Book review, movie criticism

Tuesday, August 31, 2010

Μάρω Βαμβουνάκη, Ο Ντάνκαν γυρεύει τον Θεό

Μάρω Βαμβουνάκη, Ο Ντάνκαν γυρεύει τον Θεό, Φιλιππότη 2001

Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2002

Με το τελευταίο της βιβλίο η Μάρω Βαμβουνάκη κάνει μια αποφασιστική στροφή στη θεματική των μυθιστορημάτων της, αν και μας είχε βέβαια προϊδεάσει γι αυτή. Ο έρωτας παύει, όχι απλά να πρωταγωνιστεί, αλλά να υπάρχει καν. Στη θέση του μπαίνει η θρησκευτική, μυστικιστική εμπειρία της σωτηρίας.
Ο ήρωας, διάσημος τραγουδιστής της ποπ, βρίσκεται σε βαθιά κατάθλιψη, νιώθοντας ένοχος για την αυτοκτονία της γυναίκας του, όταν την έδιωξε. Ποτό και γυναίκες δεν φαίνονται να τον ανακουφίζουν.
Ξαφνικά αρχίζει να δέχεται e-mail από έναν άγνωστο έλληνα, με αποσπάσματα από ρήσεις μοναχών. Ακυρώνει ένα σημαντικό συμβόλαιο για την Αυστραλία, και ξεκινάει για ένα οδοιπορικό, ή μάλλον ένα προσκύνημα για την Ελλάδα, με προορισμό τη μονή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, κοντά στα Γιάννενα. Περνά από το Μεσολόγγι, του οποίου η έξοδος τίθεται ως αλληγορία της δικής του εξόδου από τη φυλακή στην οποία είχε αυτοεγκλειστεί. Ζει την κατάσταση communitas, για την οποία μίλησε ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Victor Turner, το αίσθημα δηλαδή της οικειότητας και της αδελφοσύνης με απλούς, λαϊκούς ανθρώπους, χωρίς να κουβαλάει τον μανδύα της διασημότητάς του. Περνάει την εξαγνιστική εμπειρία, οιονεί διαβατήριας τελετουργίας, ενός δυνατού κρυολογήματος, ίσως πνευμονίας, που τον καθηλώνει στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Αναρρώνει και κατευθύνεται στο μοναστήρι, όπου θα συναντήσει τον γέροντα μοναχό που του έστελνε τα e-mail, ένα στάρετς κατά το ντοστογιεφσκικό πρότυπο.
Παρά την αναγνωρίσιμη γραφή της Μάρως Βαμβουνάκη και σ’ αυτή την καινούρια θεματική, διακρίνουμε κάποιες διαφορές. Ο δοκιμιακός της λόγος, με οξυδερκείς, συχνά αποφθεγματικές, διατυπώσεις, ο οποίος κυριαρχεί καταλυτικά στα προηγούμενα έργα της, εδώ υποχωρεί, προσεγγίζοντας μια ισόρροπη σχέση με την αφήγηση και την περιγραφή. Η Βαμβουνάκη αφηγείται το οδοιπορικό του ήρωά της και περιγράφει χώρους και πρόσωπα που συναντά.
Το έργο είναι διάστικτο με τα θρησκευτικά αποσπάσματα που αναφέραμε, σε βαθμό που υποψιαζόμαστε ότι ο αφηγηματικός καμβάς του έργου είναι το πρόσχημα για την παράθεσή τους. Επειδή δεν συμμεριζόμαστε τις μεταφυσικές και θρησκευτικές ανησυχίες της συγγραφέως, ας μας επιτρέψει να θεωρήσουμε ανώτερα σε διαπιστώσεις δικά της δοκιμιακά αποσπάσματα, όπως:
«Περπατάς στον δρόμο και μέσα στο άλογο πλήθος, μέσα στη φασαρία και την ανωνυμία την καταθλιπτική, πέφτει η ματιά σου σ’ ένα περαστικό πρόσωπο, σε μιαν έκφραση, σ’ ένα βλέμμα, και αισθάνεσαι σαν αστραπή πως αξίζει που υπάρχεις. Σαν ελπίδα και νύξη αόριστη. Κι ας σε προσπερνάει» (σελ. 56).
«Από πόθο ζωής σκοτώνει τον εαυτό του κανείς. Όποιος δεν σέβεται τη ζωή, αρπάζεται από πάνω της σαν τον τσιφούτη απ’ το πουγκί του. Το μέγεθος της σαγήνης πάντα η σταγόνα της οδύνης μέσα της το ορίζει. Όπως το μέγεθος της πίστης η σταγόνα της αμφιβολίας. Η αμιγής χαρά δεν είναι χαρά. Ο αμιγής πόνος δεν είναι πόνος. Ο υπαινιγμός είναι ο φιλεύσπλαχνος τρόπος της αποκάλυψης. Δεν υποφέρεται αλλιώς η αλήθεια» (σελ. 42).
Το παρακάτω απόφθεγμα είναι από τα ωραιότερα που έχω συναντήσει ποτέ:
«Ηρωισμός, η πιο κοινή παρενέργεια της δειλίας» (σελ. 21)
Και ο έρωτας, ενώ έχει εξοβελιστεί, όπως είπαμε, εντελώς από την πλοκή, όπου δεν εμφανίζεται καμιά γυναίκα, παρά μόνο, ως αναδρομή, η νεκρή γυναίκα του Ντάνκαν, δεν έχει εξοβελιστεί από τα δοκιμιακά σχόλια. Το παρακάτω απόσπασμα δίνει το στίγμα όλου του προηγούμενου έργου της:
«Λένε πως κάθε σημαντική σχέση χρειάζεται την τέχνη των αποστάσεων. Από τη στιγμή που η προσέγγιση αφήνεται στην αταξία της ανεξέλεγκτης ματαιοδοξίας, οι λεπτές ισορροπίες της κλυδωνίζονται πάνω σε χάος. Ο έρωτας, λένε, ζει την ανυψωτική του ουσία μονάχα από μακριά. Δεν γίνεται κανείς να αποφύγει την αβάσταχτη έλξη του φιλιού, το χάδι. Όμως από τη στιγμή που τα χείλη του φιλιού αγγίζονται, μέσα στην ίδια την ευδαιμονία της έκστασης ξεκινά να βαδίζει κι ο ύποπτος βηματισμός της φθοράς» (σελ. 45).
Για τη Βαμβουνάκη, η πεμπτουσία του έρωτα μόνο φαντασιακά μπορεί να βιωθεί, ως πλατωνική ιδέα, ενώ κάθε υλοποίησή της ενέχει την απογοήτευση της σταδιακής φθοράς.
Η ποιότητα της γραφής δεν εγγυάται από μόνη της την αναγνωστική ανταπόκριση. Αναρωτιέμαι πόσες από τις αναγνώστριες της συγγραφέως, νεαρές και μη, που βλέπουν στα έργα της πλευρές του εαυτού τους, πτυχές των σχέσεών τους με ερωτικούς συντρόφους, καταστάσεις που έχουν βιώσει, θα νιώσουν να τους έλκει αυτό το θρησκευτικό βίωμα που περιγράφεται εδώ. Όμως, είναι αλήθεια, δεν γράφουμε για τους αναγνώστες, γράφουμε για μας, για τη λυτρωτική εμπειρία που μας προσφέρει το γράψιμο. Μόνο όταν γράφουμε για τους εαυτούς μας μπορούμε και γράφουμε καλά.
Post a Comment