Book review, movie criticism

Thursday, March 8, 2018

Julia Martinez Heimann και Κωνσταντίνα Μπούσμπουρα, Working dancers (2016)


Julia Martinez Heimann και Κωνσταντίνα Μπούσμπουρα, Working dancers (2016)


Από σήμερα στην Αλκυονίδα.
  Στο Μπουένος Άιρες, μια ομάδα διακεκριμένων χορευτών δημιουργούν συλλογικά την πρώτη κρατική ομάδα σύγχρονου χορού. Έχουν μόλις απολυθεί από το θέατρο Σαν Μαρτίν. Ο λόγος; Άρχισαν να έχουν συνδικαλιστικά αιτήματα. Όταν ένας συνάδελφος έπαθε ένα ατύχημα και δεν καλυπτόταν ιατροφαρμακευτικά άρχισαν οι διεκδικήσεις. Το συνταξιοδοτικό ήταν ένα από τα αιτήματά τους.
  Αφού δημιουργήσουν την πρώτη κρατική ομάδα χορού, με τους αγώνες τους κατορθώνουν να κατοχυρώσουν νομοθετικά τα αιτήματά τους, με κύρια την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και το συνταξιοδοτικό.
  Στο ντοκιμαντέρ αυτό παρακολουθούμε, εναλλάξ, πρόβες και παραστάσεις από τη μια και συζητήσεις από την άλλη πάνω στα προβλήματα της ομάδας. Οι αποφάσεις παίρνονται γενικά πλειοψηφικά. Τους βλέπουμε επίσης να χορεύουν και στους δρόμους, σαν μορφή διαδήλωσης για τα αιτήματά τους.
  Ο θεατής θαυμάζει την επιμονή τους στις διεκδικήσεις τους, την άμεση δημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων και απολαμβάνει το χορό τους πάνω σε κομμάτια κλασικής μουσικής και παραδοσιακά λατινοαμερικάνικα τραγούδια.


Tuesday, March 6, 2018

Jean Renoir, Boudu sauvé des eaux (1932)


Jean Renoir, Boudu sauvé des eaux (1932)


  O Μπουντού, ένας άστεγος, απελπισμένος που έχασε το σκύλο του, πέφτει στο ποτάμι να πνιγεί. Όμως ο κος Λεστενγκουά, βιβλιοπώλης, θα πέσει στο νερό και θα τον σώσει. Επί πλέον θα τον πάρει σπίτι του να τον περιποιηθεί, και θα τον φιλοξενήσει. Όμως αυτός του δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα. Το ότι η παρουσία του τον εμποδίζει να πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα της υπηρέτριάς του με την οποία έχει σχέση είναι ένα από αυτά τα προβλήματα. Το ότι θα του πηδήξει τη γυναίκα είναι επίσης ένα πρόβλημα. Είναι έτοιμος ο γάμος του με την υπηρέτρια, ένας τρόπος για να τακτοποιηθεί κάπως η κατάσταση, όμως αυτός το σκάει.
  Το στόρι αυτό αποτελεί ανατροπή της παροιμίας «Κάνε καλό και ρίξε το στο γιαλό» και επιβεβαίωση του «ζέσταινε φίδι στον κόρφο του και τον δάγκωσε».
  Με έφερε σε αμηχανία το έργο αυτό ως προς το «τι θέλει να πει ο ποιητής». Πριν συνεχίσω θα παραθέσω την τελευταία παράγραφο μιας κριτικής από το alocine.
  «Αυτή η ταινία αντιστοιχεί σε ένα ξεπερασμένο αναρχικό όραμα της κοινωνίας, στο οποίο όλοι οι αστοί είναι παράσιτα, ακόμη και όταν είναι φιλελεύθεροι, και εκείνοι που παρενοχλούν τους αστούς είναι απαραίτητα αξιοθαύμαστοι άνθρωποι! Τελικά σε αυτή την ταινία οι Lestingois και η υπηρέτριά τους μου φαίνονται πολύ συμπαθείς, ενώ ο Boudu φαίνεται σαν ένας τελείως ηλίθιος! Δεν νομίζω ότι αυτό ήθελε να μας πει ο Renoir!».
  Και εγώ έτσι προσέλαβα την ταινία. Όμως, θα αναρωτηθώ κι εγώ, τι ήθελε να μας πει ο Ρενουάρ με την ταινία του; Κι εμένα μου φαίνεται συμπαθέστατος ο Λεστενγκουά, και δεν θα κολλήσω στο ότι έχει πιάνο στο σπίτι του χωρίς να ξέρει να παίζει ούτε αυτός ούτε η γυναίκα του, γιατί όλα τα καθώς πρέπει σπίτια έχουν πιάνο. Ούτε στο ότι πηδάει την υπηρέτριά του και η γυναίκα του αφέθηκε να πηδηχτεί από αυτό τον αλήτη, τα ξενοπηδήματα δεν χαρακτηρίζουν μόνο τη μικροαστική τάξη αλλά όλες τις κοινωνικές τάξεις.
  Τελικά τι ήθελε να μας πει ο Ρενουάρ; Ήθελε να μας πει κάτι άλλο απ’ αυτό που προσέλαβα το οποίο όμως δεν το κατάλαβα, όπως δεν το κατάλαβε και ο συντάκτης του κειμένου που μετάφρασα; Αν στόχος του ήταν αυτό που υποπτεύθηκε ο συντάκτης αυτός, η γελοιοποίηση των μικροαστών, για μας τους δυο τουλάχιστον δεν τα κατάφερε.
  Η ταινία, διαβάζω στην ίδια κριτική στο alocine, είναι τεχνικά άρτια και ο Μισέλ Σιμόν πολύ καλός στο ρόλο του. Και, θα προσθέσω κι εγώ, τα κωμικά επεισόδια είναι σπαρταριστά, και αξίζει να δει κανείς την ταινία έστω και μόνο γι’ αυτά.
  Αλλά να παραθέσω καλού κακού και το κείμενο που μετάφρασα.

  Ce film correspond à une vision anarchiste désuète de la société, par laquelle les bourgeois seraient tous des parasites, même quand ils se montrent libéraux, et ceux qui agacent les bourgeois seraient forcément des gens admirables ! Finalement dans ce film les Lestingois et leur bonne me paraissent bien sympathiques, tandis que Boudu m'apparaît comme un parfait imbécile ! Je ne pense pas que c'est ce que voulait nous dire Renoir !

Sunday, March 4, 2018

Li Yang (李杨), Blind way (盲•道 2017)


Li Yang (), Blind way ( 2017)


  Έχοντας δει τα συγκλονιστικά δυο πρώτα μέρη της τριλογίας blind του Λι Γιανγκ, περίμενα πώς και πώς το τελευταίο μέρος.
  Τα δυο πρώτα μέρη είναι το «Blind shaft» (2003) και το «Blind mountain» (2007). Αυτό το δεύτερο πρωτοείδαμε από την ΕΡΤ2, με τίτλο «Τυφλά εγκλήματα».
  Στο «Τυφλό πηγάδι» βλέπουμε δυο εγκληματίες να πέφτουν οι ίδιοι μέσα στην παγίδα που ετοίμασαν. Το φόντο της ιστορίας είναι τα παράνομα ανθρακωρυχεία με τα ελάχιστα μέτρα ασφαλείας. Στο «Τυφλό βουνό» βλέπουμε τις γυναίκες να αγοράζονται σαν σύζυγοι, εν αγνοία τους, σε ορεινές καθυστερημένες περιοχές.
  Θα κάνω το σχόλιο, με αφορμή και την ταινία του Μοχάμαντ Ρασούλοφ «Ένας ακέραιος άνθρωπος» που μέχρι χθες παιζόταν στους κινηματογράφους. Στα απολυταρχικά καθεστώτα, κάθε κριτική στα κακώς κείμενα χαρακτηρίζεται σαν κριτική στο καθεστώς και αντιμετωπίζεται με δυσπιστία, κάτι που δεν συμβαίνει στις δημοκρατίες. Η ταινία του Ρασούλοφ απαγορεύτηκε στο Ιράν, ενώ το Κ.Κ. Κίνας ήρε την απαγόρευση για το «Τυφλό πηγάδι» μετά από λίγα χρόνια. Όμως υποχρέωσε τον Λι Γιανγκ σε αλλαγές και κοψίματα στο «Τυφλό βουνό» για να του επιτραπεί η συμμετοχή στις Κάννες για το «Ένα κάποιο βλέμμα». Να ήταν άραγε αυτός ο λόγος που ο Λι Γιανγκ έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια για να δώσει το τρίτο μέρος της τριλογίας του με τον «Τυφλό δρόμο»; Που, όπως διαβάζω στην ανάρτησή μου, για τίτλο θα είχε «Το τυφλό ποτάμι»; Μήπως πρόκειται για άλλο σενάριο που προτίμησε να μην το γυρίσει σε ταινία, για να μην αντιμετωπίσει τα ίδια προβλήματα που αντιμετώπισε με τα δυο άλλα έργα; Το πιο πιθανόν. Πάντως ο «Τυφλός δρόμος» προβλήθηκε στις 22 Απριλίου 2017 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Πεκίνου.
  Υπάρχει και εδώ ένα κοινωνικό πρόβλημα, μόνο που δεν είναι ειδικά κινέζικο. Το είδαμε στον «Όλιβερ Τουίστ», το διαβάζουμε και στα καθ’ ημάς με τα παιδιά των φαναριών και τα ζητιανάκια που τα εκμεταλλεύονται οργανωμένες συμμορίες.
  Και μια διαφορά: ενώ το blind στις δυο πρώτες ταινίες ήταν με μεταφορική σημασία, εδώ είναι βασικά με την κυριολεκτική. Εν τάξει, τυφλός ο δρόμος, αλλά και τυφλό το κοριτσάκι που το πούλησαν σε μια τέτοια συμμορία για να το βάζουν να ζητιανεύει.
  Ο Zhao Liang είναι τυφλός και πουλάει διάφορα, από σταυρούς μέχρι βουδιστικά κομποσκίνια.
  Τυφλός;
  Μου θύμισε την αξέχαστη ατάκα του συγχωρεμένου του Φωτόπουλου «αόμματος», αλλά και τον «Ζατόιτσι, τον τυφλό σαμουράι» του Τακέσι Κιτάνο. Και αυτό αμέσως στην αρχή της ταινίας, με ένα κωμικό επεισόδιο. Κάποιοι του κλέβουν το ταγάρι με τα χρήματα που έχει μέσα. Τους αντιλαμβάνεται, τους παίρνει στο κατόπιν και τους σπάζει στο ξύλο.
  Θυμήθηκα επίσης τη «Σιωπή» του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ καθώς και την «Ιτιά» και «Το χρώμα του ουρανού» του Majid Majidi, όπου βλέπουμε το θέμα της τυφλότητας. 
  Ο Zhao Liang θα συναντήσει το τυφλό κοριτσάκι, την Jing Jing, που ζητιανεύει. Θα την πάρει υπό την προστασία του, παρά την ένταση που δημιουργείται αρχικά στις σχέσεις τους. Όμως η συμμορία καραδοκεί, και θα την αποσπάσει δυο φορές από τα χέρια τους.
   O Zhao Liang μαθαίνουμε αργότερα στην ταινία ότι ήταν διάσημος τραγουδιστής. Πιο ύστερα θα μάθουμε ότι ένα τροχαίο για το οποίο ήταν υπεύθυνος στοίχισε τη ζωή στην κορούλα του, ίδια ηλικία με την Jing Jing. Όταν αποφυλακίστηκε άρχισε να κάνει αυτή την περιθωριακή ζωή.
  Οι προηγούμενες ταινίες σου προκαλούσαν συνεχώς τον αποτροπιασμό. Η ταινία αυτή σε γεμίζει συγκίνηση, βλέποντας την τρυφερή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Zhao Liang και στο κοριτσάκι.
  Η απαισιόδοξη ματιά του Λι Γιανγκ δεν φαίνεται μόνο από τη θεματική του, και στις τρεις ταινίες του, αλλά και από το unhappy end που διάλεξε για τον ήρωά του, που δεν ήταν «κατά το εικός και το αναγκαίο», ήταν δική του επιλογή. Αμβλύνει όμως την πικρή γεύση στα γράμματα τέλους, που διαβάζουμε ότι αυτοί που μαχαίρωσαν τον Zhao Liang συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν και το κοριτσάκι μπήκε σε σχολείο τυφλών, πράγμα το οποίο είχε κανονίσει ο Zhao Liang.
   Με συγκίνησε πολύ αυτή η ταινία και της έβαλα, πράγμα σπάνιο για μένα, 9 στο IMDb. Ελπίζω αν δεν προβληθεί στις αίθουσες να προβληθεί τουλάχιστον από κάποιο κανάλι. Είναι εξαιρετική.
  Το ξέχασα, να το γράψω και αυτό, δεν ξέρω τι σημαίνει η τελεία ανάμεσα στα δυο ιδεογράμματα. Είπα να μην αυθαιρετήσω και να τη βγάλω, κάποιο νόημα θα έχει, ένας κινέζος θα ξέρει.


Nikolai Lebedev, The star (Звезда 2002)


Nikolai Lebedev, The star (Звезда 2002)


  Πολεμική ταινία, η δράση της οποίας τοποθετείται την περίοδο που οι γερμανοί υποχωρούσαν και οι σοβιετικοί ήταν έτοιμοι να περάσουν τα σύνορα. Πρόκειται για τη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης νουβέλας του Εμμανουήλ Καζάκεβιτς, μετά την πρώτη του 1949, δύο χρόνια μετά τη συγγραφή της, που είναι και η πρώτη γραμμένη στα ρώσικα από τον ουκρανοεβραίο συγγραφέα.
  Μια ομάδα ανιχνευτών έχει σαν στόχο να πάει πίσω από τις εχθρικές γραμμές και να δώσει πληροφορίες για τον εχθρό. Οι ανιχνευτές είναι περίπου ομάδες αυτοκτονίας. Από τη μονάδα από την οποία έπρεπε να σταλούν είχαν μείνει μόνο δύο από τους δεκάξι. Ο ανώτερος αξιωματικός τους έστειλε ενισχύσεις.
  Δεν θα δούμε πολλά πυρά και συγκρούσεις. Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι το σασπένς αν θα τους αντιληφθούν οι γερμανοί. Κάποιες φορές που τους αντιλήφθηκαν το σασπένς ήταν αν θα καταφέρουν να γλιτώσουν.
  Παλιά ταινία, θα κάνω το σπόιλερ, θα πω το τέλος, ένα τέλος που το θεωρούσα σχεδόν σίγουρο. Για να αναδειχθεί το μέγεθος του ηρωισμού τους έπρεπε να πεθάνουν. Αλλά φυσικά, κάτι που και αυτό το περίμενα, όχι πριν προλάβουν να στείλουν όλες τις πληροφορίες τους, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να συντρίψουν την σχεδιαζόμενη αντεπίθεση των γερμανών.
  Εξαιρετική ταινία, μου άρεσε πολύ. Και βλέποντας λίγο αργότερα τον «Μετανάστη» του Ebrahim Hatamikia είδα ότι έχουν το ίδιο θέμα, τους ανιχνευτές, που έχουν επίσης το ίδιο τέλος.
  Ψάχνοντας για τους ηθοποιούς, διάβασα ότι ο  Αλεξέι Κραβτσένκο ήταν ο δεκατετράχονος ήρωας στο «Έλα να δεις» του Ελέμ Κλίμοφ.
  Και, όπως κάνω όταν μπορώ, διάβασα και τη νουβέλα του Καζάκιεβιτς.
  Κάποιες διαφορές ήταν αναπόφευκτες. Στη νουβέλα οι ανιχνευτές πηγαίνουν πίσω από τις εχθρικές γραμμές μετά το μέσο της, ενώ στην ταινία αμέσως μετά τα είκοσι πρώτα λεπτά. Επίσης έχουν προστεθεί και άλλα πολεμικά επεισόδια. Και βέβαια δεν πρόλαβαν στο παρά πέντε να μεταδώσουν τις πληροφορίες τους. Και το τέλος τους, των περισσότερων τουλάχιστον, δεν το βλέπουμε, το εικάζουμε από το ό,τι σιώπησε ο ασύρματος.
 Πολλές σελίδες είναι αφιερωμένες στον έρωτα της Κάτιας για τον Τράβκιν. Και η επιμονή της να καλεί επί ώρες το «Αστέρι» όταν πια είναι ολοφάνερο ότι κανείς δεν θα απαντήσει δείχνει για μια ακόμη φορά τον έρωτά της. Από τον ασύρματο θα την απομακρύνουν μόνο όταν ξεκινήσει η επίθεση, που τον χρειάζονται.  
  Και μια ακόμη διαφορά: το προτελευταίο κεφάλαιο εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στους γερμανούς, ενώ στην ταινία ελάχιστα.  
  Εξαιρετικές και η ταινία και η νουβέλα, η οποία γράφηκε το 1946, ένα μόλις χρόνο μετά το τέλος του πολέμου, περίπου εν θερμώ.
  Μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους. 

Brady Corbet, The childhood of a leader (Η γέννηση ενός ηγέτη 2015)


Brady Corbet, The childhood of a leader (Η γέννηση ενός ηγέτη 2015)


  Από προχθές στους κινηματογράφους.
  Αν δεν διάβαζα στο σχετικό λήμμα της βικιπαίδειας ότι ο μικρός Πρέσκοτ του οποίου τα παιδικά χρόνια βλέπουμε στην ταινία θα ήταν ένας μελλοντικός φασίστας ηγέτης μπορεί και να μην το έπαιρνα χαμπάρι. Αλλά, και πέρα απ’ αυτό, δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό το κακότροπο παιδί, καθόλου καλομαθημένο, που βλέποντάς το σε διάφορα επεισόδια πολύ θα θέλαμε να το σπάσουμε στο ξύλο (ο πατέρας του κάποια στιγμή δεν αντέχει και του της βρέχει άγρια) θα πρέπει ντε και καλά να γίνει ένας ηγέτης, έστω και φασίστας, και όχι ένας τρόφιμος ψυχιατρείου.
  Το τελευταίο μέρος της ταινίας, με τον Πρέσκοτ ηγέτη πια, είναι ένα σουρεάλ ασυνάρτητο κομμάτι, που μου θύμισε το τέλος από την «Οδύσσεια διαστήματος». Βέβαια κάποιοι που εκστασιάζονται με αυτά τα παλαβά μπορεί να τους αρέσει.
  Δεν μετάνιωσα καθόλου που είδα την ταινία, γιατί σκηνοθετικά και ερμηνευτικά ήταν άψογη, και μου κρατούσε συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον, κάτι που για μένα είναι αποφασιστικό κριτήριο για το αν και κατά πόσο θα μου αρέσει μια ταινία. Επί πλέον έκανα κάποιες σκέψεις, αφηγηματολογικές.
  Ο μικρός Πρέσκοτ κάποια στιγμή χουφτώνει το βυζί της δασκάλας του των γαλλικών. Αυτή τον επιπλήττει αγανακτισμένη. Αυτός της λέει ότι έτσι κάνει και με το βυζί της μάνας του.
  Πολλές φορές τίθεται το ερώτημα σε μια αφήγηση, κατά πόσο είναι αξιόπιστος ο αφηγητής. Πιστεύω όμως ότι η αφηγηματική σύμβαση είναι να θεωρούμε τον αφηγητή αξιόπιστο, εκτός και αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι που μας κάνουν να αμφισβητούμε τη μαρτυρία του, κάτι που πρέπει να αποδειχθεί αργότερα. Εδώ δεν έχουμε καμιά διάψευση. Έτσι λοιπόν, αποδεχόμενοι τις αφηγηματικές συμβάσεις, πρέπει να αποδεχθούμε ότι είπε την αλήθεια στη δασκάλα του. Αν όχι, θα πρέπει να τον θεωρήσουμε ολότελα σατανικό. Πραγματικά υπάρχει μια αμφιταλάντευση, όμως προς τα πού κλίνει η ζυγαριά; Ίσως να κλίνει διαφορετικά για κάθε θεατή.
  Στη βικιπαίδεια επίσης διαβάζω ότι το σενάριο βασίζεται πάνω στον «Μάγο» του Τζων Φώουλς και στο διήγημα «Τα παιδικά χρόνια ενός ηγέτη» από τη συλλογή «Ο τοίχος» του Σαρτρ. Ξαναδιάβασα την κριτική που έγραψα για τον «Μάγο» πριν 18 χρόνια, δυο χρόνια αφού εκδόθηκε η ελληνική μετάφραση, όμως δεν έβγαλα τίποτα που θα μπορούσε να με φωτίσει για το έργο. Όσο για τον «Τοίχο», είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα γαλλικά. Το αγόρασα στην Αθήνα όταν έδωσα πανελλαδικές. Παρόλο που ήμουν αυτοδίδακτος στα γαλλικά, όπως και στα γερμανικά (σαν φοιτητής αμέσως μετά παρακολούθησα γαλλικά και γερμανικά στην Πανεπιστημιακή Λέσχη), δεν με δυσκόλεψε, οι άγνωστες λέξεις δεν ήταν πολλές αφού τις περισσότερες τις ήξερα από τα αγγλικά. Με ένα μολυβάκι, θυμάμαι, έγραφα τη μετάφραση κάθε άγνωστης λέξης από πάνω.
  Φυσικά μετά από πενήντα χρόνια δεν το θυμάμαι καθόλου, γι’ αυτό λέω να το ξαναδιαβάσω πριν κάνω την ανάρτηση. 
   Το ξαναδιάβασα, και διαπίστωσα ότι η ταινία δεν βασίζεται ούτε καν χαλαρά σ’ αυτό όπως λέει η βικιπαίδεια, απλά ο σκηνοθέτης παίρνει την ιδέα. Καμιά σχέση ο Λουσιάν του Σαρτρ με τον Πρέσκοτ της ταινίας. Στην ταινία ο πατέρας είναι διπλωμάτης. Στο διήγημα είναι εργοστασιάρχης. Κανένα μα κανένα από τα επεισόδια του διηγήματος δεν έχει μεταφερθεί στην ταινία. Το παιδί της ταινίας είναι χωρίς φίλους. Τον ήρωα του Σαρτρ τον βλέπουμε συνεχώς με κάποιο φίλο του.
  Στην ταινία, ο ήρωας από παιδί με ένα πήδημα γίνεται ο ηγέτης στο τελευταίο μέρος. Στο διήγημα το παιδί μεγαλώνει, γίνεται έφηβος, τον βλέπουμε να έχει μια ομοφυλόφιλη σχέση, παροδική, στη συνέχεια μια σχέση με μια κοπέλα, και τέλος να γίνεται ένας φανατικός αντισημίτης, όμως ακόμη ηγέτης, όπως προϊδεάζει ο τίτλος. Σίγουρα θα καλωσόρισε τη γερμανική εισβολή ένα χρόνο αργότερα (ο «Τοίχος» εκδόθηκε το 1939).
 


Friday, March 2, 2018

Greta Gerwig, Lady bird (2017)


Greta Gerwig, Lady bird (2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το σκηνοθετικό της ντεμπούτο κάνει η Greta Gerwig με το «Lady bird», της ευχόμαστε να ακολουθήσει τα χνάρια του Κλιντ Ίστγουντ.
  Η ταινία παρουσιάζει κάποιους τελειόφοιτους λυκείου στη σχολική και στην εξωσχολική τους ζωή. Τους βλέπουμε σε καταστάσεις τυπικές, αλλά και μη τυπικές. Τους βλέπουμε στις σχέσεις τους με τους καθηγητές και με τους γονείς τους, και βέβαια στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο φακός εστιάζει στην Κριστίν, που επιμένει να τη φωνάζουν με το χαϊδευτικό Lady bird. Θα τη δούμε στη σχέση της με την ωραία, την χοντρούλα, τον εραστή, τον ομοφυλόφιλο, ο καθένας με τη δική του ζωή και τα προβλήματά του. Η πρώτη της σεξουαλική εμπειρία πώς θα είναι;
  Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσεται η ιστορία, μια ιστορία ακύμαντη, χωρίς σασπένς, της οποίας το κύριο θέμα είναι η σχέση μάνας-κόρης.
  Τα παιδιά συχνά έχουν την αντίληψη ότι οι γονείς τους δεν τα αγαπάνε, τουλάχιστον όχι τόσο όσο θα θέλανε αυτά. Η Κριστίν μόλις στο τέλος της ταινίας συνειδητοποιεί πόσο πολύ την αγαπούσε η μητέρα της.
  Πριν τα γράμματα της αρχής η ταινία παρουσιάζει ένα επεισόδιο που δημιουργεί σασπένς, η συνηθισμένη αφηγηματική τεχνική του in media res: η Κριστίν τσακώνεται με τη μητέρα της ενώ αυτή οδηγεί. Κάποια στιγμή, στην κορύφωση του καβγά, θα ανοίξει την πόρτα και θα πεταχτεί έξω.
  Θα σκοτωθεί; Ή απλά θα τραυματισθεί;
  Δεν θα δούμε ποτέ τη συνέχεια του επεισοδίου, κάτι που παραβιάζει μια πάγια αφηγηματική αναμονή. Προφανώς δεν υπήρξε κανένας σοβαρός τραυματισμός, τέθηκε απλά για να μας εισαγάγει στο κλίμα των τεταμένων σχέσεων μάνας και κόρης. 

Wang Bing (王兵), Bitter money (苦钱, 2016)


Wang Bing (), Bitter money (苦钱, 2016)


  Το «Πικρό χρήμα» δεν προβλήθηκε στους κινηματογράφους, όμως το πρόβαλε η ΕΡΤ2. Τυχεροί όσοι το είδατε, αν ξαναπροβληθεί μη το χάσετε.
  Μετά τον «Άνθρωπο δίχως όνομα» που μας γέμισε με θαυμασμό και την «Κα Φανγκ» που μας γέμισε με τρόμο, το «Πικρό χρήμα» μας γέμισα με συμπόνια· συμπόνια για τους κινέζους εργάτες που δουλεύουν κακοπληρωμένοι, πολλοί μακριά από τις οικογένειές τους, για να καταφέρουν να επιβιώσουν. 
  Οι περισσότεροί μας – δεν ρισκάρω να πω όλοι – έχουμε αγοράσει φτηνά κινέζικα ρούχα. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχουμε διαβάσει για τις σκληρές συνθήκες κάτω από τις οποίες δουλεύουν οι κινέζοι εργάτες, με εξευτελιστικούς μισθούς.
  Δεν δουλεύουν όλοι με μισθό, κάποιοι δουλεύουν με το κομμάτι. Αλλά και αυτοί, για να προσληφθούν, πρέπει να είναι γρήγοροι, οι παραγγελίες δεν μπορούν να περιμένουν.
  Ο Wang Bing δίνει μέσα από το ντοκιμαντέρ αυτό και προσωπικές ιστορίες. Ξεχωρίζει η ιστορία της Ling Ling, το όνομα της οποίας φαίνεται στα credits του IMDb. Μετά από πολλούς τσακωμούς με τον άντρα της φεύγει από το σπίτι. Όμως κάποια στιγμή επιστρέφει για να του ζητήσει χρήματα. Αυτός τη διώχνει με σκαιότητα, απειλώντας να τη χτυπήσει. Στο τέλος όμως του ντοκιμαντέρ τους βλέπουμε φιλιωμένους.
  Εξαιρετικός ντοκιμαντερίστας ο Wang Bing, ελπίζω να δω και άλλες ταινίες του.