Book review, movie criticism

Saturday, September 26, 2015

14. Κάθε εμπόδιο για καλό και Ουδέν κακόν αμιγές καλού



14. Κάθε εμπόδιο για καλό και Ουδέν κακόν αμιγές καλού

  Δεν είχε δεχθεί να εκδώσει ο εκδότης μου, ο Θάνος Γραμμένος, το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». –Καλό, μου λέει, αλλά ποιος θα το πάρει; Τελικά χρηματοδότησε την έκδοσή του ο χωριανός και φίλος μου Γιώργης Τωμαδάκης (να τον ευχαριστήσω και απ’ αυτές τις γραμμές) και ο Θάνος το εξέδωσε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πάρω πάρα πολλά αντίτυπα και όχι τα είκοσι που δίνουν κλασικά οι εκδότες στους συγγραφείς, να δώσω σε πάρα πολλούς φίλους, και ο Γιώργης να στείλει πάρα πολλά αντίτυπα στην κοινότητα του χωριού μας που πουλήθηκαν και τα έσοδα έμειναν στην κοινότητα, με αποτέλεσμα να το διαβάσουν πάρα πολλοί χωριανοί. Άρεσε αρκετά μπορώ να πω, τόσο μάλιστα που λυπήθηκα που δεν το επιμελήθηκα περισσότερο.
  Τα οικολογικά μου παραμύθια ο Θάνος τα βρήκε «αδύνατα». Ένας άλλος εκδοτικός οίκος που του τα έδωσα τα αρνήθηκε. Τελικά ο φίλος μου ο Γιώργος ο Βοϊκλής που εργαζόταν στο γραφείο τύπου του τότε δημάρχου της Ηλιούπολης Θεόδωρου Γεωργάκη είχε την ιδέα να εκδοθούν μέσω του δήμου και να μοιραστούν στους μαθητές δημοτικού όλων των σχολείων της Ηλιούπολης. Συζητήθηκε η πρόταση στο δημοτικό συμβούλιο, εγκρίθηκε το κονδύλι για την έκδοση από όλες τις παρατάξεις εκτός από το ΚΚΕ –γνωστή η τακτική του να καταψηφίζει ό,τι ψηφίζουν οι άλλοι, και μοιράστηκε. Το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτή (ΚΕΠΚΑ) που ανέλαβε την έκδοση το προώθησε και σε δυο άλλους δήμους της Θεσσαλονίκης, και εγώ, σε τυχαία αναζήτηση στο διαδίκτυο κάποια χρόνια αργότερα, είδα ότι σε πανηγυρική τελετή ο νομάρχης Κοζάνης το μοίρασε στους μαθητές της έκτης δημοτικού όλων των σχολείων του νομού. Εγώ πάλι έστειλα 45 αντίτυπα για το δημοτικό σχολείο του χωριού μου (είχε τότε 42 μαθητές), και έδωσα νομίζω 30 και για ένα άλλο σχολείο, κατά παράκληση της διευθύντριάς μου στο Βαρβάκειο. Ακόμη έχω και δίνω σε φίλους.
  Το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» το αρνήθηκαν τέσσερις εκδότες. Το δέχτηκε ο Αλέξανδρος Δεσύλλας (εκδόσεις ΑΛΔΕ), με τον οποίο γίναμε φίλοι. Μου εξέδωσε στη σειρά metroαναγνώσματα και τα διηγήματά μου «Το Φραγκιό», και μου παράγγειλε και έγραψα το «Πες της το με μια μαντινάδα». Όμως το «Μυστικό των εξωγήινων» το αρνήθηκε. Ποιος διαβάζει σήμερα επιστημονική φαντασία; Μετά από δυο χρόνια του πρότεινα να συμμετάσχω στα έξοδα της έκδοσης-για πρώτη φορά, στο 13ο βιβλίο μου. Του έβαλα όμως έναν όρο: το ηλεκτρονικό κείμενο να είναι δικό μου, να το διαθέτω όπως θέλω. Δέχθηκε, και μάλιστα μου έδωσε πολύ περισσότερα αντίτυπα από τα συμφωνημένα δέκα. Το pdf το έστειλα σε αρκετούς φίλους μου με e-mail, και το ανάρτησα επίσης στο scribd, κοινοποιώντας τον σύνδεσμο στον τοίχο μου στο facebook και αναρτώντας τον στο blog μου.
  Και δυο λόγια για το ηλεκτρονικό βιβλίο.
  Πολλοί λένε ότι δεν μπορούν να διαβάσουν ηλεκτρονικά ένα βιβλίο, προτιμούν την έντυπη έκδοση, να νοιώθουν στη μύτη τους τη μυρουδιά του χαρτιού.
  Κι εγώ προτιμώ την έντυπη έκδοση. Διαβάζεται πιο άνετα και μπορώ και υπογραμμίζω αυτά που με ενδιαφέρουν για να τα χρησιμοποιήσω αργότερα στη βιβλιοκριτική. Όμως τι γίνεται αν ένα βιβλίο είναι εξαντλημένο; Έψαξα πριν λίγους μήνες για το λίβελο της Λιλής Ζωγράφου «Νίκος Καζαντζάκης: ένας τραγικός». Ήταν εξαντλημένο. Δεν με ενδιέφερε να το ψάξω στις βιβλιοθήκες καθώς οι περισσότερες δεν σε αφήνουν να φωτοτυπήσεις και αυτές που σε αφήνουν, όπως η Γεννάδειος, το κάνουν μόνο για περιορισμένες σελίδες. Το διαπίστωσα πρόσφατα ψάχνοντας το «Ο Οθέλος ξαναγυρίζει» του Καζαντζάκη. Αν το βιβλίο της Ζωγράφου υπήρχε αναρτημένο κάπου σε ηλεκτρονική μορφή δεν θα υπήρχε πρόβλημα, θα το κατέβαζα, είτε δωρεάν είτε επί πληρωμή. Τώρα, ακόμη και αν επανεκδοθεί, εγώ μπορεί να έχω χάσει στο μεταξύ το ενδιαφέρον μου.
  Μήπως θα έπρεπε μαζί με τα τρία αντίτυπα που στέλνουν οι εκδότες στην Εθνική Βιβλιοθήκη να στέλνουν και το ηλεκτρονικό κείμενο; Μήπως θα έπρεπε να δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων, ανάλογη με αυτή που υπάρχει για τα διδακτορικά; Τα όποια προβλήματα θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.
  Καθώς σκεφτόμουν το πρόβλημα με τα αυτιά μου που με οδήγησε στο νοσοκομείο για μια βδομάδα το φετινό καλοκαίρι, έχοντας όμως το θετικό αποτέλεσμα να χάσω – επιτέλους!!! – πέντε κιλά (αναφέρθηκα σ’ αυτό στην προηγούμενη ανάρτησή μου στην κατηγορία «Αυτοβιογραφικές σημειώσεις» και έχει τίτλο «Το πανηγύρι του χωριού μου») μου ήλθε στο μυαλό και ένα άλλο συμβάν, για το οποίο ισχύει επίσης το αρχαίο γνωμικό «Ουδέν κακόν αμιγές καλού».
  Έχω μόνιμο άγχος μήπως μου διαρρήξουν το σπίτι, παρά τον συναγερμό. Δεν με ενδιαφέρει να μου πάρουν τηλεοράσεις, dvd, υπολογιστές ή ό,τι άλλο, αλλά με ενδιαφέρει να μη μου πάρουν τους σκληρούς μου δίσκους· όχι για την εμπορική αξία τους αλλά για το περιεχόμενό τους. Έχω κρατήσει βέβαια σε back up τα σημαντικότερα αρχεία μου, αλλά όχι όλα. Πριν λίγες μέρες μου χάλασε ένας σκληρός δίσκος και έχασα, ανάμεσα σε άλλα, όλες τις όπερες και τις εκπομπές «Ταξίδι στον πολιτισμό» που είχα γράψει από το CCTV-4, το κινέζικο κανάλι.
  Το να σου διαρρήξουν το σπίτι είναι μια τραγική εμπειρία, ακόμη και αν δεν σου πάρουν πράγματα σημαντικής αξίας: οι διαρρήκτες σού το κάνουν άνω κάτω. Αυτό μας συνέβη το 2000, και μάλιστα την παραμονή της επιστροφής μας από την Κρήτη. –Δεν γίνεται, είπα, θα βάλουμε συναγερμό.
  Και βάλαμε.
  Ο ένας από τους δυο νεαρούς που ήλθαν να τον τοποθετήσουν ήταν παθιασμένος με την ψηφιακή φωτογραφία. Μας έβγαλε δύο. Τότε ανακάλυψα τυχαία ότι το http://www.tripod.com σου δίνει δωρεάν χώρο για δημιουργία ιστοσελίδας. Οι φωτογραφίες αυτές υπήρξαν το κίνητρο να φτιάξω μια ιστοσελίδα, την πρώτη μου στο διαδίκτυο.
  Ο doctor Ahmad, ένας από τους διοργανωτές του δεύτερου συνεδρίου για τη λογοτεχνική κριτική που έγινε από την Αιγυπτιακή Εταιρεία Θεωρίας της Λογοτεχνίας σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο Ain Shams του Καΐρου το Δεκέμβρη του 2000, μου είπε ότι με προσκάλεσε επειδή διάβασε το βιογραφικό μου σ’ αυτή την ιστοσελίδα. Τίτλος της εισήγησής μου ήταν Hypertext: surpassing the limitations of the text.
  Μια από τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες του συνεδρίου ήταν και μια κρουαζιέρα στο Νείλο. Η χορεύτρια που μας χόρεψε κάποια στιγμή άρχισε να καλεί τους συνέδρους να χορέψουν μαζί της. Όλοι αρνιόντουσαν. Εγώ δεν είχα ξαναχορέψει τσιφτετέλι αλλά ήξερα πως χορεύεται, έτσι σηκώθηκα.
  Αυτό ήταν. Μετά από μένα σηκώθηκε ο Terry Eagleton. Ακολούθησαν στη συνέχεια και αρκετοί άλλοι.
  Το ότι υπήρξα ο animator της βραδιάς πιστεύω ήταν ο λόγος που με ξανακάλεσαν και στο επόμενο συνέδριο (γινόταν, δεν ξέρω αν γίνεται ακόμη, κάθε τρία χρόνια) το 2003. Το θέμα του συνεδρίου ήταν Cultural criticism και ο τίτλος της εισήγησής μου ήταν  Nature and culture: an unresolved polarity. The case of aggression.
  Το να προσθέσεις τη συμμετοχή σου σε ένα συνέδριο στο βιογραφικό σου είναι σημαντικό. Όμως, σ’ αυτό το συνέδριο, ήταν κάτι παραπάνω. Αλλά γι’ αυτό έχω γράψει αλλού.

Wednesday, September 23, 2015

Friedrich Nietzsche, Ευρωπαϊκός μηδενισμός



Friedrich Nietzsche, Ευρωπαϊκός μηδενισμός (μετ. Ι. Ζερβού), Εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις 1962, σελ. 108.

  Διαβάζω στην εισαγωγή του μεταφραστή:
  «Το έργο αυτό («Η θέληση της δύναμης-δοκίμιο μεταμόρφωσης όλων των αξιών») που το άφησε ανεπεξέργαστο, αλλά συνολικά σχεδόν σχεδιασμένο, το είχε διαιρέσει σε τέσσερα ξέχωρα βιβλία, ως εξής:
  Βιβλίο πρώτο: «Ο Ευρωπαϊκός μηδενισμός».
  Βιβλίο δεύτερο: «Κριτική των ανώτερων αξιών».
  Βιβλίο τρίτο: «Αρχή (κανόνας) νέας εκτίμησης».
  Βιβλίο τέταρτο: «Πειθαρχία και επιλογή» (σελ. 10).
  Διαβάσαμε το βιβλίο, δεν βρήκαμε αυτή την κατάταξη. Η αδελφή του που επιμελήθηκε την μεταθανάτια έκδοση του έργου του έκανε φαίνεται διαφορετική κατάταξη. Υπάρχουν αποσπάσματα στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» που δεν τα συνάντησα στη «Θέληση της δυνάμεως». Είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό γιατί θα το θυμόμουν, όπως το παρακάτω:
  «Ο ρούσικος πεσιμισμός (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι)· ο αισθητικός πεσιμισμός, η τέχνη για την τέχνη… ο πεσιμισμός στη θεωρία της γνώσης (Σοπενάουερ, η φαινομενοκρατία)…» (σελ. 74). Όλο το 54 είναι σημειώσεις για περαιτέρω επεξεργασία.
  Εν πάση περιπτώσει, έχοντας γράψει ήδη για τις γενικές απόψεις του Νίτσε δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι, προχωρώ κατευθείαν στο σχολιασμό των αποσπασμάτων. Να πούμε μόνο πως η μετάφραση του Γιάννη Ζερβού έγινε το 1931, με τις γλωσσικές ιδιομορφίες της εποχής τις οποίες προσπάθησα να εξομαλύνω.
  Παρόλο που πρόκειται για έργο που δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί ο Νίτσε, και κάποια αποσπάσματα δεν είναι παρά σκέψεις που τις κατέγραψε βιαστικά, αρκετά όμως έχουν μια διαύγεια και μια λαμπρότητα που στέκουν και χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Τέτοια είναι αρκετά συγκριτολογικά αποσπάσματα όπου ο Νίτσε αναφέρεται στα κύρια χαρακτηριστικά του αιώνα του και των περασμένων αιώνων, όπως και τα αποσπάσματα στα οποία αναφέρεται σε μουσικούς και συγγραφείς. Συχνά τα δυο συμπλέκονται, όπως: «Ο Καντ με τη θεωρία του «πρακτικού λόγου», με τον ηθικό φανατισμό του ανήκει εξ ολοκλήρου στον δέκατο όγδοο αιώνα» (σελ. 54).
  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος κι εγώ μου άρεσαν τα σχετικά αποσπάσματα, και έτσι θα παραθέσω ένα πολύ χαρακτηριστικό.
  «Ρουσσώ: Ο κανόνας βασισμένος πάνω στο αίσθημα, η φύση σαν πηγή της δικαιοσύνης, η βεβαίωση ότι ο άνθρωπος τελειοποιείται αναλόγως με το πόσο πλησιάζει στη φύση (κατά τον Βολταίρο, αναλόγως με το πόσο απομακρύνεται από τη φύση). Οι αυτές εποχές για τον ένα είναι εποχές προόδου της ανθρωπότητας και για τον άλλο εποχές αύξησης της αδικίας και της ανισότητας» (σελ. 57).
  Και:
  «Ο Ρουσσώ, μ’ όλη την [ταπεινή] καταγωγή του είναι περήφανος για ό,τι είναι αλλά γίνεται έξω φρενών όταν του το θυμίζουν… Ο Ρουσσώ βέβαια είχε διαταράξεις φρενικές, ο Βολταίρος είχε υγεία κι αλαφροσύνη σπάνιες. Ο Ρουσσώ είχε τη μνησικακία του αρρώστου· οι περιοδικές εποχές της τρέλας του είναι οι εποχές της μισανθρωπίας του και της δυσπιστίας του» (σελ. 58).
  Διαβάζουμε για το μηδενισμό:
  «Φτάνει στο ανώτατο της σχετικής δύναμής του όταν εκδηλώνεται σαν βίαιη δύναμη καταστροφής, σαν ενεργητικός μηδενισμός. Το αντίθετό του θα μπορούσε να ’ναι ο κουρασμένος μηδενισμός, που δεν επιτίθεται πια: η περιφημότερη μορφή τούτου είναι ο βουδισμός, που είναι μηδενισμός παθητικός με συμπτώματα αδυναμίας» (σελ. 19).
  Διαβάζουμε: «πέραν του καλού και του κακού» (σελ. 32). Η φράση αυτή επανέρχεται σαν λάιτ μοτίφ στα κείμενά του, και όχι μόνο σ’ αυτό το βιβλίο, όπως στα δικά μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» και «Οι ρίζες της σύμπτωσης».
  «…εφόσον η μάζα κυβερνά, τυραννεί αυτή τους εξαιρετικούς ανθρώπους και συνεπώς τους κάνει να χάσουν την πίστη στον εαυτό τους και τους σπρώχνει στον μηδενισμό» (σελ. 38).
  Είναι κι αυτό μια άποψη, που δεν νοιώθω υποχρεωμένος να τη συμμεριστώ.  
  Θα τελειώσουμε με μια αποφθεγματική παρατήρηση για τον μηδενισμό: «Ο μηδενισμός δεν είναι αιτία, αλλά μόνο η λογική της παρακμής» (σελ. 93).
  Αλλά με τον Νίτσε θα συνεχίσουμε.

Tuesday, September 22, 2015

Friedriech Nietzsche, Η θέληση της δυνάμεως



Friedriech Nietzsche, Η θέληση της δυνάμεως (μετ. Ιωάννα Μπαζίλη), Ενωμένοι εκδότες 1961

Η «Θέληση της δυνάμεως» είναι το τελευταίο έργο του Νίτσε. Το είχε προαναγγείλει, όμως φαίνεται ότι εγκατέλειψε το σχέδιο πριν το ολοκληρώσει, και κάποια αποσπάσματα τα χρησιμοποίησε για τα έργα του «Το Λυκόφως των ειδώλων» και τον «Αντίχριστο». Μετά το θάνατό του η αδελφή του Ελίζαμπεθ εξέδωσε αδημοσίευτα αποσπάσματα με αυτό τον τίτλο, λέγεται όμως ότι παραποίησε κάποια ώστε να είναι σύμφωνα με τις αντισημιτικές της αντιλήψεις. Οι ναζί επωφελήθηκαν αρκετά απ’ αυτό το έργο.
Δεν ξέρω την έκταση της επέμβασης της αδελφής, όμως στο έργο εγώ αναγνωρίζω τον γνωστό μου Νίτσε, τον πολέμιο του χριστιανισμού, της ηθικής του που την χαρακτηρίζει ως ηθική δούλων («Αυτό το βιβλίο κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της ηθικής» (σελ. 48), με τα βέλη του να στρέφονται κυρίως κατά του οίκτου και της αγάπης προς τον πλησίον.
Έχω γράψει γενικά για τον Νίτσε στην προηγούμενη ανάρτησή μου για το «Πέραν του καλού και του κακού» (σε κάθε καινούρια ανάρτησή μου για τον Νίτσε δίνω τον σύνδεσμο της προηγούμενης) και έτσι θα περάσω κατευθείαν στην παράθεση αποσπασμάτων.
«Έχουμε ανάγκη από την πλάνη για να θριαμβεύσουμε πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα, σ’ αυτή την «αλήθεια», δηλαδή για να ζήσουμε… Πόσο είναι απαραίτητο το ψέμα στη ζωή, αυτό ακόμη αποτελεί μέρος αυτής της τρομακτικής και ύποπτης ζωής» (σελ. 14).
Όταν έγραφα το βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» δεν θυμόμουνα ότι είχα συναντήσει τη βασική θέση του στον Νίτσε. Δεν το θυμόμουνα γιατί δεν είναι από τις κεντρικές ιδέες του, και ενώ έχω ξαναδιαβάσει σχεδόν όλα του τα έργα, πρώτη φορά τη συναντώ.
«Η τέχνη και τίποτα άλλο από την τέχνη! Είναι αυτή που μας πείθει να ζήσουμε, που μας πείθει να τη ζήσουμε. Η τέχνη, μόνη δύναμη που αποτελεί θαυμάσιο αντιστάθμισμα σ’ όλα όσα μας αναγκάζουν ν’ αρνηθούμε τη ζωή, δύναμη αντιχριστιανική, αντιβουδιστική, αντιμηδενιστική κατ’ εξοχήν. Η τέχνη, σωτηρία για όποιον βλέπει και θέλει να δει το φοβερό αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα της ζωής, που φθάνει στην τραγική αντίληψη. Η τέχνη, απολύτρωση του ενεργητικού ανθρώπου εκείνου, που δεν ικανοποιείται μόνον να βλέπει το φοβερό και αμφίβολο χαρακτήρα της ζωής, αλλά τη ζει, θέλει να τη ζήσει. Ο μαχητικός άνθρωπος, ο ήρωας. Η τέχνη, απολύτρωση του ανθρώπου που υποφέρει, οδός που οδηγεί σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο πόνος είναι εκούσιος, μεταμορφωμένος, θεοποιημένος, όπου ο πόνος είναι μια μορφή της υπέρτατης εκστάσεως» (σελ. 15-16).
Είναι ίσως το ωραιότερο απόσπασμα που έχω διαβάσει σχετικά με την τέχνη.
«Υπέρτατη κατάσταση στην οποία μπορεί να φθάσει ένας φιλόσοφος: μια διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή. Η συνταγή μου γι’ αυτό είναι: amor fati» (σελ. 21).
Αγάπη της μοίρας.
Ο Ζορμπάς είναι εκείνος που αποδέχεται μεν τη μοίρα, τη μοίρα σαν την υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, αλλά δεν την αγαπά. «Δεν υπογράφω», θυμάμαι τη χαρακτηριστική του δήλωση.
Φαντάζομαι και ο Καζαντζάκης.
Το ίδιο κι εγώ.
Δεν θα παραθέσω το απόσπασμα, αλλά νομίζω δεν τόνισα αρκετά την αγάπη του Νίτσε για την ελληνική αρχαιότητα και ιδιαίτερα για τους προσωκρατικούς. Φοιτητής, προπονώντας τα γαλλικά μου, μετέφρασα το «Η γέννηση της φιλοσοφίας τον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας», μετάφραση που έμεινε ανέκδοτη.
Βρήκα όμως παρακάτω ένα άλλο, επιγραμματικό:
«Η Ελλάδα έχει για μας την αξία που έχουν οι άγιοι για την καθολική εκκλησία» (σελ. 160).
«Ίσως γνωρίζω καλύτερα από καθένα γιατί ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που ξέρει να γελά. Μόνος αυτός υποφέρει πολύ βαθιά τόσο, ώστε να είναι υποχρεωμένος να επινοήσει το γέλιο» (σελ. 26).
Θα διαφωνήσω ως προς το «μόνο ον», αλλά σίγουρα το γέλιο είναι αντικαταθλιπτικό.
«Και επί πλέον η ελάχιστη πρωτότυπη δημιουργία είναι ανώτερη από μια ανάλυση σχετική μ’ ό,τι έχουν δημιουργήσει οι άλλοι» (σελ. 31).
Τώρα με ξέσκισε!!!
Μαθαίνουμε: «Ο Βύρων δεν ανεχόταν να βλέπει γυναίκα την ώρα του φαγητού» (σελ. 41).
«Οι ανώτεροι άνθρωποι πρέπει να κηρύξουν τον πόλεμο κατά του όχλου» (σελ. 128).
Οι ανώτεροι άνθρωποι σίγουρα δεν είναι οι πολιτικοί. Αυτοί δεν κηρύσσουν τον πόλεμο κατά του όχλου, απλά τον παραμυθιάζουν για να τους ακολουθήσει.
«Δεν ενδιαφέρει το να βαδίζεις μπροστά (πράγμα που επιτρέπει κυρίως να είσαι ποιμήν, δηλαδή αυτός που έχει περισσότερο ανάγκη το ποίμνιο), αλλά το να βαδίζεις επάνω στο δικό σου δρόμο, το να μπορείς να διαφέρεις από τους άλλους» (σελ. 141).
Volonté de différer.
«Πολιτισμός σλαβο-γερμανομεσημβρινός – ο πιο ταπεινός, αλλά και ο πιο ρωμαλέος και ο πιο δραστήριος».
Πώς της ξέφυγε της αδελφής του. Ο Χίτλερ θα ανατρίχιασε διαβάζοντας αυτό το σλαβο-γερμανο…
«Η οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης θα επέλθει αναγκαστικά…» (σελ. 149).
Ναι, τρομάρα μας.
«Η απλότητα της ζωής, της ενδυμασίας, της κατοικίας, της τροφής είναι σημεία του πιο καλλιεργημένου γούστου» (σελ. 168).
Αυτό, καλύτερα να το αφήσω ασχολίαστο.
«Δεν υπάρχει τέχνη πεσιμιστική. Η τέχνη καταφάσκει. -Τι απολύτρωση να διαβάζει κανείς Ντοστογιέφσκι» (σελ. 177).
  Όμως στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» (η επόμενη ανάρτηση) διαβάζω: «Ο ρώσικος πεσιμισμός (Τολστόι-Ντοστογιέφσκι)» αρ. 54. Να μην ξεχνάμε ότι κάποιες φορές οι συγγραφείς αντιφάσκουν.
 «Παραπονούνται για τη διαφθορά του πλήθους. Ας υποθέσουμε ότι απεκαλύπτετο, η ευθύνη θα ξανάπεφτε στους καλλιεργημένους εκλεκτούς. Το πλήθος δεν είναι ούτε ανώτερο ούτε κατώτερο από τους εκλεκτούς. Είναι κακό και διεφθαρμένο στο μέτρο ακριβώς που εμφανίζονται διεφθαρμένοι οι εκλεκτοί. Με τον τρόπο που ζούνε χρησιμεύουν σ’ αυτό ως αρχηγοί. Το ανεβάζουν ή το διαφθείρουν ανάλογα με το αν ανεβαίνουν ή διαφθείρονται οι ίδιοι» (σελ. 183).
Ας το αφήσουμε κι αυτό ασχολίαστο.           
«Επίσης όσο το δυνατόν ολιγότερο κράτος!» (σελ. 219).
Το ότι ο Νίτσε θα ήταν νεοφιλελεύθερος πριν τον νεοφιλελευθερισμό δεν μπορούσα να το φανταστώ.
Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου για μένα είναι το τέλος του, όπου σχολιάζει συγγραφείς και μουσικούς. Μιλάει ξανά εκτενώς για τον Σταντάλ, τον οποίο εκτιμάει απεριόριστα.
Αυτά προς το παρόν για τον Νίτσε.

Sunday, September 20, 2015

Radu Mihăileanu Live and become

  
  Όπως και με τα κείμενα έτσι και με τις ταινίες, δεν απολαμβάνεις μόνο αλλά μαθαίνεις κιόλας. Βλέποντας το «Ζήσε και γίνε» έμαθα στην εισαγωγή της ταινίας για την Operation Moses, την «Επιχείρηση Μωυσής», μέσω της οποίες λοιμοκτονούντες Εβραίοι της Αιθιοπίας (μαύροι, απόγονοι του Σολομώντα και της βασίλισσας του Σαββά) σε στρατόπεδα προσφύγων στο Σουδάν μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ. Κάποιοι χριστιανοί δήλωσαν εβραίοι για να γλιτώσουν. Αργότερα, όσους ανακάλυψαν, τους έστειλαν πίσω.
  Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο διαδραματίζεται η ιστορία. Η μητέρα του Σλομόν (Σολομώντα) στέλνει το παιδί της με μια Εβραία, που το δικό της παιδί πέθανε, για να γλιτώσει. Η σκηνή του δισταγμού του παιδιού και η επιμονή της μητέρας που το διώχνει στην αρχή της ταινίας είναι εντυπωσιακή.
  Οι Αιθίοπες Εβραίοι δεν ήσαν χωρίς προβλήματα στο Ισραήλ. Καθώς δεν είχαν κάνει περιτομή στην πατρίδα τους, πιέζονταν τώρα να την κάνουν. Επιπλέον αντιμετώπιζαν τον ρατσισμό των λευκών Ισραηλιτών.
  Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό υπάρχει και μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα στον μαύρο Σλομόν και στην λευκή Σάρα. Τα σύνορα της αγάπης είναι διπλά εδώ: θρησκευτικά και φυλετικά. Όμως και τα δυο υπερπηδούνται.
  Θα μαρτυρήσουμε το τέλος: τη συγκινητική συνάντηση του Σλομόν με τη μητέρα του στο στρατόπεδο προσφύγων. Με μια κραυγή χαράς της μητέρας και με ένα πανοραμικό πλάνο από ψηλά τελειώνει η ταινία.