ηθών. Μια γυναίκα στο Ιράν, αλλά και σε άλλες ισλαμικές χώρες, δεν μπορεί να συνοδεύεται από άντρα που δεν είναι συγγενής της. Όμως κάποια στιγμή θα βρεθεί και ο ίδιος μπροστά σε παρόμοιο εκβιασμό, από πραγματικό αστυνομικό.
Το τέλος με έφερε σε αμηχανία. Βλέπουμε τον πατέρα να κατεβαίνει σε μια πισίνα, κάτω από το νερό, να δένει το χέρι του με τις χειροπέδες στις σκάλες και μετά να πετάει το κλειδί. Φαντάζομαι ότι η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα μιας κατάθλιψης που του προκάλεσε το υπερβολικό του βάρος, αν και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει η λεγόμενη θετική ανάδραση: η κατάθλιψη οδηγεί στη βουλιμία που αυξάνει το βάρος, και αυτό με τη σειρά του αυξάνει την κατάθλιψη, σε ένα φαύλο κύκλο. Ο πατέρας, μετανιώνοντας προφανώς, κάνει νόημα στο γιο του να πιάσει το κλειδί που βρίσκεται στον πάτο της πισίνας για να λύσει τις χειροπέδες. Θα πιάσει βέβαια το κλειδί, όμως η αναπνοή του τελειώνει. Τον βλέπουμε να βγαίνει στην επιφάνεια και να αναπνέει λαχανιασμένα.
Μέχρι εδώ καλά, όμως οι επόμενες σκηνές μας γέμισαν αμηχανία, ιδιαίτερα η τελευταία. Στην προτελευταία βλέπουμε τον πατέρα, θολή φιγούρα, να απομακρύνεται, προφανώς σαν μια μεταφορά του θανάτου του. Όμως την τελευταία σκηνή με το γιο να κοιτάζει προς τα κάτω, σε κάτι σαν πλημυρισμένο υπόγειο από τρύπιες σανίδες στο ταβάνι, δεν την καταλάβαμε. Μήπως τελικά αυτές οι τελευταίες σκηνές ήταν μια παραίσθηση; Υπάρχει μια ξεκάρφωτη μετάβαση στη σκηνή με την πισίνα από την παραλία όπου είχαν κατασκηνώσει.
Έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσει η ποίηση εξαιτίας της σκοτεινότητας και της ασάφειας που τη διακρίνει πολλές φορές. Στον κινηματογράφο επίσης, ιδιαίτερα τον ποιητικό, υπάρχει συχνά αφηγηματική ασάφεια, με τις σκηνές να εμφανίζονται ξεκάρφωτες η μια μετά την άλλη. Όσο για το σουρεαλισμό της ταινίας φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στη σκηνή με τον αστυνομικό στο διαμέρισμά τους, με μια γαλοπούλα να κυκλοφορεί στο άσχετο μέσα στο σαλόνι.