Book review, movie criticism

Monday, August 2, 2010

Λέγκα Μαρκοπούλου, Θα κρατήσουμε ό,τι μας αρέσει

Λέγκα Μαρκοπούλου, Θα κρατήσουμε ό,τι μας αρέσει, Καστανιώτης 1999

Κρητικά Επίκαιρα, Δεκέμβρης 1999

«Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει» λέει ο λαός. Κάθε κανόνας έχει φυσικά τις εξαιρέσεις του, όμως στην περίπτωση της Λέγκας Μαρκοπούλου, κόρης του Γιάννη Μαρκόπουλου και της Βασιλικής Λαβίνας, έχουμε τον κανόνα. Πάνω στα αχνάρια των γονιών της, όμως ακολουθώντας διαφορετικά μονοπάτια (όσο κι αν φαίνεται στην κυριολεξία του οξύμωρο το σχήμα), η Λέγκα Μαρκοπούλου εμφανίζεται ως μια από τις πιο ελπιδοφόρες νέες πεζογράφους μας. Κάνει την εμφάνισή της στη λογοτεχνία μας έχοντας μόλις κλείσει τα 18 της χρόνια, με ένα σύντομο πεζογράφημα που φέρνει τον τίτλο «Θα κρατήσουμε ότι μας αρέσει».
Κάθε πρωτόλειο έχει τις αδυναμίες του. Θα επιχειρήσουμε να τις επισημάνουμε, με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις μας ίσως φανούν χρήσιμες στη συγγραφέα.
Η Λένα Μαρκοπούλου, με το έργο της αυτό, αποδεικνύει ότι διαθέτει μια ευρύτητα γνώσεων, ένα αναζητητικό «θαυμάζειν» και μια πλούσια προβληματική, τα οποία όμως βιάζεται να επιδείξει. Σε ένα μυθιστόρημα το αφηγηματικό στοιχείο πρέπει να είναι κυρίαρχο, ενώ εδώ φαίνεται εντελώς προσχηματικό. Το να προβληθεί το δοκιμιακό τμήμα ενός μυθιστορήματος χωρίς να το καταστρέφει χρειάζεται μεγάλη ικανότητα φθασμένου λογοτέχνη, ικανότητα που επιδεικνύει ο Antonio Sabato στο έργο του «Περί ηρώων και τάφων», ή η δική μας Μάρω Βαμβουνάκη. Ο Τολστόι αποτυγχάνει στο «Πόλεμος και Ειρήνη», και το δοκιμιακό τμήμα του έργου, ξεχωριστές σελίδες πολεμικής τακτικής και πολιτικής, εύκολα παραλείφθηκε από μεταγενέστερους εκδότες, οι οποίοι διέβλεψαν ότι θα κατέστρεφε την εντύπωση αυτού του κορυφαίου έργου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Μίμης Ανδρουλάκης, που ξεκινάει ως κατ’ εξοχήν θεωρητικός της αριστεράς, δεν ρισκάρει. Στο πρώτο του έργο μετά την αποχώρησή του από την πολιτική, το «Dream, σκιές στην Αθήνα», ανασύρει από τα αζήτητα της λογοτεχνίας σήμερα τον φιλοσοφικό διάλογο, και στο «Σωσία και οι δαίμονες του πάθους» καταφεύγει σε λογοτεχνικά διακείμενα με μπόλικη θεωρία. Με τον «Μυστικό Νοέμβρη» όμως και το «Χαμένο μπλουζ» θα δώσει δυο αυθεντικά μυθιστορήματα, γεμάτα σασπένς. Στο τελευταίο έργο του «Μν» καταφεύγει πάλι στο διαλογικό δοκίμιο. Θέλω να πω, αγωνίζεται να μην μπερδέψει τα είδη, καταφεύγοντας σε πρωτότυπες επινοήσεις. Η Λέγκα Μαρκοπούλου απεναντίας, στον προσχηματικό αφηγηματικό ιστό του έργου της υφαίνει κάπως άτεχνα τις ιδέες και τις αντιλήψεις της, κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσες, καθώς δίνουν το στίγμα της νεολαίας μας σήμερα. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα οξυδερκές.
Στο αυτοκίνητο φανερώνεται ο πόθος των ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων να δυναμώσουν τη μουσική, να ανεβάσουν την ταχύτητα όσο πάει, να ξεφύγουν από το τώρα και να προσπαθήσουν να χαθούν στο μέλλον ή ακόμα και στο παρελθόν, αδιαφορώντας για τα χρονικά πλαίσια… κανένας δεν αγαπάει την εποχή του, και το πείσμα του να χαθεί σε άλλο χρόνο βγαίνει στ’ αυτοκίνητο. Ψευδαίσθηση. Ο οδηγός καταφέρνει να χαθεί μόνο σε παλιές ή νέες σκέψεις που γεννούν τα έντονα κόκκινα και κίτρινα φώτα των δρόμων…(σελ. 30)
Δίπλα στο δοκιμιακό τμήμα, οι διακειμενικές αναφορές της συχνά ξεχειλίζουν από ποιητική φαντασία, συμφύροντας αρχέτυπα σύμβολα και εικόνες, όπως ο Δον Κιχώτης πάνω στο καράβι της ζωής που ταξιδεύει σε μια τρικυμισμένη θάλασσα, αναζητώντας απεγνωσμένα μια Ιθάκη.
Οι συλλήψεις της Λέγκας Μαρκοπούλου δεν μπορούν να χωρέσουν σε ένα έργο μόλις 100 σελίδων. Έχει κανείς την αίσθηση ότι βιάστηκε. Όμως δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε μια νεανική φωνή που βιάζεται να μιλήσει, που θέλει να ακούσει τον αντίλαλο της φωνής της, εξοστρακισμένη πάνω σε ένα αναγνωστικό κοινό.
Η ανάδραση φαίνεται θετική. Και η συγγραφέας πρέπει να προσέξει, γιατί το επόμενο έργο της δεν θα κριθεί με την επιείκεια που δείχνουμε στα πρωτόλεια. Έχοντας διαγνώσει το ταλέντο, περιμένουμε ότι θα εργαστεί με προσοχή και επιμέλεια, χωρίς βιασύνες, ώστε τα επόμενα έργα της να σταθούν επάξια δίπλα στα μεγάλα έργα της σύγχρονης πεζογραφίας μας.
Post a Comment