Book review, movie criticism

Thursday, May 25, 2023

Γιάννη Καλογερόπουλου, Η ζωγραφιά του Θεού (2022)

Γιάννη Καλογερόπουλου, Η ζωγραφιά του Θεού (2022)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Γιατί γράφουν όλοι ότι η ταινία είναι και κωμωδία; Εγώ δεν είδα τίποτα το κωμικό στην ταινία, εκτός αν η ΑΜΕΑ αδελφή του φαίνεται κωμική μέσα στην αναπηρία της, στον τρόπο που μιλάει.

  Συγκινητική ταινία, που μου θύμισε τον «Άνθρωπο της βροχής» και το «Shower» (1999), με μόνη τη διαφορά ότι η αγάπη για την ανάπηρη αδελφή του υπήρχε πάντα. Γι’ αυτό ξενιτεύτηκε, για να δουλέψει και να στέλνει χρήματα στη μητέρα του, για να μπορεί να φροντίζει την αδελφή του. Όταν όμως η μητέρα του πέθανε έπρεπε να γυρίσει πίσω.

  Όχι, δεν σκοπεύει να τη βάλει σε ίδρυμα, θα τη φροντίζει ο ίδιος. Η φίλη του όμως έχει αντιρρήσεις. Ή αυτή ή εγώ.

  Ο έρωτας με την λογοθεραπεύτριά της, που είναι ταυτόχρονα και ψυχολόγος και τη στηρίζει ψυχολογικά, θα δώσει λύση στο πρόβλημα.

  Η αδελφή του δεν είναι Steven Hawking, όμως είναι εξαιρετικό μυαλό. Έχει κάνει διδακτορικό (ή μεταπτυχιακό, δεν θυμάμαι) για τη θεραπεία της φαλάκρας.

  Που όμως το φάρμακό της το έχει βρει εδώ και χρόνια ο Σωτήρης. Φίλος από το Piccolino a café, στο Μεταξουργείο: είναι η κρομμύδα.

  Συγκινητική ταινία, που δείχνει το μέγεθος της αδελφικής αγάπης.

  Η κωμωδία δεν έχει θέση εδώ.  

 

Wednesday, May 24, 2023

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης, Κέδρος 2001, σελ. 442

 


  Είναι το τέταρτο βιβλίο που διαβάζουμε του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μετά τα τρία πρώτα του «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», «Η ψίχα της μεταλαβιάς» και «Η στενωπός των υφασμάτων». Είχαμε σαν στόχο να τον παρακολουθήσουμε στην συγγραφική πορεία του αλλά δεν τα καταφέραμε. Έτσι μετά από χρόνια διαβάζουμε ένα ακόμη βιβλίο του καθώς θα το συζητήσουμε στην επόμενη συνάντηση της Λέσχης Βιβλίου της Πλατείας Βικτωρίας.

  Ενώ τα πρώτα βιβλία που διαβάσαμε είναι συλλογές διηγημάτων, το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι μυθιστόρημα.

  Θα κάνω ένα σχόλιο για τον τίτλο.

  Από τον εκδότη μου έμαθα πόσο σημαντικός είναι ο τίτλος για την προώθηση ενός βιβλίου.

  Ένας Τσιτσάνης στον τίτλο κάνει αμέσως το βιβλίο πιασάρικο. Ο Τσιτσάνης είναι ένας μύθος στο χώρο του ρεμπέτικου.

  Τι θα γίνει όμως με μένα, που οι μόνες μουσικές που ακούω είναι κλασική και κρητικά; Το βιβλίο θα ήταν πιασάρικο για μένα αν στη θέση του Τσιτσάνη ήταν για παράδειγμα ο Ξυλούρης.

  Με επιφύλαξη το είδα. Δεν μου άρεσε στην αρχή. Μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό.

  Πότε;

  Όταν τα επεισόδια που αφηγείται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής άρχισαν να γίνονται «σπουδαία», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης.

  Η μεγάλη καμπή στην αναγνωστική μου πορεία ήταν η περιγραφή της πτώσης των οχυρώσεων Μεταξά. Και στον κινηματογράφο, τα πολεμικά έργα είναι αγαπημένο είδος.

  Στη συνέχεια διαβάζουμε για τη μοίρα των εβραίων στη Θεσσαλονίκη. Είναι συγκλονιστική η αφήγηση της μεταφοράς τους από το γκέτο όπου τους είχαν στριμώξει στα τρένα που θα τους μετέφεραν στην Πολωνία.

  Και βέβαια η Αντίσταση, στην οποία θα συμμετάσχει και ο αφηγητής.

  Το μεγάλο σπασπένς: ποιος πρόδωσε; Και δίπλα σ’ αυτό πολλά μικροσασπένς, καθώς οι γερμανοί που κινούνται συνεχώς δίπλα τους είναι πάντα μια απειλή.

  Το απροσδόκητο: ο ανάπηρος στο καροτσάκι δεν ήταν αυτός που φαινόταν.

  Η απαρίθμηση: αυτοί ήταν οι προδότες.

  Πραγματικά τα ονόματα, παρατίθενται σε εφέ απαρίθμησης, ο Σκαμπαρδώνης έχει κάνει σημαντική αρχειακή δουλειά.

  Θα συναντήσουμε αρκετά εφέ απαρίθμησης, για τα οποία θα πω την αμαρτία μου: τα περνούσα στα γρήγορα.

  Και για τους φίλους του ρεμπέτικου: θα διαβάσουμε στίχους από πολλά τραγούδια του Τσιτσάνη. Ελάχιστοι μου ήσαν γνωστοί.

  Λιτό, απέριττο το ύφος του, κυριολεκτικά ρουφάς το μυθιστόρημα. Η πλοκή του συναρπάζει, και γι’ αυτό βέβαια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μανούσο Μανουσάκη.

  Είμαι περίεργος πώς θα συζητηθεί στην ομάδα.

  Περισσότερα όμως θα πούμε σχολιάζοντας αποσπάσματα.

  «Μεγάλη υπόθεση ο πομπός» (σελ. 48).

  Αυτό το λέει αρκετές φορές, ψυχαναγκαστικά, ο Παύλος.

  Και θυμήθηκα τον Νικολή τον… που έλεγε κι αυτός, ψυχαναγκαστικά: «Τυχερά ’ναι τα παντέρμα».

  Τυχερό, το ποιον ή ποια θα παντρευτείς.

  «Παρέα του κι ο Εβραίος πολιτοφύλακας Μαλμπάλα, ο θηριώδης, γιγαντόσωμος Ντεπούζ, ο γερμανομαθής αριστοκράτης Σικόνιο και η ομάδα τους, που τυραννούνε, ληστεύουνε και σκοτώνουνε τους ομοθρήσκους τους» (σελ. 56).

  Και πιο κάτω:

  «…κι έχει για διερμηνέα και εκπρόσωπο το δικό μας το τέρας… τον Χαρσόν με τη συμμορία του… κι είναι κι ο Μαλμπάλα, με τους διακόσιους πενήντα Εβραίους πολιτοφύλακες… Δίνει κάθε πρωί αναφορά στην Γκεστάπο… αυτοί φορούνε κίτρινα περιβραχιόνια (σελ. 175).

  Δεν ξέρω αν αυτά τα πράγματα τα γράφουν τα βιβλία ιστορίας, εγώ πρώτη φορά τα ακούω, αν και δεν ήταν δύσκολο να τα φανταστώ.

  Αναρωτιέμαι ποια να ήταν η δική τους μοίρα. Τη γλίτωσαν ή κατέληξαν κι αυτοί στα κρεματόρια των ναζιστικών στρατόπεδων συγκέντρωσης;

  Ωσά τη μυζιθρόπιτα θα σε τουλουπανιάσω

  να σε φιλώ γλυκά-γλυκά, ώσπου να σε χορτάσω (σελ. 60)

  Κρητικός ων, δεν γινόταν να μην την παραθέσω.

  «Ο καλόγερος τον πρώτο χρόνο φοβάται τον Θεό… Τον δεύτερο χρόνο φοβάται ο Θεός τον καλόγερο» (σελ. 247).

  Υπάρχουν και άλλα τέτοια αποφθέγματα.

  «Το τάγμα του Βήχου, όπου στρατολογήθηκε, είναι από τα αγριότερα στην περιοχή, φτιαγμένα από καλά παλικάρια: παρμένα από καταγώγια, πουταναριά, συμμορίες, από χαφιέδες της ενορίας, από παλιά καρφιά της Καταδίωξης» (σελ. 356)

  Συνεκδοχικά, όλα τα τάγματα ασφαλείας.

  «-Είναι στην Αλεξάνδρας 124… Λέγεται Ινστιτούτο Αισθητικής Η ΠΟΠΗ» (σελ. 365).

  Στο 120 έμενα τεταρτοετής φοιτητής.

  «Μετά ετοίμασε οινόπνευμα, πιρούνι και πανί να με κόψεις βεντούζες… το οινόπνευμα χύνεται στην πλάτη του… αρπάζει όλη η πλάτη του Χρήστου μεμιάς, κι η φλόγα ανεβαίνει ψηλά, λαμπαδιάζει (372-373).

  Εμένα το οινόπνευμα από το πιρούνι, φλεγόμενο, χύθηκε πάνω στην κουβέρτα, αλλά έσβησα τη φωτιά γρήγορα γρήγορα. Για να σχολιάσει ο πατέρας μου: το βιαστικό γ@μ#σ# κάνει κουζουλό κοπέλι.

  Από τότε ήμουν πιο προσεκτικός όταν του έπαιρνα βεντούζες. Με τις βεντούζες τον κράτησα στη ζωή μέχρι τα 94 του. Έμενε 9 χρόνια μαζί μας, από τα 85 του δεν μπορούσε πια να μένει μόνος του στο χωριό.

  «Ο Αρμένης, πιάνοντας ένα μπράτσο κιθάρας…. -από τότε που μπήκανε οι Γερμανοί δουλεύουμε αναγκαστικά με ντόπια ξύλα…. Μόνο το κάλυμμα, μπροστά, είναι… από έλατο Βοσνίας» (σελ. 383).

  Το καλύτερο ξύλο για κάλυμμα, δηλαδή για καπάκι, λύρας, είναι το κατράνι ή φοινίκι. Απ’ αυτό το ξύλο είναι καμωμένα τα δοκάρια σε παλιά σπίτια. Είναι εισαγωγής από τα μέρη του Πόντου, τον Καύκασο… Μοσχομυρίζει. Το χρησιμοποιούσαν οι τούρκοι για τα χαρέμια τους. Ήλθε μια φορά στο χωριό μου ο Σήφης ο Μπουζάκης, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται, μου έκανε κάποια μαθήματα λύρας και από αυτόν αγόρασα τη λύρα μου, και γέμισε τη σχάρα του αυτοκινήτου του με δοκάρια από κατράνι που πήρε από ένα χάλασμα, που θα τον έφταναν να φτιάχνει καπάκια για λύρες για όλη του τη ζωή. Ήταν κάπου μέσα της δεκαετίας του ’80.  

 

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που έπεσαν στην αντίληψή μας

Πάει και κάθεται βαριά στη θέση του Βασίλη (σελ. 20)

Κι αφουγκραζόμαστε μαζί, σαν συνεννοημένοι (σελ. 28)

Η ώρα είναι δυο παρά, κι έχει μεσημεριάσει (σελ. 50)

Το σπίτι μου το πατρικό είναι στη Μελενίκου (σελ. 98)

Γκαζιέρα με πετρέλαιο, μια ξύλινη ψωμιέρα (σελ. 144)

-με τόσο μαύρο που ρουφάς -κι εσύ ρουφάς και ξέρεις (σελ. 153)

Αφήστε, ρε, τον άνθρωπο να φάει και θα παίξει (σελ. 161)

Δεν μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα (σελ. 165)

Τις καίει με πετρέλαια… τις ρίχνει στα πηγάδια (σελ. 200)

Με θέλει για διάδοχο και μ’ έμαθε την τέχνη (σελ. 225)

Γυρίζει προς τη θάλασσα ρεμβάζοντας και λέει (σελ. 292)

Να ετοιμαστώ, να θυμηθώ όλα τα παραδρόμια (σελ. 355)

Ξέπεσε έτσι ο άνθρωπος απ’ το πολύ μπαρμπούτι (σελ. 369)

Μου δείχνει ότι κατάλαβε, κι ότι έχει το νου του (σελ. 412)

Αλλά είχε φράγκα από πριν… είναι καλός δερβίσης (σελ. 417)

Έρχεται προς το μέρος μας ανοίγοντας τα χέρια (σελ. 420)

 

Νίκος Καζατζόπουλος, Ντάρια

Νίκος Καζατζόπουλος, Ντάρια, Ιωλκός 2023, σελ. 460

 


                                                                     Στην Ντάρια

                                και σε όλες τις Ντάριες του κόσμου

 

 Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

  Ας το γράψω ακόμη μια φορά.

  Της γης οι κολασμένοι δεν είναι πια οι εργάτες, όπως θέλει ο ύμνος της διεθνούς (Εμπρός, της γης οι κολασμένοι…), ούτε οι αποικιοκρατούμενοι λαοί όπως θέλει ο Φραντς Φανόν. Είναι οι λαθρομετανάστες.

  Κάποιοι διαμαρτύρονται με το πρόθεμα λαθρο-, όμως έτσι είναι τα πράγματα, δεν έχει κανείς παρά να τους συγκρίνει με τους δικούς μας μετανάστες, σε Γερμανία, Σουηδία, Αυστραλία, και οπουδήποτε αλλού. Αν τους συλλάβουν, τους στέλνουν πίσω στις πατρίδες τους, αφού καθίσουν κάμποσο φυλακή. Ευτυχώς όχι μέχρι δυο χρόνια που λέει ο νόμος, συνήθως στον ένα μήνα καταφέρνουν και τους διώχνουν στις πατρίδες τους.

  Δυο τέτοιες λαθρομετανάστριες είναι η Ντάρια, γεωργιανή, και η Νταλίφα, αρμένισα. Η ζωή τις έφερε κοντά, ήδη από τις πατρίδες τους, και τις ξανάφερε κοντά στην Ελλάδα όπου ήλθαν για μια καλύτερη ζωή. Όμως ακολούθησαν διαφορετικές πορείες στη διαδρομή τους.

  Η Ντάρια,

  «Πατέρα δε γνώρισε, μεγάλωσε μόνο με τη μάνα της χωρίς, ωστόσο, την αγάπη και τη φροντίδα της. Τα παιδικά της χρόνια ήταν μίζερα και φτωχικά και αργότερα, στην εφηβεία της, γνώρισε τη σεξουαλική παρενόχληση από τους εραστές της μάνας της. Στο σχολείο πήγαινε όποτε ήθελε, αλήτευε, γύρναγε στις όχθες του Ριόνι όλη μέρα, έκανε φιλίες με τους ψαράδες. Μάταια αναζητούσε την ανθρώπινη ζεστασιά, απογοητεύτηκε από τις πρώτες ερωτικές σχέσεις της στην εφηβεία και αυτό την έκανε κυνική, σκληρή και άφιλη» (σελ. 29).

  Όχι εντελώς άφιλη.

  Βρήκε καταφύγιο στην οικογένεια της Νταλίφα με την οποία τη συνέδεσε μια βαθιά φιλία.  

  Οι ιστορίες τους αποτελούν τυπικά δείγματα των λαθρομεταναστών. Η Ντάρια θα υποχρεωθεί να γίνει escort από ένα βούλγαρο trafficker. Ένας πελάτης θα της προσφέρει μια διαφυγή. Θα φροντίζει την άρρωστη γυναίκα του, προσφέροντάς του όμως και σεξουαλικές υπηρεσίες. Δεν είναι ό,τι καλύτερο, όμως είναι καλύτερο από το πριν.

  Κάποια στιγμή βρίσκει το καλύτερο, αυτό με το οποίο πιστεύει ότι θα μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή της. Όμως το παρελθόν την καταδιώκει.

  Η Νταλίφα θα περάσει και αυτή μια δύσκολη ζωή δίπλα σε έναν άνδρα μέθυσο που την κακοποιεί. Και σ’ αυτήν η ζωή θα χαμογελάσει, βρίσκει κάτι καλύτερο, ή μάλλον το καλύτερο. Όμως αυτή δεν έχει κανένα παρελθόν σαν της Ντάριας να την καταδιώκει.

  Ο Καζατζόπουλος προσωπογραφεί σε βάθος όχι μόνο τις δυο ηρωίδες του, αλλά και τους έλληνες και τις ελληνίδες που βρίσκονται στο δρόμο των δυο γυναικών. Η αυταρχική μάνα, ο άβουλος αλλά καλός πατέρας, ο μαμάκιας που θα ξεφύγει, θα πετύχει σαν κατασκευαστής, αλλά θα έλθει η κρίση και θα αντιμετωπίσει δυσκολίες, και κάποιοι άλλοι.

  Όλα αυτά τα πρόσωπα ο Καζατζόπουλος μας τα παρουσιάζει μέσα από μια συναρπαστική πλοκή, που στο τέλος παίρνει διαστάσεις αστυνομικού μυθιστορήματος. Διαυγέστατος στην αφήγησή του, δεν εγκαταλείπει καταμεσίς τους ήρωες και τα επεισόδια για τη δημιουργία ενός αμφιλεγόμενου σασπένς, κρατεί όμως παρόλα αυτά αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

  Πέρα από την διεκτραγώδηση της μοίρας των δυο αυτών γυναικών, και συνεκδοχικά τη μοίρα όλων εκείνων των γυναικών που πέρασαν και περνούν παρόμοιες καταστάσεις (ξέρω περιπτώσεις, και λόγω της πολυγλωσσίας μου), ο Καζατζόπουλος δίνει πολλά ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτικά και ανθρωπολογικά στοιχεία των περιοχών της καταγωγής τους, Αρμενίας και Γεωργίας, αλλά και του γειτονικού Πόντου. Ο ίδιος είναι μικρασιάτης τρίτης γενιάς.

  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.

  «Παρά τα προβλήματα και τις ελλείψεις στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει σε ένα χαμηλό επίπεδο ζωής για τα δυτικά δεδομένα, αλλά σίγουρο και αξιοπρεπές. Τώρα τα πάντα είχαν χαθεί για τον απλό κόσμο, ενώ η κομματική νομενκλατούρα είχε επιδοθεί σ’ έναν εξοντωτικό αγώνα για να ιδιοποιηθεί την κρατική περιουσία, τα εργοστάσια, τις πρώτες ύλες, τη γη των κολχόζ» (σελ. 42).

  Αυτά τα ξέραμε, καλό είναι να μην τα ξεχάσουμε.

  «Η κρίση προκάλεσε και ψυχολογικά προβλήματα με συνέπεια την αύξηση των σωματικών και ψυχικών διαταραχών. Αυτές οδήγησαν σε ενδοοικογενειακή βία και σε εμφάνιση ακραίων κοινωνικών συμπεριφορών. Οικογένειες διαλύθηκαν, οι μέθυσοι πολλαπλασιάστηκαν, η πορνεία έγινε αναγκαστικά επάγγελμα για πολλές γυναίκες που προσπαθούσαν να δραπετεύσουν με κάθε τρόπο στη Δύση, τόπος που φάνταζε ιδανικός γι’ αυτές» (σελ. 43).

  Και όχι μόνο γι’ αυτές. Η πλημμύρα των λαθρομεταναστών μας έρχεται όχι από χριστιανικές χώρες αλλά από μουσουλμανικές.

  «Υπήρχε σοβαρή περίπτωση το άδειο σπίτι να καταληφθεί από άλλους Αμπχάζιους ή Γεωργιανούς. Είχε συμβεί αυτό στο παρελθόν, όταν εκτοπίσθηκαν συγγενείς του, οι καταληψίες στρίμωξαν τα γυναικόπαιδα σ’ ένα δωμάτιο και τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι, νοικιάζοντάς τα κυρίως σε φοιτητές» (σελ. 57).

  Όχι, αυτό δεν το ξέραμε.

  «Το πώς θα βρω τρόπο να το σκάσω είχε καρφωθεί στο μυαλό μου από την πρώτη στιγμή. Πίστευα ότι κάποιος από τους πελάτες θα βρισκόταν να με βοηθήσει. Αλλά δεν έτυχε ούτε ένας» (σελ. 99).

  Έτυχε όμως σε μια ρουμάνα. Τη βοήθησε ένας επώνυμος και γύρισε στην πατρίδα της. Παντρεύτηκε, και σε ένα από τα παιδιά της έδωσε το όνομά του. Την ιστορία μου την είπε ένας φίλος του.

  «Είχαμε πολλή φτώχεια στο σπίτι και αναγκάστηκα να παντρευτώ πολύ μικρή. Μετά την πτώση του καθεστώτος, η ζωή μας έγινε ακόμη πιο δύσκολη. Οι συνεταιρισμοί διαλύθηκαν, τα χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα, τα εργοστάσια έκλεισαν. Είχαμε μάθει στα λίγα και σίγουρα και ξαφνικά βρεθήκαμε μόνο κι απροστάτευτοι» (σελ. 224).

  Καταλαβαίνει κανείς γιατί πλάκωσαν σαν τσούρμο οι λαθρομετανάστες από τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού.

  «Δεν κατάφερε να αποδράσει από την εικόνα της Ντάριας που κυριαρχούσε στη σκέψη και το θυμικό του τις τελευταίες εβδομάδες» (σελ. 241).

  Αυτός είναι ο Τσβετάν, ο βούλγαρος trafficker, που η Ντάρια τον είχε μαγέψει τόσο που δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του ότι τον παράτησε.

  «Με τη βοήθεια της κυρα-Μαρίας μαγείρεψε κάρσο για πρώτο πιάτο, σούπα δηλαδή από βοδινό κρέας, χατσαπούρι, που μοιάζει με πεϊνιρλί, και το καυκάσιο σασλίκ από κομμάτια κρέατος περασμένα σε ξυλάκι. Για επιδόρπιο είχε ετοιμάσει πελαμούσι από καλαμποκάλευρο και χυμό σταφυλιών» (σελ. 383).

  Και αλλού ο Καζατζόπουλος θα αναφερθεί σε φαγητά αυτών των περιοχών.

  Πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης