Book review, movie criticism

Sunday, August 22, 2010

Κώστας Μαυρουδής, Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι

Κώστας Μαυρουδής, Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι, Νεφέλη, 2000, σελ. 157.

Αντί, τ. 741, 29 Ιουνίου 2001

Ποιητικά δοκίμια θα μπορούσαν να ονομαστούν τα περισσότερα κείμενα του έργου «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι» του Κώστα Μαυρουδή. Η γλώσσα για τον συγγραφέα, ο οποίος έχει μια μακρά μαθητεία στην ποίηση, παύει εδώ να είναι το μήνυμα (message) και ξαναγίνεται το μέσο (medium), με το οποίο ο συγγραφέας μεταδίδει, αποκαλυμμένες από μια - παρολαυτά - ποιητική ευαισθησία, μυστικές πτυχές των πραγμάτων.
Ως κοντινότερο λογοτεχνικό συγγενή θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τον Mίλαν Κούντερα. Και οι δυο συγγραφείς αποκαλύπτουν πλευρές, σχέσεις και διαστάσεις σε πράγματα και γεγονότα που περνούν απαρατήρητες από μια πρώτη ματιά, και οι οποίες αναδεικνύονται σε πρώτο πλάνο χάρη στην ιδιαίτερη ευαισθησία τους. Ο Κούντερα όμως δεν τολμά να ξεφύγει από το καταξιωμένο ειδολογικά (ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε και εμπορικά) μυθιστόρημα. Έτσι, π.χ., στην «Αθανασία», το πιο χαρακτηριστικό έργο των καλλιτεχνικών του τάσεων, χρησιμοποιεί τον ιστό μιας μυθιστορηματικής πλοκής για να υφάνει πάνω του τα δοκίμιά του για την Αθανασία, τον έρωτα, τη δημοσιογραφία, κ.λπ.
Ο Μαυρουδής όμως μάλλον θεωρεί τον αφηγηματικό ιστό δεσμευτικό, και γι αυτό προτιμά να προσφέρει αυτόνομα κείμενα. Οι «μεγάλες αφηγήσεις» (στη μεταφορική, και όπως φαίνεται και στην κυριολεκτική σημασία) έχουν εξοβελισθεί εξάλλου από τον μεταμοντερνισμό, ενώ οι οικολόγοι προβάλλουν το ροκοκό σλόγκαν «Το μικρό είναι όμορφο», το οποίο οι ποιητές ακολουθούν εδώ και δεκαετίες πριν διατυπωθεί.
Είναι χαρακτηριστικό το τέλος ενός συντομότατου δοκιμίου για την ποίηση, που συνεκδοχικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πνεύμα ολόκληρου του έργου:
«Πάντα μας συντροφεύει η αύρα μιας παρουσίας που δεν έγινε λόγος, ακόμη και όταν ο λόγος έχει πει περισσότερα από την αρχική του πρόθεση» (σελ. 101). Στην αποκάλυψη της αύρας των πραγμάτων θα μπορούσαμε να πούμε ότι στοχεύει ολόκληρη η συλλογή.
Στο κείμενο για τον Απολλόδωρο (σελ. 102) ο συγγραφέας συνηγορεί υπέρ των δανείων και της διακειμενικότητας στην λογοτεχνία. Του είναι ξένη η «αγωνία της επίδρασης» του Harold Bloom. Να προσθέσουμε συνηγορώντας ότι τα κείμενα του θεάτρου Νο στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι συμπίλημα στίχων παλιότερων ποιητών, με αποτέλεσμα οι δραματουργοί συχνά να φαίνονται ως απλοί συμπιληστές.
Βλέποντας ο συγγραφέας το λήμμα Δαχάου (Dachau) στο προπολεμικό λεξικό Ελευθερουδάκη, κάνει τη σκέψη «...πόσο αναπόφευκτα ανειδοποίητοι, πόσο απόλυτα έκθετοι βρισκόμαστε απέναντι στο προσεχές» (σελ. 152). Καθώς διάβαζα το σχετικό κείμενο θυμήθηκα τη «σημαδιακή», όπως τη χαρακτήρισα στο ημερολόγιό μου, ημέρα της 17 Νοέμβρη 1972, τότε που, έχοντας πάρει το πτυχίο μου και έχοντας μαζέψει το φτωχό νοικοκυριό μου, ταξίδευα για την Κρήτη. Ήμουν κι εγώ ανειδοποίητος ότι η μέρα αυτή, της επόμενης χρονιάς, θα γινόταν σύμβολο της φοιτητικής εξέγερσης κατά της χούντας.
Η αποκάλυψη των μυστικών σχέσεων των πραγμάτων είναι η βάση πάνω στην οποία λειτουργεί η μεταφορά, το πιο «ποιητικό» στοιχείο στην ποίηση. Έτσι το σύνολο των κειμένων αυτών θα μπορούσαν επίσης να ονομασθούν δοκιμιακές μεταφορές, μια και η ποίηση και η μεταφορά βρίσκονται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα υποκατάστασης. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό:
«Πλησιέστερος στο φακό, ένας αδιευκρίνιστης ηλικίας κύριος, ‘κουνημένος’,- καθώς πέρασε με ταχύτητα στο ανοιχτό διάφραγμα - και γι’ αυτό χωρίς πρόσωπο. Μια ασήμαντη ασάφεια - θα λέγαμε - που είναι, όμως, σαν να προλέγει το πόσο εφήμερος, πόσο δυνάμει απών, ήταν ήδη εκείνος ο περαστικός» (σελ. 58-59).
Αυτό που διακρίνει μια επιστημονική εργασία από ένα δοκίμιο, ιδιαίτερα ένα ποιητικό δοκίμιο, είναι ότι ενώ ο επιστήμονας κρύβεται πίσω από το έργο του, το οποίο προσπαθεί να παρουσιάσει όσο γίνεται πιο απρόσωπα, ο ποιητής δοκιμιογράφος, ο οποίος αναπαράγει εν πολλοίς επιστημονικές θέσεις, βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, παίρνοντας «θέση» απέναντι στις επιστημονικές αλήθειες. Στις σελίδες 30-31 ο συγγραφέας συνδέει τους συνειρμούς και τα εξαρτημένα ανακλαστικά με το παρελθόν μας. Η στάση του απέναντι σ’ αυτή τη σύνδεση αποκαλύπτεται στην τελευταία πρόταση: «Πίσω από τα εξαρτημένα αντανακλαστικά κρύβονται τα δεσμά της βιαιότερης ομηρίας μας».
Ίσως η στάση αυτή να έχει σχέση με το ότι ο συγγραφέας μεγάλωσε στην επαρχία, η οποία δεν αντιμετωπίζεται ως ο περίπου «απωλεσθείς παράδεισος» του Μανώλη Πρατικάκη και τόσων άλλων ποιητών και πεζογράφων μας. Ένα άλλο σύντομο κείμενο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: «Η νεοελληνική επαρχία μας έδωσε ό,τι είχε: ένα πρωτογενές υλικό για μεταγενέστερες αισθηματικές αναπολήσεις. Οφείλαμε αργότερα να τρέξουμε, αναζητώντας πράγματα που οι άλλοι, στο κέντρο, κατείχαν αυτονόητα. Όταν εκείνοι άκουγαν τις Εικόνες από μια έκθεση, εγώ, Τήνιος, έβλεπα εκθέσεις από εικόνες» (σελ. 46).
«Οφείλαμε αργότερα να τρέξουμε...», δηλαδή η επαρχία μας έκανε να χάσουμε χρόνο, διαπίστωση που, παρά τις «αισθηματικές αναπολήσεις» μας, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια, όλοι όσοι τρέξαμε και προφτάσαμε ή δεν προφτάσαμε.
Εκτός από τα ποιητικά δοκίμια, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής, υπάρχουν και μερικές σελίδες με σκέψεις και αφορισμούς. Είναι χαρακτηριστικό για τη δηκτικότητα της ειρωνείας του το παρακάτω κείμενο:
«Αν η κατασκευή της παλάμης επέτρεψε στον πρωτόγονο τη χρήση εργαλείων, και περαιτέρω στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, τότε η σχέση της παλάμης μας με το κομπολόι ερμηνεύει την εξέλιξη του εγχώριου πνεύματος» (σελ. 98).
Και βέβαια τέτοιου είδους αφοριστικές σκέψεις είναι διάχυτες και στα άλλα κείμενα, όπως η παρακάτω, σε ένα υπέροχο εφέ τέλους σε ένα από τα λίγα αφηγηματικά κείμενα που βρίσκονται στο τέλος της συλλογής: «Το ωραίο είναι απόγονος του φυσικού» (σελ. 125).
Ο Κώστας Μαυρουδής αποδεικνύεται ότι διαθέτει μια διεισδυτικότατη κριτική ματιά, και ότι συνεχίζει επάξια την τέχνη των αποφθεγματολόγων εκείνων των περασμένων αιώνων, όπως ο Πασκάλ, ο Λεοπάρντι, ο Νίτσε, κ. ά. που διέθεταν αυτή την καταπληκτική ικανότητα του λακωνίζειν, τη συνθετική δύναμη να περικλείουν σε σύντομες φράσεις πλατιά νοήματα.
Post a Comment