Book review, movie criticism

Sunday, May 18, 2014

Καντέρ Αμπντολάχ, Ο αγγελιοφόρος του Αλλάχ



Καντέρ Αμπντολάχ, Ο αγγελιοφόρος του Αλλάχ (μετ. Γιάννης Ιωαννίδης), Καστανιώτης 2011, σελ. 282

  Του Καντέρ Αμπντολάχ έχουμε ήδη παρουσιάσει το «Σπίτι του τεμένους», ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε πάρα πολύ. Σειρά έχει σήμερα «Ο αγγελιοφόρος του Αλλάχ», μια μυθιστορηματική βιογραφία του Μωάμεθ.
  Ο Καντέρ Αμπντολάχ (1954) είναι ιρανός πολιτικός πρόσφυγας. Το 1988 έφυγε από το Ιράν και ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ολλανδία. Το «Σπίτι του τεμένους» το έγραψε στα ολλανδικά, αλλά διαβάζοντας τη βιβλιοκριτική που έγραψα γι’ αυτό βλέπω ότι τον «Αγγελιοφόρο του Αλλάχ» τον μετέφρασε ο ίδιος στα ολλανδικά.
  Μου αρέσουν οι βιογραφίες, το έχω δηλώσει ξανά, ακόμη και οι μυθιστορηματικές. Ίσως δεν είναι ολότελα ακριβείς, αλλά είναι πιο συναρπαστικές. Η βιογραφία αυτή, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, δεν είναι εικονολατρική, αλλά ούτε και εικονοκλαστική. Πιστεύω ότι ο Αμπντολάχ παρουσιάζει τον Μωάμεθ όπως ήταν πραγματικά ιστορικά, χωρίς εξιδανικεύσεις αλλά και χωρίς σκόπιμη αμαύρωση της εικόνας του. Το μόνο για το οποίο είχα διαφορετική πληροφόρηση ήταν για το γάμο του με την Αϊσά. Είχα διαβάσει ότι την παντρεύτηκε έξι χρονών, αλλά περίμενε μέχρι να γίνει εννέα για να ολοκληρώσει τη σχέση μαζί της, ενώ ο Αμπντολάχ γράφει ότι την παντρεύτηκε όταν ήταν εννέα χρονών. Για τους μουσουλμάνους ένα κορίτσι γίνεται γυναίκα στα εννέα της χρόνια. Ένας χριστιανός όμως αν κάνει σεξ με μια εννιάχρονη και τον πιάσουνε πηγαίνει φυλακή για παιδεραστία.  
  Το παρακάτω μου έκανε εντύπωση.
  Διάβασα κάπου ότι η γυναίκα στον μουσουλμανικό κόσμο κληρονομεί από τους γονείς της τα μισά από ό,τι αν ήταν άνδρας. Αυτό το θεώρησα πολύ οπισθοδρομικό, σε σχέση βέβαια με τα καθ’ ημάς. Στο βιβλίο διαβάζω ότι όταν το επέβαλε ο Μωάμεθ η γυναίκα δεν κληρονομούσε τίποτα. Επίσης εκείνη την εποχή η βρεφοκτονία των κοριτσιών πήγαινε σύννεφο, αλλά ο Μωάμεθ την απαγόρευσε. Φαντάζομαι ότι αρκετές διατάξεις του Κορανίου ήταν προοδευτικές για την εποχή τους. Σε σχέση με το σήμερα βέβαια ούτε συζήτηση.
  Καλογραμμένη, κατά τόπους ολότελα συναρπαστική, μου άρεσε πολύ αυτή η βιογραφία, και έμαθα πάρα πολλά πράγματα για τον Μωάμεθ που δεν τα ήξερα.

Saturday, May 17, 2014

Πέτρος Τατσόπουλος, Πικάντικες ιστορίες



Πέτρος Τατσόπουλος, Πικάντικες ιστορίες, Καστανιώτης 2005, σελ. 141

  Προχθές είχαμε στο Γαλάτσι το πανηγύρι της αγίας Γλυκερίας, και δεν παρέλειψα βέβαια να κάνω μια περατζάδα, να φάω λουκουμάδες και να αγοράσω τίποτα φτηνιάρικο.
  Συγκεκριμένα πήγα δυο φορές, και έφαγα και τις δυο φορές λουκουμάδες, οι οποίοι και τις δυο φορές μου κάθισαν στο στομάχι. Την πρώτη φορά βρήκα ένα πάγκο με βιβλία, πέντε ευρώ το ένα. Ούτε που τους έριξα μια ματιά. Πέντε ευρώ σε εποχή κρίσης είναι πολλά λεφτά. Αγόρασα όμως ένα πορτοφόλι, γιατί αυτό που είχα έπνεε τα λοίσθια με το συνεχές βγάζε-πλήρωνε. Επίσης αγόρασα ένα φούτερ με το σήμα του Παναθηναϊκού. Μπορεί να είμαι ολυμπιακός αλλά δεν είμαι φανατικός, το δήλωσα άλλωστε πρόσφατα σε μια ανάρτηση στο blog μου, και έκανε μόνο τρία ευρώ, τιμή κόστους θα έλεγα. Εξάλλου δεν σκόπευα να το φοράω έξω, μόνο σαν πιτζάμα με ένα παντελόνι φόρμας για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Θα ήταν εξάλλου ρίσκο, κυκλοφορούν ολυμπιακοί που δεν έχουν πάρει το χάπι τους, και δεν θα ήθελα να είναι εξ οικείων τα βέλη.
  Την επόμενη μέρα έπεσα σε ένα πάγκο με βιβλία στο ίδιο περίπου μέγεθος με εκείνα που είχα δει την προηγούμενη, αλλά έκαναν μόνο τρία ευρώ. Λίγοι τίτλοι, αλλά ήταν βιβλία που με ενδιέφεραν. Αγόρασα 6. Και επειδή πρόπερσι είχα αγοράσει στο ίδιο πανηγύρι βιβλία που είχα ξαναγοράσει και το είχα ξεχάσει γιατί τα είχα βάλει στην άκρη για να τα διαβάσω λέει εν ευθέτω χρόνο, είπα να μην επαναλάβω το ίδιο λάθος. Το να μην επαναλάβω το ίδιο λάθος το χρησιμοποίησα και σαν κίνητρο, για να καθίσω να τα ξεπετάξω. Τα έβαλα σε μια σειρά ενδιαφέροντος. Δεν θα την αποκαλύψω, για να δεσμευτώ ψυχολογικά να τα διαβάσω πραγματικά άμεσα.
  Πρώτο στη σειρά έβαλα τις «Πικάντικες ιστορίες» του Τατσόπουλου. Έχω ξαναγράψει ότι τον θεωρώ σαν έναν από τους καλύτερους έλληνες πεζογράφους. Πέρυσι το καλοκαίρι γράψαμε για την «Πρώτη εμφάνιση» και το «Τιμής ένεκεν», ενώ πιο παλιά γράψαμε για την «Καλοσύνη των ξένων» και τους «Νεοέλληνες». Πολύ πιο παλιά διαβάσαμε τα τέσσερα πρώτα του, «Τα ανήλικα», «Το παυσίπονο» τα «Κινούμενα σχέδια» και την «Καρδιά του κτήνους».
  Ένα βιβλίο με χιούμορ είναι ένα βιβλίο που μου αρέσει, και ο Τατσόπουλος διαθέτει άφθονο χιούμορ. Οι «Πικάντικες ιστορίες» δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσουν εξαίρεση.
  Πολλοί διηγηματογράφοι πρωτοδημοσιεύουν τα διηγήματά τους σε περιοδικά και στη συνέχεια τα εκδίδουν σε βιβλίο. Στο τέλος του βιβλίου του Τατσόπουλου παρατίθεται ο κατάλογος με τις «Πρώτες δημοσιεύσεις». Βλέπουμε ότι καλύπτουν μια πενταετία, από το 1999 έως το 2004. Καθώς μάλιστα στο βιβλίο βρίσκονται με τη σειρά που εκδόθηκαν, μπορούμε να κάνουμε και παρατηρήσεις ως προς την υφολογική του εξέλιξη.
  Το χιούμορ του Τατσόπουλου είναι συχνότατα σατιρικό, σαν του Ροΐδη. Στη «Βέβηλη αγελάδα» σατιρίζει τόσο τον Τύπο όσο και τις περασμένες δόξες του κόσμου του θεάματος, τις μεθόδους της ανόδου τους και το αξιοθρήνητο της πτώσης τους. Το «Άκσιον Μαν» αναφέρεται στο χωρισμό ενός ζευγαριού και στη συνάντησή του μετά από χρόνια, όταν έχει πια κατακάτσει η έχθρα και η αντιπαλότητα. Δεν πρέπει να ξεχνούν ότι έχουν και ένα παιδί. Αξίζει να παραθέσουμε την τελευταία παράγραφο.
  «Ο Βασίλης έπιασε με το δεξί τον γιο του και πέρασε-διστακτικά, είναι αλήθεια-το αριστερό του χέρι γύρω από τη λεπτή μου μέση. Αν με ρωτούσες; Πριν από επτά χρόνια, νεόνυμφη, αν με ρωτούσες; Κάπως έτσι θα φανταζόμουν την υπόλοιπη ζωή μας» (σελ. 30).
  Στο «Δρόμο προς τη Μόσχα» ο Τατσόπουλος επιστρέφει πάλι στον κόσμο του θεάματος, με θέμα τώρα την αποτυχία, τη μνησικακία και την αγνωμοσύνη.
  Αμείλικτος είναι και με τα media, που δεν τα ενδιαφέρουν τα προσωπικά δράματα αλλά η τηλεθέαση.  Η δημοσιογράφος δεν απολύθηκε αλλά υποβιβάστηκε στη θέση της στο κανάλι, γιατί έκανε λάθος επιλογή ανάμεσα σε τρεις υποψήφιους αυτόχειρες που απειλούσαν να πηδήξουν στο κενό. Αυτός που επέλεξε δεν φουντάρισε τελικά.
  Μια γλυκόπικρη ιστορία είναι τα «Ιαματικά λουτρά», με έναν καλοκαιρινό άη Βασίλη, όχι στο νότιο ημισφαίριο όπου τότε έχουν χειμώνα, αλλά στα Λουτρά της Αιδηψού.
  Στη «Σεξουαλική αγωγή», μια απολαυστική ιστορία όπου ο Τατσόπουλος παρουσιάζεται με τη δική του περσόνα, εκτός πια κι αν δανείζει το μικρό του όνομα στον αφηγητή του, διαβάζουμε: «Η μόνη τίμια συναλλαγή… ήταν η συναλλαγή με τις πουτάνες» (σελ. 68).
    «Ο τελευταίος ευφημισμός» είναι ένα γκροτέσκο διήγημα χωρίς χιούμορ. Παρακολουθούμε τον ασθματικό λόγο μιας μικρούλας που η μητέρα της την έχει φυλακίσει σε ένα υπόγειο για να μην ομολογήσει ότι σκότωσε τον πατέρα της. Οι κοφτές φράσεις με τις συχνές επαναλήψεις λέξεων είναι το κύριο υφολογικό στοιχείο, δίνοντας μια αίσθηση οιονεί μοντερνισμού. Αποδέκτης της αφήγησής της την οποία μαγνητοφωνεί είναι κάποια κυρία Χριστίνα.
  «Η εποχή του τρύγου», αν και δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά (2003) με τον «Τελευταίο ευφημισμό», έχουμε την υποψία ότι γράφηκε πιο πρώτα. Εδώ ο Τατσόπουλος με την διαυγή ρεαλιστική αφήγηση των προηγούμενων διηγημάτων μας διηγείται την περιπέτεια μιας ψυχολόγου που έχει ξαμοληθεί στη βόρεια Ελλάδα προς άγραν ταλαιπωρημένων ψυχών για μια τηλεοπτική εκπομπή. Στα «Χίλια ψέματα» έχουμε πάλι τον ασθματικό λόγο κάποιου με αποδέκτη έναν κινέζο, σχολιάζοντας τα πέντε πρόσωπα μιας φωτογραφίας. Στο «Πιο κοντά στον ουρανό» ο Τατσόπουλος ξεκινάει υφολογικά όπως και στο προηγούμενο, για να περάσει όμως στη συνέχεια στη διαυγή αφήγηση μιας συγκινητικής ιστορίας. Ο περιπτεράς αλλάζει άρδην στάση απέναντι στον ενοχλητικό πιτσιρίκο, όταν πληροφορείται ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε και ο ίδιος δεν το ξέρει.
   Η «Χειμερία νάρκη» είναι μια ακόμη σατιρική ιστορία, που προσεγγίζει όμως υφολογικά τις προηγούμενες. Δύο άτομα που στην κατάληψη του Χημείου ξελαρυγγίζονταν φωνάζοντας στους αστυνομικούς «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» πέρασαν αργότερα στις τάξεις τους. Υπάρχει και εδώ αποδέκτης της αφήγησης, και είναι μια ομάδα αστυνομικών.
  «Κανένας από τους δυο μας δεν φανταζόταν, πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια, ότι κάποτε θα επισκεπτόταν τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών. Με άλλη ιδιότητα εννοώ. Με άλλη ιδιότητα από αυτήν του κρατουμένου. Πόσο μάλλον εγώ. Με την ιδιότητα του δασκάλου σας» (σελ. 131).
  Αυτός ο άτιμος ο επιούσιος!!!
  Στο «Ένας δύσκολος πελάτης», την τελευταία ιστορία, ο Τατσόπουλος εγκαταλείπει εντελώς αυτόν τον «μοντερνισμό» και επιστρέφει στην διαυγή ρεαλιστική αφήγηση. Πρώην πουτάνα, νυν ιδιοκτήτρια βίντεο-κλαμπ, μετανιώνει που δεν ξεγέλασε ένα πελάτη. Ο πελάτης ζητούσε μια πορνοταινία στην οποία το ζευγάρι που κάνει σεξ να αγαπιέται πραγματικά. Πού να ξέρει. Ο πελάτης έφυγε απογοητευμένος.
  Και θυμήθηκα μια φράση από το «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου» του Μάρκες που έφυγε πρόσφατα: Μην αφήσεις τον εαυτό σου να πεθάνει πριν γνωρίσεις το θαύμα να πηδάς από έρωτα.
  Αυτά για τον Τατσόπουλο, φαντάζομαι θα ξαναγράψουμε γι’ αυτόν. Κάπου κρύβονται ακόμη βιβλία του που δεν έχω διαβάσει.
 
  

Friday, May 16, 2014

Stendhal, Αρμάνς



Stendhal, Αρμάνς (μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης), Ηριδανός χχ, σελ. 263

  Πριν ξεκινήσουμε, να πούμε ότι με το χχ δηλώνεται ότι στο βιβλίο δεν υπάρχει αναγραμμένη ημερομηνία έκδοσης. Συνήθως όμως πρόκειται για παλιά έκδοση, και για το βιβλίο αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, μια και είναι σε πολυτονικό.
  Ο Σταντάλ είναι ο αγαπημένος μου από τη γαλλική τριανδρία. Έχω ήδη γράψει για το «Περί έρωτος», «Το κόκκινο και το μαύρο», το «Μοναστήρι τις Πάρμας» και το «Λισιέν Λεβέν».
  Ξεκίνησα να διαβάζω την «Αρμάνς» λίγο πριν το Πάσχα. Διάβασα τα εισαγωγικά, (ένα «Γράμμα του Σταντάλ στον Προσπέρ Μεριμέ για το θέμα της Αρμάνς», το σημείωμα του μεταφραστή και τον πρόλογο του Σταντάλ) καθώς και το πρώτο κεφάλαιο. Μετά πήγα στην Κρήτη για τις γιορτές του Πάσχα, όπου ανέλαβα να επιμεληθώ ένα βιβλίο για τις εκδόσεις «Ιεράπετρα 21ος αιών», και έτσι δεν πρόλαβα να τη συνεχίσω. Στην Αθήνα με περίμενε το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», έτσι προτίμησα να διαβάσω αυτό, και τον Σταντάλ να τον διαβάσω μετά, από την αρχή.
  Δεν τον διάβασα από την αρχή, αλλά από το πρώτο κεφάλαιο, παραλείποντας τα εισαγωγικά σημειώματα στα οποία αναφέρθηκα.
  Ευτυχώς!!!
  Το γιατί «ευτυχώς», το αφήνω για το τέλος.
  Το μυθιστόρημα είναι ερωτικό. Αναφέρεται στον έρωτα του Οκτάβιου και της Αρμάνς, δυο νέων με ένα περίεργο ψυχισμό. Αυτός ο περίεργος ψυχισμός τους, περίεργος όμως για την εποχή μας, είναι που δημιουργεί τις περιπέτειες και τις περιπλοκές στη σχέση τους, και βέβαια οι κοινωνικές καταστάσεις της εποχής, όπου γονείς, αλλά και συγγενείς, παρενέβαιναν άμεσα στις ερωτικές υποθέσεις ενός ζευγαριού. Όχι ότι δεν προσπαθούν να παρέμβουν και σήμερα, αλλά ποιος τους ακούει. Δισταγμοί, παρεξηγήσεις, στοχασμοί και αναστοχασμοί επί των στοχασμών που εκτίθενται κυρίως με εσωτερικό μονόλογο αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του έργου, ενώ η αφηγηματική φωνή κάνει διεισδυτικές αναλύσεις της ψυχοσύνθεσής τους. Η σχέση τους προχωρεί σαν χελώνα. Το ίδιο και το μυθιστόρημα, που στο πρώτο του μέρος είναι σχεδόν άδειο από γεγονότα, για να επιταχυνθεί ο ρυθμός του καθώς προχωράει προς το τέλος, σαν θέατρο Νο, όπου βλέπουμε και μια μονομαχία.
  Υπάρχει και μια ίντριγκα α λα Οθέλος, που σκοπό έχει να διαλύσει τη σχέση των δυο νέων. Ο Οκτάβιος διαβάζει ένα πλαστό γράμμα, γραμμένο δήθεν από την Αρμάνς και απευθυνόμενο σε μια φίλη της, στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε ότι δεν ήταν πια ερωτευμένη με τον Οκτάβιο αλλά παρολαυτά ήταν αποφασισμένη «να κάνω ένα γάμο που θα με ωφελήσει από κάθε άποψη» (σελ. 223).
  Ο Οκτάβιος, συγκλονισμένος, αποφασίζει να πεθάνει. Μεγαλόψυχα όμως θα την κάνει γενική κληρονόμο του. Της λέει ότι έχει κάνει τάμα να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Ελλάδας (το μυθιστόρημα γράφεται το 1926, τότε που επικρατούσε εκείνο το ισχυρότατο φιλελληνικό ρεύμα που ώθησε άτομα όπως ο λόρδος Βύρων να έλθουν στη χώρα μας και να αγωνιστούν στο πλευρό των επαναστατημένων ελλήνων, και γίνονται αρκετές αναφορές σ’ αυτό το ρεύμα σε όλο το έργο). Τελικά, αντί να πεθάνει ηρωικά σε κάποια μάχη, αυτοκτονεί στο πλοίο που τον μεταφέρει. Είναι χαρακτηριστικό του Σταντάλ να σκοτώνει τους ήρωές του στο τέλος.
  «Η Αρμάνς ύστερα απ’ το γάμο τους, ήταν τόσο ευτυχισμένη που δεν στενοχωρήθηκε και πολύ με τον πρόσκαιρο αποχωρισμό… Ο ίδιος ο Οκτάβιος, μη μπορώντας να παραβλέψει την ευτυχία της, υπέκυψε στην αδυναμία – πολύ μεγάλη κατά τη γνώμη του – να αναβάλει την αναχώρησή του οκτώ μέρες… Η ευτυχία της νεαρής γυναίκας του τον είχε συγκινήσει» (σελ. 229).
  Μπορεί άραγε να συμπεράνει κανείς από αυτές τις γραμμές ότι ο Οκτάβιος ήταν ανίκανος; Και όμως, αυτό γράφεται στα εισαγωγικά σημειώματα, κάτι που είχα ξεχάσει όταν τα διάβασα την πρώτη φορά, και το θυμήθηκα όταν τα ξαναδιάβασα, ευτυχώς αφού τέλειωσα το μυθιστόρημα, γιατί θα μου είχε χαλάσει την εντύπωση. Προτιμώ να θεωρώ τις δυσκολίες στη σύναψη της σχέσης των δυο νέων που είναι ολοφάνερα ερωτευμένοι σαν αποτέλεσμα μιας υπερβολικής ντροπαλότητας αλλά και επιφυλάξεων απέναντι στο περιβάλλον, τις καταστάσεις και τις συνθήκες της εποχής (Η Αρμάνς, φτωχή κοπέλα, φοβάται ότι θα την κατηγορήσουν ότι θέλει να παντρευτεί τον Οκτάβιο για την περιουσία του), και όχι σαν αποτέλεσμα των δισταγμών του Οκτάβιου εξαιτίας της ανικανότητάς του. Εξάλλου σε κάποια σημεία του έργου υπάρχουν υπαινιγμοί ότι έχει ερωμένες, μια από τις οποίες είναι η κα Ωμάλ, λίγο μεγαλύτερή του βέβαια αλλά πάρα πολύ όμορφη.
  Προτιμώ να ξεχάσω πως σκεφτόταν τον ήρωά του ο Σταντάλ όταν έγραφε το έργο. Δεν είναι ίσως τυχαίο πως του «ξέφυγε» να δηλώσει απερίφραστα τη σεξουαλική του ανικανότητα. Εκδομένο «ανώνυμα», όπως διαβάζω στη Βικιπαίδεια, το 1927, δεν νομίζω να υποψίασε κανέναν από τους αναγνώστες για την ανικανότητα του ήρωα. Τα αποσπάσματα που παρέθεσα είναι σαφέστατα. Καμιά γυναίκα δεν θα ένοιωθε ευτυχισμένη με έναν άντρα που δεν ολοκλήρωνε τις σχέσεις τους μετά το γάμο. Τελικά είχα αρκετή τύχη να ξεχάσω τα εισαγωγικά όταν διάβασα το μυθιστόρημα, γιατί φοβάμαι ότι θα μου άρεσε λιγότερο.  Όμως διάβασα αυτό το θαυμάσιο στον πρόλογο: «…η επίμονη καλλιέργεια του ύφους κάνει το έργο απρόσιτο και ξηρό» (σελ. 15). Προσυπογράφω.
  Κάτι που ξέχασα να πω: Ο Οκτάβιος και η Αρμάνς είναι ξαδέλφια. Βρισκόμουν κάπου στη μέση του βιβλίου όταν θυμήθηκα έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που μου είπε ένας χωριανός μου, Μπάμπης και αυτός, πέρυσι το καλοκαίρι: «Μακριά από μάνα κι αδελφή κι από άσχημη ξαδέλφη».
  Και η Αρμάνς δεν είναι μόνο όμορφη: «...θα έλεγε το παντοτινό αντίο στην ωραία του ξαδέλφη» (σελ. 143). Έχει και ωραίο σώμα: «Η σπάνια τελειότητα του σώματός της διαγραφόταν μέσα από το απλό της φόρεμα» (σελ. 138).
  Στον τοίχο μιας φίλης στο facebook διαβάζω «Μουσική είναι η σιωπή ανάμεσα στις νότες"_Claude Debussy».
  Κάπου έχω ξαναγράψει για την εκμετάλλευση του κενού σε μια αφήγηση, για χιουμοριστικές κυρίως εντυπώσεις. Θυμάμαι ότι πρωτοσυνάντησα αυτό το εφέ στην ταινία «Ο καλός ο κακός και ο άσχημος». Ο Ελάι Γουόλας και ο Κλιντ Ίστγουντ προχωρούν με τα άλογά τους. Από μακριά βλέπουν μια ομάδα ιππέων να καλπάζουν προς το μέρος τους, με άσπρες στολές. –Ζήτω οι Νότιοι, ζήτω οι Νότιοι, ουρλιάζει ο άσχημος. Η ομάδα των ιππέων πλησιάζει και σταματά μπροστά τους. Ο επικεφαλής, με το δεξί του χέρι, τινάζει τη σκόνη από το αριστερό, και από κάτω φαίνεται το μπλε χρώμα της στολής των Βόρειων. Την επόμενη σκηνή ο σκηνοθέτης δεν μας την δείχνει, και εκεί έγκειται το εφέ του κενού, μας δείχνει την μεθεπόμενη, με τους δυο ήρωές μας να βρίσκονται σε ένα κρατητήριο.  
  Στο έργο του Σταντάλ ο πατέρας ντε Μαλιβέρ εκφράζει τις αντιρρήσεις του για το γάμο του γιου του με την Αρμάνς, τον οποίο όμως θέλει πάρα πολύ η γυναίκα του. «…Όλοι οι νέοι εκπρόσωποι της γαλλικής νεολαίας θα γίνουν οι μεγαλύτεροι εχθροί του Οκτάβιου κ.λπ. κ.λπ».
  Στην επόμενη παράγραφο διαβάζουμε:
  «Η κ. ντε Μαλιβέρ γύρισε πολύ αργά στο Αντιγύ μ’ ένα θαυμάσιο γράμμα για την Αρμάνς. Στο γράμμα ο κ. ντε Μαλιβέρ ζητούσε το χέρι της για τον Οκτάβιο» (σελ. 205).
  Η ενδιάμεση σκηνή, με ποιο τρόπο τον έπεισε, απουσιάζει.
  Το στανταλικό τρίπτυχο είναι έρωτας, περιπέτειες και σάτιρα. Μπορεί η σάτιρα να καταλαμβάνει μικρότερη θέση σ’ αυτό το έργο, όμως δεν απουσιάζει. Ενώ ο Μπαλζάκ σατιρίζει τους αστούς τους οποίους συναναστρέφεται, ο Σταντάλ σατιρίζει τους ευγενείς της Παλινόρθωσης, τους οποίους επίσης συναναστρέφεται. Σατιρίζει αλύπητα τους διάφορους «ντε», που τόσο τους ζήλευε ο Μπαλζάκ, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να πλαστογραφήσει το όνομά του και να το κάνει ντε Μπαλζάκ. Στο στόμα κάποιου ντε Ρ… (έτσι, με τις τρεις τελίτσες, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε ντε…) βάζει τα παρακάτω λόγια:
  «Το μόνο που σας ζητώ είναι να μην τον αφήσετε ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Δεν ταιριάζει στην ευγενική καταγωγή του» (σελ. 176).
  Ο Χριστόφορος Λιοντάκης είναι ποιητής και μάλιστα κρητικός. Έτσι δεν μπορούσαν να λείψουν οι δεκαπεντασύλλαβοι από τη μετάφρασή του.

Έπεσε πάνω στον κορμό ενός γέρικου δένδρου (σελ. 131)
Κάτι σαν από ένστιχτο τον έσπρωχνε στον πύργο (σελ. 136)
Να συζητά ελεύθερα γι’ αυτή την προφητεία (σελ. 177)
Την αποπήρε αυστηρά για κάποια ανοησία (σελ. 184)

  Το να γράψω για ένα μυθιστόρημα του Σταντάλ ότι είναι πάρα πολύ καλό αποτελεί κοινοτοπία. Όχι όμως και το να γράψω ότι ο Αντρέ Ζιντ θεωρούσε την Αρμάνς ως το καλύτερό του, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια.

Wednesday, May 14, 2014

Νίκος Μαυρωνάς, Ιστορίες ολυμπιακής τρέλας και λατρείας



Νίκος Μαυρωνάς, Ιστορίες ολυμπιακής τρέλας και λατρείας, ΑΛΔΕ 2014, σελ. 142

Η βιβλιοκριτική αυτή δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα βιβλίο για τους φίλαθλους του Ολυμπιακού

  Δεν είμαι φίλαθλος και δεν χάνω ευκαιρία να λέω σε παρέες ένα ανέκδοτο με τον Αϊνστάιν, καθόλου κολακευτικό για τους φιλάθλους. Έτσι όταν ο εκδότης μου μού έδωσε το «Ιστορίες ολυμπιακής τρέλας» αρχικά αρνήθηκα να το δεχθώ. Με διαβεβαίωσε όμως ότι θα μου άρεσε.
  Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα μου άρεσε, αλλά το πήρα. Το πήρα για τον απλούστατο λόγο ότι είμαι ολυμπιακός. Όταν ήμουν μαθητής ήμουν αρκετά φανατικός. Όμως ο φανατισμός μου λιγόστευε όλο και περισσότερο βλέποντας τα τόσα αίσχη που κάνουν οι χούλιγκανς στα γήπεδα. Ήταν λάθος μου βέβαια, γιατί δεν σημαίνει ότι κάθε οπαδός είναι και χούλιγκαν. Δεν θα μπορούσα καθόλου να φανταστώ χούλιγκαν τον Γιώργο Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου που προλογίζει το βιβλίο, ούτε και τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, που ξέρω ότι και αυτός είναι ποδοσφαιρόφιλος.
  Διάβασα ιστορίες για τον Ολυμπιακό απολαυστικές, όπως εκείνη με τον Νίκο Σταυρίδη διαιτητή και το επεισόδιο με τον Βιθέντε που διηγήθηκε ο Ηλίας Μπαζίνας.
  Δεν τον ήξερα αυτόν. Ήταν παράγοντας του Ολυμπιακού, και πολύγλωσσος, διαβάζω. Επτά γλώσσες, δεν είναι και λίγες.
  Μέσα από τις ιστορίες αυτές είδα να παρελαύνουν πρόσωπα τα οποία γνώριζα, γιατί μεσουρανούσαν στον Ολυμπιακό τότε που ήμουν κι εγώ φανατικός οπαδός, στα παιδικάτα μου. Στεφανάκος, Σιδέρης, Θεοδωρίδης, έμπαινε Γιούτσο, Υβ Ύβ, και ένα σωρό άλλα ονόματα θυμήθηκα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Και βέβαια το τραγούδι:
  Ολυμπι- Ολυμπι- Ολυμπιακέ
  Φλαμέγκο, Λέφσκι νίκησες,
  Σάντος και Ζαγκλεμπιέ!
  Μια μεγάλη νίκη του Ολυμπιακού λίγο έλειψε, θυμάμαι, να την πληρώσω με τη ζωή μου.
  Εκείνη την εποχή, τέλη δεκαετίας του πενήντα αρχές δεκαετίας του εξήντα που πήγαινα στο δημοτικό, οι παναθηναϊκοί ήταν ανύπαρχτοι. Οι πιτσιρικάδες ήμασταν χωρισμένοι σε ολυμπιακούς και ΑΕΚ. Κάποια φορά, δεν θυμάμαι ποια χρονιά, ο ολυμπιακός νίκησε την ΑΕΚ με το συντριπτικό σκορ 7-0. Φαντάζεστε τι καζούρα κάναμε στους αεκτζήδες. Αυτοί μας κυνηγούσαν με ξύλα και πέτρες στον περίβολο της αγιάς Τριάδας.
  Θυμάμαι που με κυνηγούσε ο Σωτήρης. Βγαίνω τρέχοντας από τον περίβολο της εκκλησίας στο δρόμο, με κατεύθυνση δυτικά, προς το σπίτι μας, αλλά για ένα δευτερόλεπτο διστάζω: μήπως είναι καλύτερα να πάω πίσω, προς την πλατεία;
  Αυτό το δευτερόλεπτο του δισταγμού βλέπω να περνάει μπροστά από τη μύτη μου μια τεράστια πέτρα, που την είχε ρίξει ο Σωτήρης. Αν δεν δίσταζα προς τα πού να πάρω θα με είχε βρει στον κρόταφο και μάλλον θα είχα ταξιδέψει για τας αιωνίους μονάς. Η αγία Τριάδα είχε κάνει το θαύμα της, να μη χωρίσει τη μικρή αγία Τριάδα της γειτονιάς, εμένα, τον Γιάννη και τον Αντώνη.
  Εγώ μπορεί να μην είμαι φανατικός ολυμπιακός πια, όμως έχω έναν άσπονδο φίλο που είναι φανατικός ολυμπιακός. Τόσο φανατικός, που έβαλε ως τελευταίο ψηφίο στο όνομα χρήστη το 7. Από τη θύρα. Τον λένε Νίκο, είναι φαρμακοποιός και έχει το φαρμακείο του στο Γαλάτσι. Αν δεν κινδύνευα να παρεξηγηθώ ότι πάω να του κάνω διαφήμιση θα έλεγα και τη διεύθυνσή του. Αύριο πρωί πρωί θα πάω να του το κάνω δώρο.
  Εσείς όμως μπορείτε να το αγοράσετε. Οι ιστορίες που θα διαβάσετε είναι απολαυστικές, και όσοι είστε μιας κάποιας ηλικίας θα ταξιδέψετε στα παιδικά σας χρόνια – όπως εγώ.

Μπάμπης Δερμιτζάκης