Book review, movie criticism

Sunday, August 8, 2010

Βασίλης Ιωακείμ, Αμήχανος κληρονόμος

Τον Βασίλη Ιωακείμ τον γνώρισα σε ένα δείπνο, στο σπίτι του Ανδρέα Μήτσου. Από τότε είχαμε μια χαλαρή σχέση. Τον είχα επισκεφτεί κάποιες φορές σπίτι του, το ίδιο και αυτός. Μια φορά φάγαμε μαρίδα στο Λαύριο, κοντά στο εξοχικό του. Μετά, αντιμετωπίζοντας κάθε ένας τα δικά του προβλήματα, χαθήκαμε. Στο forum του Λέξημα πληροφορήθηκα με θλίψη το θάνατό του. Έχω γράψει τρεις βιβλιοκριτικές για εκδομένα έργα του (μόνο η μια δημοσιεύτηκε) και μία για ένα ανέκδοτο, που το διάβασα σε χειρόγραφο. Μάταια περίμενα μήνυμα του συγγραφέα ότι δημοσιεύτηκε, για να στείλω και εγώ την βιβλιοκριτική για δημοσίευση. Την έχω με δυο διαφορετικούς τίτλους. Ψάχνοντας στο google είδα ότι δημοσιεύτηκε στο Διαπολιτισμό απόσπασμα με τίτλο «Τηλέμαχος». Παραθέτω τη διεύθυνση.
http://www.diapolitismos.gr/epilogi/viewkeimeno.php?id_atomo=32&id_keimeno=400

Κάτω από τη δημοσιευμένη κριτική μου θεώρησα καλό να παραθέσω και τις δυο ανέκδοτες, και αμέσως από κάτω τη βιβλιοκριτική για το ανέκδοτο βιβλίο του.
Βασίλη, ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει.

Βασίλης Ιωακείμ, Αμήχανος κληρονόμος, Νεφέλη, σελ. 146

Δημοσιεύτηκε στη Φωνή της Πεντέλης, Απρίλης 2000

Ο Βασίλης Ιωακείμ αποτελεί μια ιδιόρρυθμη, ξεχωριστή φωνή στα ελληνικά γράμματα, με ένα εντελώς προσωπικό ύφος. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι η χρήση των εκφραστικών τρόπων του παραμυθιού, πράγμα που επισημάναμε και στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Ο τάφος του Έλληνα». Και ενώ εκεί ο μύθος χανόταν κάτω από το ύφος, εδώ αναδεικνύεται, έχοντας και αυτός τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού. Συχνά φαντάζει ως αλληγορία, αλλού ως παραμυθοποίηση της πραγματικότητας (πολύ χαρακτηριστικό το διήγημα Ισιδώρα Ντάνκαν), και αλλού ως ρεαλιστική αφήγηση στην οποία εμφιλοχωρεί το γκροτέσκο, σε στυλ Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Όμως εξακολουθεί να ελλείπει ή να υπολειτουργεί το σασπένς, πράγμα που δείχνει ότι ο Ιωακείμ ενδιαφέρεται περισσότερο για σουρεαλιστικές αρχετυπικές εικόνες και τη σύνθεσή τους παρά για την πρόκληση αναγνωστικού ενδιαφέροντος μέσω του στόρυ.
Κυρίαρχο μοτίβο είναι αυτό του ξενιτεμού και της επιστροφής, που στέκει μετωνυμικά για την ίδια τη ζωή: αποχωρισμός από τη μήτρα και επιστροφή στη νεκρική γαλήνη της. Αυτή η νοσταλγία, δηλαδή πόνος για την επιστροφή που λαχταρούμε, ίσως να μην είναι παρά μια μορφή του ενστίκτου του θανάτου για το οποίο μιλάει η ψυχανάλυση.
Η αρχετυπική μήτρα της αναχώρησης στη σύγχρονη Ελλάδα είναι το χωριό. Από εδώ ξεκινάει ο ήρωας. Δεν παίρνει όμως το τρένο για τη Γερμανία, αλλά το πλοίο. Μήπως γιατί ο τέως ναυτικός συγγραφέας κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφείται έτσι; Μήπως γιατί ο αρχετυπικός Οδυσσέας ξενιτεύτηκε με πλοίο; Ή μήπως γιατί το πλοίο διασχίζει ένα τεράστιο αμνιακό υγρό, εμπεριέχοντας έτσι η φυγή τον τόπο της αναχώρησης; (όλα τα χωριά των ηρώων βλέπουν προς θάλασσα ή λίμνη).
Είναι η πιο πιθανή εκδοχή. «Να περπατήσω πάνω της δεν έχω ακόμη εκπαιδευτεί. Πρέπει να ανέβω στο καράβι που περιμένει στην αποβάθρα» (σελ. 103) λέει ο ήρωας στο «Ταξίδι». Θα μπορούσε να πει ότι δεν έχει τη δύναμη να κολυμπήσει μέχρι τους τόπους του προορισμού.
Νομίζουμε ότι τα καλοκαιρινά μπάνια είναι μόνο για να δροσιζόμαστε. Στην πραγματικότητα είναι μια υποκατάστατη επαφή με το αμνιακό υγρό της μήτρας. Δεν είναι η μηχανική ενέργεια του δροσερού νερού που χαλαρώνει τα νεύρα. Είναι η ανάμνηση μιας όμοιας αίσθησης στη μήτρα.
Όπου και να ταξιδέψει, το γενέθλιο χωριό πληγώνει τον ήρωα, και συνεκδοχικά τον συγγραφέα. Αυτοβιογραφικά, θα φτιάξει εκεί ένα θέατρο για να γίνονται τα καλοκαίρια πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι σύντομες επιστροφές είναι ένα υποκατάστατο για τη μεγάλη, λαχταρούμενη επιστροφή.
«Όμως τώρα στο νου μου γυρνάει η επιστροφή στο χωριό» (σελ. 112) Πόσα τέτοια «τώρα» υπάρχουν στη ζωή των ηρώων του, με το χωριό να γυρνάει σαν λάιτ μοτίφ στη σκέψη τους;
Εντούτοις, πέρα από την αναχώρηση του ξενιτεμού υπάρχει η αιώνια αναχώρηση, η αναχώρηση στην οποία δεν υπάρχει επιστροφή: «ένα παράπονο έχω ρε φίλε... που... δεν ξέρω τι θα γίνεται το χωριό σε χίλια, σε δυο χιλιάδες χρόνια» (σελ. 119).
Το ύφος του παραμυθιού που έχουν τα διηγήματα του Βασίλη Ιωακείμ δεν αποτελεί ίσως παρά μια υποκατάστατη επιστροφή, μια αναδρομή στην παιδική ηλικία με την παραμυθική μαγεία της. Η επιστροφή στο χώρο είναι πάντα δυνατή, όχι όμως στο χρόνο, που μόνο υποκατάστατες μορφές μπορεί να δώσουν την ψευδαίσθηση μιας τέτοιας επιστροφής. Εύστοχα λοιπόν θα χαρακτηρίζαμε τη λογοτεχνία του Βασίλη Ιωακείμ ως λογοτεχνία της επιστροφής.

Bασίλης Ιωακείμ, ο τάφος του Έλληνα, τα τραμάκια 1995, σελ.100

Ένας ποιητικός, αλληγορικός, μαγικός ρεαλισμός διακρίνει τα
διηγήματα της συλλογής αυτής του Βασίλη Ιωακείμ. Ο μύθος
υποχωρεί μπροστά στον εκμυστηρευτικό τόνο της αφήγησης, η
οποία συνδέει γεγονότα και επεισόδια σχεδόν συνειρμικά.
Το νερό κυριαρχεί σαν φετίχ σε πολλά από τα διηγήματα του
θαλασσινού αυτού διηγηματογράφου, ενώ στη γλώσσα του
εμφανίζονται συχνά εκφραστικοί τρόποι του παραμυθιού. Ο χώρος
εξάλλου της μυθοπλασίας του είναι αυτός της ελληνικής
υπαίθρου. Ύφος και μύθος δίνουν μια υποβλητική μαγεία στην
ιδιόρρυθμη αυτή φωνή.

Βασίλης Ιωακείμ, «Αιγαίο», Μεταίχμιο 2002

O Βασίλης Ιωακείμ είναι ένας πεζογράφος της θάλασσας. Δούλεψε χρόνια ασυρματιστής, και την ξέρει καλά. Με το τελευταίο έργο του «Αιγαίο», ένα οδοιπορικό στα αιγαιικά νησιά, αναδεικνύεται σε έναν Ελύτη της πεζογραφίας.
Όμως μόνο όσον αφορά τη θεματική. Ο Ελύτης βλέπει ένα αιγαίο μαγευτικό, σχεδόν αμόλυντο από την ανθρώπινη παρουσία, ειδυλλιακό, παραδεισιακό. Ο Ιωακείμ, παρά τον θαυμασμό που αισθάνεται γι αυτό, το απομυθοποιεί αλύπητα. Η άλωση του τουρισμού, ο νεοπλουτισμός, η εμπορευματοποίηση των πανηγυριών, οι μικροκομπίνες (όπως το να κτίζουν εκκλησάκια για να φτιάχνουν σπίτια εκτός σχεδίου) αντιμετωπίζονται με σαρκασμό, αλλά και με κατανόηση. Με μια αίσθηση αυτοσυνείδησης γράφει στο τέλος «Το πρόβλημα είναι με μένα… πρέπει να πείσω τη διεστραμμένη μου φύση να σταματήσει να βλέπει όλους τους τόπους και τους ανθρώπους κριτικά και συγκριτικά. Πρέπει να προσπαθήσω να ταξιδέψω ξανά στα παραμύθια. Στον κάμπο με τα παραμύθια. Εύκολο;».
Με τα λόγια αυτά δίνει και το υφολογικό στίγμα της πεζογραφίας του. Λιτό και λαγαρό σαν του παραμυθιού, καταφεύγει συχνά σ’ αυτό, όχι μόνο ως αλληγορία (όπως σε μια δική του παραλλαγή του «γεφυριού της Άρτας», με τη Μέλπω Αξιώτη στη θέση της γυναίκας του πρωτομάστορα, για να αναδείξει την ποιήτρια και να σαρκάσει τις αντιζηλίες του λογοτεχνικού χώρου), αλλά και για την ίδια τη μαγεία της παραμυθιακής αφήγησης. Οι παραμυθιακές αναφορές του εξάλλου συμπλέκονται με τις μυθολογικές, που περιβάλλουν τα νησιά του Αιγαίου και την ιστορία τους.
Ο Ιωακείμ είναι ένας λυρικός πεζογράφος, και ο πεζός λόγος του όχι μόνο είναι διάστικτος με διακειμενικές ποιητικές αναφορές, τόσο λόγιες όσο και του δημοτικού μας τραγουδιού, αλλά διαθέτει επίσης μια μουσικότητα, ένα ποιητικό ρυθμό και ένα μέτρο, συχνά ιαμβικό, που καμιά φορά φτάνει σε κανονικό δεκαπεντασύλλαβο: «τρανή γιορτή του κάνουνε, μεγάλο πανηγύρι» (σελ. 26), «Μικρός ο λόγος να τον πεις, μεγάλος να τον κάνεις/ πράξη» (σελ. 13). «Να προσπαθούνε να σε μιμηθούνε οι γλάροι, οι βάρκες να κουνιούνται στο ρυθμό σου /κι ένα καράβι στ’ ανοιχτά ν’ αλλάζει την πορεία/ του και οι ναύτες στο κατάστρωμα να σου χτυπάνε παλαμάκια καθισμένοι σταυροπόδι» (σελ. 12)
Μπορεί ο ίαμβος να είναι κυρίαρχος, υπάρχουν όμως και άλλα μέτρα, όπως τροχαίος, στις τρεις τελευταίες λέξεις του παραπάνω αποσπάσματος, ο δάκτυλος («όταν ο φόβος τρυπώνει στην/ ψυχή», σελ. 13) και ο ανάπαιστος («Η καρδιά μου γλυκιά ταραχή», σελ. 19). Παρεμπιπτόντως, μια ανάλογη αίσθηση του ρυθμού της δημοτικής ποιητικής μας παράδοσης έχουμε ανιχνεύσει και στην ποίηση του Μανώλη Πρατικάκη, έντονη και στην τελευταία του ποιητική συλλογή, «Το νερό», που και αυτός κατατρύχεται από τα ειδυλλιακά τοπία της ελληνικής επαρχίας, και συγκεκριμένα της γενέθλιας κρητικής γης.
Το οδοιπορικό, η περιπλάνηση, συχνά δεν είναι παρά η παραλλαγή του μοτίβου της φυγής, που είναι κυρίαρχο σε αρκετά έργα της σύγχρονης πεζογραφίας μας: «Όλοι, όλοι θέλουν να φύγουν. Να φύγουν μακριά» (σελ. 12), γράφει χαρακτηριστικά. Και χρησιμοποιώντας τη μεταφορά - παραβολή μιας καρδερίνας, που θέλησε να ταξιδέψει σ’ άλλους κόσμους και τσακίστηκε τελικά στο κατάστρωμα ενός καραβιού, εικονογραφεί το τελικό αδιέξοδο της φυγής: «Τη βρήκε ο ναύτης. Ζεστή ακόμη μου την έφερε στον ασύρματο. Κι είχαν μια θλίψη τα μάτια του. Μια θέρμη στην παλάμη κι ένας κόμπος στο λαιμό» (σελ. 15). «Είπες θα πάω σ’ άλλη γη, θα πάω σ’ άλλες θάλασσες», μας έχει θυμίσει και ο Καβάφης.
«Θέλω να κλάψω απ’ την κορφή της Καλντέρας στη Σαντορίνη. Δεν αντέχεται τόση ομορφιά. Μια ομορφιά που βγήκε από μια έκρηξη, ένα ηφαίστειο…Η ομορφιά είναι μια τυραννία, παντοτινή τυραννία.
Χαρμολύπη. Πλαντάζω. Λέξεις που δείχνουν τον πόνο της ψυχής μπροστά στην ομορφιά.» (σελ. 25).
Ο πόνος της ψυχής μπροστά στην ομορφιά επεκτείνεται και στη γυναικεία ομορφιά, που στην ιδανική της μορφή, στη μορφή της Κόρης, είναι απρόσιτη. «Την Κόρη δεν προσπαθείς να την κατακτήσεις. Τη λατρεύεις, τη θαυμάζεις, της υποκλίνεσαι» (σελ. 82). Ο συγγραφέας αναζητάει σ’ όλο το νησί την Κόρη για την οποία διάβασε σε ένα τετράδιο ημερολογίου που βρήκε κάτω από το στρώμα του κρεβατιού του στο δωμάτιο που έμενε.
Ο Ιωακείμ αποτελεί μια ιδιότυπη, και γι αυτό πολύτιμη, φωνή στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Υμνεί λυρικά τα θαλασσινά του τοπία ενώ παράλληλα τα ωραιοποιεί μυθοποιώντας τα, δίνοντάς τους έτσι και μια διάσταση χρονικότητας. Μ’ αυτό τον τρόπο δίνει ταυτόχρονα μια υφολογική ποικιλία στα κείμενά του, με τις μικρές αφηγηματικές νησίδες των παραμυθιών του. Τα παραμύθια αυτά, με τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας που τα συνοδεύει, αποτελούν μεταφορά της νοσταλγίας ενός αμόλυντου θαλασσινού τοπίου που διαφυλάσσουν πια μόνο στις μνήμες τους οι παλιοί ναυτικοί. Και δεν είναι τυχαίο που το έργο αυτό, το καλύτερο κατά τη γνώμη μας μέχρι τώρα δείγμα της πεζογραφίας του, τελειώνει με ένα τέτοιο παραμύθι.

B(ασίλε)ιος Θαλασσινός
Ή Βίος και Πολιτεία του Βασίλη Θαλασσινού

Τηλέμαχος

Ο Βασίλης Ιωακείμ με το τελευταίο του βιβλίο μεταπηδάει από το χώρο του διηγήματος στο χώρο του μυθιστορήματος, πορεία που έχουν ακολουθήσει πάρα πολλοί συγγραφείς. Όπως και στα διηγήματά του, ο μύθος είναι σχεδόν προσχηματικός, αποτελώντας το στημόνι μιας αφήγησης που απαρτίζεται από αναμνήσεις, σκέψεις, εκτιμήσεις, σχόλια, τα οποία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους. Ο ασυρματιστής συγγραφέας ταξιδεύει, μετά η ανεργία που πλήττει τον κλάδο τον παροπλίζει, βολεύεται σε μια δημοσιοϋπαλληλική θέση, όμως το όνειρό του είναι να ξαναμπαρκάρει, όνειρο που δραματικά συνειδητοποιεί στο τέλος ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί.
Και ενώ στο προηγούμενο έργο του Ιωακείμ «Αμήχανος κληρονόμος» φαίνεται η λαχτάρα της επιστροφής, εδώ βλέπουμε τη λαχτάρα της επανεπιστροφής στην αναχώρηση, τη λαχτάρα του ταξιδιού. Και ο Οδυσσέας, τον οποίο συχνά ανακαλεί διακειμενικά ο συγγραφέας, ακόμη και με τον τίτλο του έργου, δεν κάθισε για πολύ στην Ιθάκη, τον έτρωγε η λαχτάρα για ταξίδια. Όμως τα νέα αυτά ταξίδια δεν τα έγραψε ο Όμηρος, αλλά ο Καζαντζάκης.
Ο αφηγηματικός ιστός είναι αυτοβιογραφικός, όπως προφανώς και αρκετά επεισόδια της αφήγησης. Εν τούτοις ο ρεαλισμός της αυτοβιογραφίας υπερβαίνεται συνεχώς με ονειρικές εικόνες ενός μαγικού ρεαλισμού, όπως οι επτά γοργόνες που δημιουργούνται από το σπέρμα που εκσφενδονίζει στη θάλασσα ο συγγραφέας από τη γέφυρα του πλοίου.
Οι ονειρικές αυτές εικόνες όμως συχνά δεν αυτοπεριορίζονται στην μαγεία ενός εικαστικού σουρεαλισμού. Είναι συνδεδεμένες σε πιο ευρείες αφηγήσεις που αντλούν στοιχεία από το λαϊκό παραμύθι, το οποίο συνεχώς ανακαλείται και με το οποίο ακατάπαυστα συμφύρονται.
Εν τούτοις το παραμύθι υπονομεύεται και αποδομείται τόσο υφολογικά, με τη χρήση λέξεων και φράσεων ενός λαϊκότροπου ρεαλισμού, όσο και δομικά, με την παραλλαγή του. Είναι χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη το παραμύθι «Η ωραία και το τέρας», όπου το κλασικό παραμύθι, εγκιβωτισμένο διακειμενικά, είναι το όχημα της ειρωνικής κατάληξής του. Η κοπέλα μάταια περιμένει το τέρας να μεταμορφωθεί στο όμορφο πριγκηπόπουλο, είναι πραγματικό τέρας. Ο συγγραφέας σαρκάζει έτσι το γενικότερο μοτίβο της σταχτοπούτας, που κυριαρχεί στη σύγχρονη λαϊκή αφήγηση, από το κινηματογραφικό «Pretty Woman» μέχρι ένα σωρό άλλα λατινοαμερικάνικα σήριαλ. Ας μη ξεχνάμε βέβαια και τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60. Γενικά, το σατιρικό στοιχείο είναι διάσπαρτο σε όλο το έργο, συχνά καλυμμένο με τη μορφή μιας αυτοειρωνείας.
Ο Ιωακείμ δεν ανατρέχει όμως μόνο στο παραμύθι, αλλά και στην αρχαία ελληνική μυθολογία, υποδηλώνοντας έτσι την πολιτιστική συνέχεια στον ελλαδικό χώρο. Ο ίδιος ο αφηγητής θεωρεί τον Οδυσσέα ως προπάππου του σε βάθος 70 γενεών, αντλεί δε τα επιχειρήματά του από το γεγονός ότι ο Οδυσσέας, όταν άφησε την εξουσία στον Τηλέμαχο, αποσύρθηκε στην Αιτολοακαρνανία, απ’ όπου κατάγεται ο συγγραφέας.
Ο Βασίλης Ιωακείμ έχει μια μουσική αίσθηση της γλώσσας, που φαίνεται και στα προηγούμενα έργα του. Όμως για πρώτη φορά η μουσική αυτή αίσθηση ωθείται στα άκρα, προκειμένου να συναντήσει την θεματική του: το έργο είναι κατάσπαρτο με κανονικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, σε ορισμένα σημεία δε ιδιαίτερα πυκνό, όπως στο κεφάλαιο κ (;). Είναι και αυτό ένα από τα στοιχεία του μεταμοντερνισμού του, η αναδρομή στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, θεματικά και υφολογικά.
Παρεμπιπτόντως, παρόμοιους δεκαπεντασύλλαβους συναντήσαμε και μέσα στον ελεύθερο στίχο της ποίησης του Μανώλη Πρατικάκη, ο οποίος διακρίνεται επίσης για μια παρόμοια εμμονή στις ρίζες της παράδοσής μας, και ιδιαίτερα στο Σολωμό. Τον αναφέρουμε, μια και κάνει μια αναφορά στο όνομά του ο συγγραφέας στο τέλος του έργου, καθώς και σε άλλους λογοτέχνες, σαν παράδειγμα ματαίωσης του θαλασσινού ονείρου.
Το πολιτικό σχόλιο που υπάρχει σε ορισμένα σημεία μπορεί να είναι καίριο, όμως φοβάμαι πως υποβαθμίζει το έργο δίνοντάς του μια δημοσιογραφική διάσταση. Υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο της πολιτικής διαφωνίας με τον αναγνώστη. Συχνά όμως αποτελεί ένα εφαλτήριο για τη δική του μυθοπλασία, όπως στο τμήμα για τα αίτια και τις αφορμές.
Ο Βασίλης Ιωακείμ, όπως έχει επισημάνει η κριτική, αποτελεί μια ιδιότυπη μορφή στα ελληνικά γράμματα, με ένα εντελώς προσωπικό ύφος, που οδεύοντας προς την ωριμότητά του, μας αποκαλύπτει και τις υψηλές δυνατότητες που έχει η γραφίδα του.
Post a Comment