Book review, movie criticism

Monday, March 16, 2015

Κυριάκος Δημ. Ευσταθιάδης, Οδοιπορικό 1906-1959. Από την Αργυρούπολη του Πόντου στην Αργυρούπολη της Αττικής



Κυριάκος Δημ. Ευσταθιάδης, Οδοιπορικό 1906-1959. Από την Αργυρούπολη του Πόντου στην Αργυρούπολη της Αττικής, Υπερόριος 2014, σελ. 255 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ημερολογιακές σημειώσεις ενός εκπατρισμένου

Έχω ξαναγράψει ότι μου αρέσουν αυτοβιογραφικά κείμενα απλών ανθρώπων που αναφέρονται σε μεγάλες ιστορικές στιγμές γιατί δίνουν πληροφορίες αρκετά σημαντικές, που συχνά η επίσημη ιστοριογραφία αγνοεί. Εκτός από αυτό η πρωτογενής ματιά, η ματιά ενός ανθρώπου που βιώνει τα γεγονότα αντί να τα επεξεργάζεται στην πολυθρόνα του όπως κάνει ο ιστορικός, έχει από μόνη της κάτι το ελκυστικό, το συναρπαστικό. Ένα τέτοιο κείμενο είναι το «Οδοιπορικό 1906-1959» του Κυριάκου Ευσταθιάδη, το οποίο εκδόθηκε με πρωτοβουλία και επιμέλεια των παιδιών του και κυρίως του γιου του Δημήτρη Ευσταθιάδη, ο οποίος διετέλεσε επί σειρά ετών δήμαρχος Αργυρούπολης.
Μίλησα για αυτοβιογραφικά κείμενα και όχι για αυτοβιογραφία, γιατί τα κείμενα αυτά, τις περισσότερες φορές, δεν γράφηκαν από χρονική απόσταση αλλά συγχρονικά με τα γεγονότα, σαν ημερολογιακές σημειώσεις. Και τα κείμενα του Κυριάκου Ευσταθιάδη που κατάφεραν να σώσουν τα παιδιά του προέρχονται από τα ημερολόγιά του στα οποία κατέγραφε επεισόδια και γεγονότα κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο Κυριάκος Ευσταθιάδης γεννήθηκε το 1899 (πέθανε το 1970) καταγράφει την πρώτη ημερολογιακή του σημείωση το 1906, όταν ήταν μόλις επτά χρονών. 
Το πιο συναρπαστικό μέρος του βιβλίου είναι το νεανικό, στο οποίο καταγράφει τις περιπέτειες και τα δεινά που πέρασαν οι Πόντιοι κατ’ αυτή την περίοδο, περίοδο κατά την οποίαν υπέστησαν μια γενοκτονία το μέγεθος της οποίας μόνο η γενοκτονία των Αρμενίων ξεπερνάει.
Μια πλευρά από την ιστορία του Πόντου που αγνοούσα είναι ότι οι Ρώσοι κατά την πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είχαν κατακτήσει την απέναντι πλευρά του Εύξεινου Πόντου, στο έδαφος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και αποσύρθηκαν από αυτό μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων. Δεν ήλθαν ως απελευθερωτές, ως κατακτητές ήλθαν, και οι πόντιοι υπέστησαν αρκετές ταλαιπωρίες από αυτούς. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα. Διαβάζουμε:
«Εκεί επέρασα δύο φοράς τον θάνατον, διότι, επειδή ανακατευθήκαμε και πήγα να ζητήσω τους άλλους, μου επιτέθηκαν οι Ρώσοι» (σελ. 39).
Φυσικά με τους τούρκους τα πράγματα ήταν χειρότερα.
«Από τότε όλα τα χωρία ήσαν εν επιφυλακή, έβγαλαν περίπολα δι’ όλην την νύκτα. Την νύκτα καθ’ ην ήμουν εγώ με τον Βασίλην, όστις ήτο παντοτινώς με μισθόν, εκοιμηθήκαμε μέσα στο χωρίον, όλοι οπλίσθησαν. Την 20/1 οι τούρκοι επάτησαν το Γιοτουρμάζ και βγάλαντες εν συνοδεία έξω τους κατοίκους στο βουνό με 70 άλογα και ελήστευσαν το χωρίο. Την 25/1 όλοι οι χωριανοί στο πόδι προς μετανάστευσιν, όταν αίφνης διεδόθη ότι οι τούρκοι πατήσαντες το Λερί εφόνευσαν 7 Έλληνες…» (σελ. 37-38).
Κατά διαστήματα στην αφήγηση του πατέρα παρεμβάλλονται σημειώσεις των παιδιών του, όπου συνοψίζουν και δίνουν διευκρινιστικές πληροφορίες.
«Ο πατέρας στο ημερολόγιο κάνει αναφορές στις παρεμβάσεις που έκανε η ηγεσία του Ποντιακού Ελληνισμού με επικεφαλής τη μεγάλη μορφή του μητροπολίτη Χρύσανθου Τραπεζούντας, των Ποντίων τραπεζιτών, των εμπόρων και λογίων στα διάφορα κράτη της Ευρώπης και ιδιαίτερα στη Ρωσία, και των αγωνιστών ανταρτών στα ποντιακά εδάφη και τα παράλια της Νότιας Ρωσίας, όπου κατοικούσε μεγάλος αριθμός Ποντίων» (σελ. 55).
Να σημειώσουμε εδώ κάτι που διαβάσαμε και αγνοούσαμε, ότι εξαιτίας της αποστολής ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μαζί με άλλες μονάδες της Αντάντ προς υποστήριξη των αντεπαναστατών, οι Πόντιοι εκδιώχθηκαν από τα εδάφη τους από τους μπολσεβίκους.
Υπάρχουν και παραθέσεις άλλων κειμένων. Το παρακάτω απόσπασμα, φρικιαστικό, καταγράφεται σε ένα βιβλίο του Παναγιώτη Ηλιάδη και αναφέρεται στη μελλοντική γυναίκα του Κυριάκου, την Ευδοξία Ηλιάδου.
«Μεταξύ των νεκρών (από εξανθηματικό τύφο στο χωριό Μπρικ κοντά στην Τρίπολη, στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας) ήταν ο πατέρας της Παναγιώτης και η αδελφή της Παρασκευή, που είχε  προσβληθεί από την θανατηφόρο ασθένεια και την εγκατέλειψαν εκεί ενώ ήταν ακόμη ζωντανή!!! Έφυγαν όλοι, φρουροί, γιατρός και άλλοι συνοδοί, για να γλιτώσουν από τον βέβαιο θάνατο. Οι απώλειες σε ψυχές ήταν τρομακτικές: από τις τρεις χιλιάδες Τριπολίτες 300 μόνο επέζησαν (περιγράφονται με ακρίβεια στην ιστορία της Τριπόλεως του Γεωργίου Σακκά και της Τατιάνας Γρίτση-Μιλλιές). Οικογένειες ολόκληρες ξεκληρίστηκαν. Κατέφυγαν, τέλος, στην Κερασούντα, κρυφά τη νύχτα, όσοι επέζησαν. Νύχτα κρυφά πήγαν στο σπίτι ενός Εβραίου εμπόρου, όπου καθάριζαν φουντούκια (λεπτοκάρυα) όλοι με αμοιβή φαγητό και ύπνο στην αποθήκη του» (σελ. 64).
Στο τέλος του βιβλίου μιλάνε τα παιδιά για τον πατέρα, αναφερόμενοι κυρίως στα χρόνια μετά την εγκατάστασή του στην Ελλάδα. Παραθέτουμε ένα ακόμη απόσπασμα από το κείμενο του Γιώργου Ευσταθάδη.
«Το 1942 τρεις τέσσερις Γερμανοί, αφού είχαν μεθύσει στη βάση τους, θέλησαν να συνεχίσουν τα μεσάνυχτα το ποτό. Αφού έσπασαν την πόρτα της ταβέρνας «Τα Τρίκορφα», στο ύψος του Praktiker σήμερα, ήπιαν διάφορα ποτά μέχρι και ξίδια, και στη συνέχεια έσπαγαν πόρτες σε σπίτια και μαγαζιά ζητώντας γυναίκες.
Στο δικό μας, όπως και στο διπλανό, του Σπύρου Σωτηριάδη, έσπασαν τις πόρτες αλλά οι γυναίκες και τα κορίτσια έφυγαν από τα παράθυρα. Το περιστατικό έγινε γνωστό στη διοίκησή τους και συγκέντρωσαν οι Γερμανοί κατοίκους από τέσσερα πέντε σπίτια και μαγαζιά που έσπασαν και τους ζήτησαν να υποδείξουν τους ταραξίες. Ο διοικητής αντελήφθη τον φόβο τους για αντίποινα και τους δήλωσε να μη φοβούνται, διότι οι ταραξίες θα έφευγαν για το ρωσικό μέτωπο και κανένας άλλος δεν θα τολμούσε να τους πειράξει. Κατόπιν αυτού υπέδειξαν τους ταραξίες και πράγματι έφυγαν για το ρωσικό μέτωπο και δεν ξαναενοχλήθηκαν» (σελ. 231).
Τι να απέγιναν άραγε αυτοί οι γερμανοί; Κατάφεραν να γλιτώσουν; Χλωμό. Πλήρωσαν ακριβά αυτό το μεθύσι.
Το βιβλίο έχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, κάνοντάς το ακόμη πιο ενδιαφέρον. Δεν πρέπει να λείψει από καμιά ποντιακή βιβλιοθήκη. Όμως και οι μη πόντιοι έχουν πολλά να μάθουν από αυτό.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Γιάννης Πούλος, Σιωπηλές φωνές



Γιάννης Πούλος, Σιωπηλές φωνές, Φρουτοπηγή 2015, σελ. 45


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Η τρίτη ποιητική συλλογή με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του ποιητή

  Έχουμε ήδη γράψει για τις δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του φίλου, γείτονα και συντρόφου τα ηρωικά εκείνα χρόνια Γιάννη Πούλου, και σειρά έχει σήμερα η τρίτη, που έχει τίτλο «Σιωπηλές φωνές».
  Οξύμωρος ο τίτλος, για να ξεκινήσουμε από αυτόν. Είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής, και αποτελεί όχι μόνο το στίγμα της ποίησής του αλλά και γενικότερα της εποχής μας. Οι κραυγαλέες διαμαρτυρίες έχουν δώσει τη θέση τους στις σιωπηλές διαμαρτυρίες, όπως αυτές των αγανακτισμένων. Σε μια εποχή που ο εχθρός βρίσκεται εκτός, πώς να αγωνιστείς; Πόσο μπορεί να πιέσει ο Βαρουφάκης; (Αλλά ας μη πολιτικολογήσουμε, το θέμα μας είναι οι «Σιωπηλές φωνές»).
  Σιωπηλοί οι αγανακτισμένοι στο σύνταγμα, σιωπηλή και η ποίηση σήμερα, καταγράφει περισσότερο τη θλίψη και λιγότερο προτρέπει αγωνιστικά «να υψώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα». Την εποχή που έγραφε το στίχο αυτό ο Ρίτσος το όραμα ήταν ακόμη ζωντανό. Για τους περισσότερους κατέρρευσε το 1989, ενώ για αρκετούς, ακόμη πιο πριν.
 
Ήχοι της σιωπής, δυνατές φωνές,
από φόβο και βία στόμα κλειστό,
αδύναμοι μοναχικοί σε κόσμο μικρό.
Πηγάδι βαθύ του πόνου της θλίψης, η λήθη,
κομμάτια χαμένης ζωής, μνήμες
βαθιά στο μυαλό, συλλέγω πριν χαθούν.
Σιωπηλές φωνές, οι στίχοι με φτερά,
μακριά να πετάξουν σαν πουλιά.

  Να σημειώσουμε ότι ο Γιάννης στοιχίζει στο κέντρο, αλλά εμείς ακολουθούμε τη στοίχιση της βιβλιοκριτικής μας, στα αριστερά. 
  Το βασικό υφολογικό χαρακτηριστικό που παρατηρήσαμε και στις προηγούμενες συλλογές του το βλέπουμε κι εδώ: το εφέ του ομοιοτέλευτου, που δεν θα το λέγαμε ακριβώς ομοιοκαταληξία γιατί οι στίχοι έχουν τον άνισο αριθμό συλλαβών που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ποίηση. Επίσης ο Γιάννης είναι φειδωλός στη χρήση του ρήματος. Στο παραπάνω ποίημα συναντάμε μόλις δυο ρήματα: «συλλέγω» και «πετάξουν». Ακόμη συναντάμε κάμποσες φορές το εφέ της απαρίθμησης, και πιο χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ζητείται κοινό».

Θεοί, πολιτικοί, λογοτέχνες, ηθοποιοί, κοινό αναζητούν
με πάθος, δύναμη, ψέματα κι αλήθειες, μιλούν.
Γονυκλισίες, υποσχέσεις, παράσταση θεατρική,
θέσεις μοιράζουν, στον παράδεισο, στο δημόσιο, στη ζωή.
Το κοινό μας ζητάμε με ήθος και παιδεία,
ρόλους ν’ αλλάξουμε σ’ αυτή την πορεία.

  Σαν στρατευμένος ποιητής που είναι ο Γιάννης είναι φυσικό στα ποιήματά του να υποχωρεί το ύφος μπροστά στη θεματική. Ο κοινωνικός προβληματισμός που τα χαρακτηρίζει παίρνει συχνά και πολιτική χροιά, ενώ η μαθητεία μας στην πρώτη οργάνωση που εμφανίστηκε στην Ελλάδα με έντονο τον οικολογικό χαρακτήρα φαίνεται σε αρκετά από αυτά. Παραθέτουμε το ποίημα «Ιερισσός».

Με χέρια άνομα και νόμο,
ήλθαν ζωσμένοι βία και δακρυγόνο.
Χρυσάφι να πάρουν απ’ τα σπλάχνα της γης,
δηλητήριο στο χώμα, στα νερά της ζωής.
Σκάψε σε υπόγειες στοές βαθιά,
χρυσό θα βρεις στα φύλλα της καρδιάς.
Καλοσύνη, ανθρωπιά, το χρυσάφι εμείς,
δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς.

  Επίσης το ποίημα «Πατρίδες».

Φτώχεια, διωγμοί σε πέτρινα χρόνια,
άνεμοι δυνατοί σε φέραν στα ξένα.
Εκεί που τη ζωή σκόρπισες,
οικογένεια, φίλοι και δουλειά,
ρίζες έβγαλες, φύλλα και κλαδιά.
Σε δρόμους τους Ουτρέχτης περπατάς,
αισθήματα, πολιτισμό μαζί σου κουβαλάς.
Η πατρίδα σου ποια είναι σε ρωτούν,
σιωπηλά δάκρυα στα μάτια σου κυλούν.

  Το ποίημα αυτό είναι αφιερωμένο στη Δήμητρα Σιδέρη, αλλά στο πρόσωπό της αναγνωρίζουμε όλους τους ξενιτεμένους έλληνες που η κρίση τους ανάγκασε να εκπατριστούν.

  Ποιος έχει γράψει ποτέ ποίημα γι’ αυτές; Και μόνο γι’ αυτό το λόγο θα το παραθέσω.

Καθαρίστριες

Χαράματα γυναίκες σιωπηλά,
γραφεία καθαρίζουν, τη βρωμιά,
με σκούπες, σφουγγάρια και κουβά.
Βρώμικες πολιτικές, με άνομο νόμο
δικαστές, την ψυχή δικάζουν, το σθένος.
Σε ανεργία υποταγή τις οδηγούν με βία,
σκλαβιά, δουλειά με το κομμάτι.
Με δύναμη και πάθος καθαρίστριες,
φωνές υψώνουν στην πόλη, διαμαρτυρία,
να περάσει η ανθρωπιά να φύγει η αδικία.

  Να αφιερώσω κι εγώ την παράθεση στη Εύα, στη Μιμόζα, στην Όλγα, στη Βερόνικα, στη Λίτσα, στην Αντριάνα και στη Μυρσίνη.

  Θα κλείσω τη παρουσίαση αυτή παραθέτοντας ένα ακόμη ποίημα, «Η γάτα», αφενός γιατί η γάτα, σε αντίθεση με τα σκυλιά, είναι η συμπάθειά μου και έχω γράψει γι’ αυτή, και αφετέρου για τους δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους με τους οποίους τελειώνει, καθώς κι εγώ τελειώνω τις αναρτήσεις μου παραθέτοντας πάντα τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίζω, είτε για ποιήματα πρόκειται είτε για πεζά.

Ήσυχα και σιγανά περνούσες απ’ τη στράτα,
όλο χάρη κι ομορφιά, ναζιάρα μαύρη γάτα.
Νύχια μακριά και μυτερά, πληγές ανοίγουν,
έρχεσαι, φεύγεις, χάνεσαι, πότε είσαι δω,
πότε είσαι κει, στον ήλιο χουζουρεύεις,
τη νύχτα στις σκεπές, τ’ αρσενικά μαζεύεις.
Ο κόσμος όλος γύρω σου τη συντροφιά σου θέλει,
σε μαξιλάρια μαλακά ύπνο γλυκό να φέρεις. 

  Φίλε Γιάννη, οικονομολόγε και μανάβη, σύντροφε και ποιητή, καλοτάξιδη να είναι και αυτή η ποιητική σου συλλογή.

Σε ενιαίο αρχείο έχουμε όλες τις βιβλιοκριτικές μας για τις ποιητικές συλλογές του Γιάννη Πούλου

Μπάμπης Δερμιτζάκης




Friday, March 13, 2015

Μαλαματένια λόγια, με τον Κωστή, τον Νίκο, τον Μάκη και τη Νίκη στο Νταβαντούρι στην Αγία παρασκευή

Αναβαθμίζομαι. Από κατά μόνας στο σπίτι με παρέα στο σπίτι, με παρέα σε κρητικό καφενείο και σήμερα στο πάλκο σε κρητική ταβάρνα - για λίγο βέβαια. http://youtu.be/In0eoqLm9Io

Thursday, March 12, 2015

Laïla Marrakchi, Marock




 Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο: Marock. Με εφέ της δισημίας, μπορεί να διαβαστεί σαν Μαρόκο αλλά και σαν ma rock, το δικό μου ροκ.
Καμιά σχέση με το σιιτικό Ιράν, όπου η αστυνομία καραδοκεί μήπως γίνεται κανένα πάρτι σε κάποιο διαμέρισμα, και όπου οι γυναίκες φορούν τσαντόρ. Εδώ είμαστε στο δυτικότερο άκρο του Μαγκρέμπ, δίπλα στη θάλασσα, στην Καζαμπλάνκα. Οι γυναίκες είναι ντυμένες όπως όλες οι γυναίκες στη Δύση, και διασκεδάζουν σε κλαμπ με ροκ μουσική.
Στο έργο βλέπουμε για μια φορά ακόμη το μοτίβο του «έρωτας χωρίς σύνορα», για το οποίο έχουμε γράψει κάμποσες φορές. Εδώ έχουμε τον έρωτα μιας μουσουλμάνας και ενός εβραίου. Μόνο που ο εβραίος αυτός, ο Γιούρι, κρίνοντας από το όνομα, μάλλον δεν είναι απόγονος των εβραίων εκείνων που εκδιώχθηκαν μετά την reconquista από την Ισπανία, μαζί με τους μουσουλμάνους που αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν.
Και ο Γιούρι και η Ρίτα ανήκουν στη μεγαλοαστική τάξη. Ο πατέρας της Ρίτας είναι εργοστασιάρχης και αγανακτεί με το ραμαζάνι, που κάθε τρεις και μια οι εργάτες σταματάνε για προσευχή. Και οι γονείς του Γιούρι είναι πλούσιοι, αν κρίνουμε από το σπίτι του. Όμως θέλουν να πάνε στην Αμερική γιατί μετά τον πόλεμο του Κόλπου τα πράγματα δυσκόλεψαν για τους εβραίους, έτσι τουλάχιστον ακούμε στην ταινία.
Ο Μάο, ο αδελφός της Ρίτας, γυρνάει από το Λονδίνο αλλαγμένος: έχει γίνει φονταμενταλιστής. Αν είναι και τρομοκράτης αυτό δεν λέγεται στο έργο. Εκπλήσσει την αδελφή του που τον βλέπει να προσεύχεται με ευλάβεια. «Δεν είναι προς τα εκεί η Μέκκα», του λέει κοροϊδευτικά.
Αλήθεια, πώς θα τελειώσει αυτό το ειδύλλιο;
Η Ρίτα λέει στον Γιούρι ότι πρέπει να γίνει μουσουλμάνος. Αυτή δεν μπορεί να αλλάξει θρησκεία. Λέει ότι οι γονείς της θα την σκότωναν από ντροπή. Αυτό που ξέρουμε εμείς και δεν λέγεται στην ταινία ότι με βάση τη σαρία η ποινή για το μουσουλμάνο, όχι μόνο όταν αλλαξοπιστήσει αλλά απλά και μόνο όταν εγκαταλείψει το ισλάμ, δηλώνοντας π.χ. άθεος, είναι ο θάνατος.
Τελικά θα αλλαξοπιστήσει ο Γιούρι; Ή θα αλλαξοπιστήσει η Ρίτα; Οποιαδήποτε από τις δυο λύσεις θα άφηνε ανικανοποίητο ένα μεγάλο μέρος των δυνητικά θεατών. Έτσι η Μαρακσί πρέπει να καταφύγει στον από μηχανής θεό. Που δεν είναι ακριβώς θεός, είναι ο χάρος, που έρχεται με τη μορφή ενός τροχαίου.
Υπάρχει και ένα άλλο ειδύλλιο που τελειώνει άδοξα: μια φίλη της Ρίτας αναγκάζεται, κάτω από την πίεση των γονιών της, να παντρευτεί έναν πλούσιο. Το αγόρι της θα το εγκαταλείψει.
Και σε μας συμβαίνουν αυτά, αλλά σπάνια.
Στο τέλος βλέπουμε τον φονταμενταλιστή αδελφό που είχε τόσες αντιρρήσεις για αυτή τη σχέση να την αγκαλιάζει, προσπαθώντας να την παρηγορήσει. Αν δεν προλάβουν να τον ζώσουν με εκρηκτικά οι σύντροφοί του σίγουρα θα τους εγκαταλείψει.
Έχουμε υπόψη ένα τέτοιο ειδύλλιο, στο Μαρόκο, ανάμεσα σε μουσουλμάνο και εβραία. Που όμως είμαστε σίγουροι ότι η εβραία άλλαξε θρησκεία. Πρόκειται για τον παππού και τη γιαγιά ενός εξαιρετικού μαροκινού σκηνοθέτη, του Nabil Ayouch. Του Ayouch, που δήλωσε ότι θα κάνει το παν για να συμφιλιώσει άραβες και εβραίους, που σφάζονται εξαιτίας του παλαιστινιακού. Μακάρι να μπορούσε να τα καταφέρει.
Έχουμε δει τέσσερα έργα του Ayouch, και έχουμε γράψει γι’ αυτά στο blog μας. Όμως σιγά σιγά τις αναρτήσεις αυτές τις περνάμε σε ενιαίο αρχείο και τις αναρτούμε σε μια ιστοσελίδα μας. Η ανάρτησή μας για τον Nabil Ayouch βρίσκεται εδώ.

Wednesday, March 11, 2015

Amir Naderi, Harmonica



Amir Naderi, Harmonica (1974)

Το έργο μου θύμισε ένα μεταγενέστερο έργο, το «The two-legged horse» (2008) της Σαμίρας Μαχμαλμπάφ. Ένα έργο που δεν μου άρεσε καθόλου και γι’ αυτό δεν έγραψα ξεχωριστά, παρά μόνο ένα σχόλιο σε μια ανάρτηση στο blog «Σκύλλα και Χάρυβδη», η ανώνυμη ιδιοκτήτρια του οποίου είναι επίσης fan του ιρανικού κινηματογράφου.
Ενώ είμαι φαν του Ναντερί, και θυμάμαι πόσο μου άρεσε η ταινία του «Water, wind, dust», η ταινία αυτή μου προκάλεσε ένα είδος αποστροφής, πράγμα που έχει να κάνει με τους μηχανισμούς της πρόσληψης. Θέλουμε να βλέπουμε ήρωες με τους οποίους να μπορούμε να ταυτιστούμε, ή τουλάχιστον που να μη μας προκαλούν αποστροφή, και σ’ αυτά τα έργα δεν υπάρχουν.
Συνηθίζουμε να επαινούμε τα παιδιά, χαρακτηρίζοντάς τα ως το μέλλον της κοινωνίας κ.λπ. κ.λπ. και δεν θυμάμαι να έχει γράψει κανείς κάτι αρνητικό γι’ αυτά. Όμως από παλιά αποτελούσε πεποίθησή μου ότι η κοινωνία των παιδιών είναι μια κοινωνία ζούγκλας. Το bullying είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας των παιδιών και όχι των μεγάλων. Σαν εκπαιδευτικός έχω μια αρκετά καλή εικόνα γι’ αυτό, όμως δεν θα ήθελα να επεκταθώ, αφού το θέμα μας είναι η ταινία του Ναντερί.
Βλέπουμε μια ομάδα παιδιών που κολυμπούν να πειράζουν τον Abdoloo. Θέλει να βγει έξω από το νερό αλλά οι άλλοι δεν τον αφήνουν. Τον σπρώχνουν ο ένας πάνω στον άλλο, ενώ κάποια άλλα παιδιά που είναι έξω φωνάζουν κοροϊδευτικά. Περισσότερο από όλους τον πειράζει ο χοντρούλης Amiro.
Τα παιδιά κάποια στιγμή βγαίνουν έξω όμως ο Abdoloο δεν τολμάει, ξέροντας ότι δεν θα τον αφήσουν ήσυχο. Ο Amiro του φωνάζει «Abdoloo, ένας καρχαρίας έρχεται προς το μέρος σου». Προσπαθεί τρομοκρατημένος να βγει από το νερό αλλά τα παιδιά τον σπρώχνουν πίσω.
Όμως να που οι ρόλοι αντιστρέφονται!
Στον Abdoloo κάνουν δώρο μια φυσαρμόνικα. Μαγεύονται τα παιδιά. Ο Abdoloo τους αφήνει να παίζουν επί πληρωμή. Σκληρός διαπραγματευτής. Κανείς δεν τολμάει τώρα πια να τον πειράξει.
Ο Amiro δεν έχει άλλα λεφτά. Συμφωνούν για αντάλλαγμα να τον κουβαλάει στην πλάτη του, όπως κουβαλούσε το καθυστερημένο παιδί το παιδί με τα κομμένα από τις νάρκες πόδια στο έργο της Μαχμαλμπάφ. Και του φέρεται με την ίδια σκληρότητα. Ο Amiro αρνείται να περάσουν από το παζάρι για να μην τον δουν οι άλλοι και ρεζιλευτεί, αλλά αυτό ακριβώς θέλει ο Abdoloo. Όμως προκειμένου να παίξει τη φυσαρμόνικα υποχωρεί. Και γίνεται περίγελος όλων, προκαλώντας άπειρη θλίψη στη μητέρα του. Κάποια στιγμή αυτή του δίνει κλαίγοντας τα ελάχιστα κοσμήματα που είχε κληρονομιά από τη μητέρα της για να τα πουλήσει και να αγοράσει φυσαρμόνικα. Αυτός συγκινείται τόσο πολύ από την προσφορά της που αρνείται. Την αγκαλιάζει και τη φιλάει επανειλημμένα.
Στο τέλος του έργου βλέπουμε τα παιδιά να κάνουν τον εξής αγώνα: ανά ζευγάρια, με τον ένα στην πλάτη του άλλου, σπρώχνονται μέχρι να πέσει ο αναβάτης κάτω. Το ζευγάρι που θα μείνει όρθιο θα είναι ο νικητής και θα μπορούν να παίξουν για αρκετή ώρα την φυσαρμόνικα.
Μένουν δυο ζευγάρια, και το ένα είναι ο Amiro με τον Abdoloo. Το άλλο ζευγάρι καταφέρνει να ρίξει κάτω τον Abdoloo. Η φυσαρμόνικα του φεύγει από το χέρι. Ο Amiro την αρπάζει και τρέχει προς τη θάλασσα. Τα άλλα παιδιά τον κυνηγάνε. Μπαίνει μέσα στο νερό και προχωράει. Και με μια πράξη απεξάρτησης-απελευθέρωσης την πετάει θριαμβευτικά στα βαθιά.
Για να μην επαναλάβω κάποια πράγματα, αλλά και για να κάνω τη σύγκριση, θα παραθέσω το σχόλιο που έγραψα για την ταινία της Σαμίρας Μαχμαλμπάφ.
  «Και μένα με απογοήτευσε η ταινία, την είδα τώρα μόλις, σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες της Μαχμαλμπάφ που με ενθουσίασαν. Είναι μια ταινία άγρια, που δείχνει τα πιο άγρια ένστικτα του ανθρώπου. Μπορεί η Μαχμαλμπάφ να την εννοούσε ως αλληγορία, αλλά μάλλον η αλληγορία είναι δύσκολο να λειτουργήσει στον κινηματογράφο. Απλώς η αίσθηση που αποκόμισα εγώ είναι ότι και οι πιο ταλαιπωρημένοι της ζωής (το παιδί με τα κομμένα πόδια) μπορούν να γίνουν άγριοι, και αντί να προκαλούν τον οίκτο μας να προκαλούν την αποστροφή μας. Οίκτο μας προκαλεί το καθυστερημένο παιδί και το κοριτσάκι που ζητιανεύει».
Και στο έργο της Μαχμαλμπάφ το παιδί με τα κομμένα πόδια ταπεινώνει συνεχώς το «δίποδο άλογό» του. Κάπου στο τέλος της ταινίας βλέπουμε να του προσφέρει σανό. Και ο πατέρας του παιδιού του αγοράζει μια αλογοκεφαλή για να τη φοράει όταν θα μεταφέρει το γιο του.
Αυτό πάει πολύ. Στην προτελευταία σκηνή βλέπουμε τον καθυστερημένο νεαρό να περπατάει μόνος του. Όπως ο Amiro, έχει κάνει και αυτός την επανάστασή του.
Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε τον πατέρα του παιδιού να φωνάζει: Θέλω ένα αγόρι. Αμοιβή ένα δολάριο τη μέρα.
Με μια παρόμοια σκηνή είχε ξεκινήσει το έργο.
Ένα τσούρμο παιδιών ορμάει.
Φοβερό πράγμα η φτώχεια.

Έχουμε αναρτήσει σε ξεχωριστό αρχείο σε μια ιστοσελίδα μας όλες τις αναρτήσεις που κάναμε στο blog, με τη χρονολογική σειρά των έργων και όχι της ανάρτησης, πράγμα που κάνουμε σε όλες τις συλλογικές αναρτήσεις. Βρίσκεται εδώ