Book review, movie criticism

Wednesday, August 11, 2010

Ζιλμπέρ Σινουέ, Ο συνταγματάρχης και το παιδί-βασιλιάς

Ζιλμπέρ Σινουέ, Ο συνταγματάρχης και το παιδί-βασιλιάς, μετ. Βασιλική Κοκκίνου, Ψυχογιός 2008, σελ. 400

Υπάρχει στο εξώφυλλο η φωτογραφία τους: Αναγνώρισα τον συνταγματάρχη. Είναι ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσσερ. Το παιδί-βασιλιάς με το φέσι στο κεφάλι δεν μπορεί να είναι άλλος από τον βασιλιά της Αιγύπτου, τον Φαρούκ. Σε πολύ νεαρή ηλικία, ίσως τότε που ανέβηκε στο θρόνο, όταν ήταν 16 ετών. Γιατί μετά άρχισε να παίρνει κιλά. Πολλά κιλά. Έφτασε τα 140 κιλά. Με τόσα κιλά το προσδόκιμο ζωής δεν μπορεί να είναι πάρα πολύ μεγάλο. Η υπέρταση είναι ένα πρόβλημα υγείας που ακολουθεί με μαθηματική ακρίβεια την παχυσαρκία. Πέθανε στα 45 του. Εξόριστος. Όχι τόσο από τη στενοχώρια του που έχασε το θρόνο του, όσο από τα προβλήματα που του δημιούργησε αυτή η παχυσαρκία.
Βίοι παράλληλοι. Γεννήθηκαν την ίδια εποχή, το 1918 ο Νάσερ, το 1920 ο Φαρούκ. Το φτωχόπαιδο ανέτρεψε τον βασιλιά και του πήρε την εξουσία. Τον δισέγγονο του τουρκαλβανού Μωχάμετ Άλι, ενός φωτισμένου ηγέτη, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του οποίου η Αίγυπτος γνώρισε μεγάλη ακμή. Και η Κρήτη, που βρισκόταν τότε κάτω από αιγυπτιακή διοίκηση, κέρδισε από αυτόν τον φωτισμένο ηγεμόνα. Όμως η παρακμή ήλθε πολύ γρήγορα με τους διαδόχους του. Η αποικιοκρατία είχε ξεκινήσει. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις άρχισαν να ροκανίζουν σιγά σιγά τα εδάφη του «μεγάλου ασθενούς», της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Αλγερία ήταν η πρώτη που υπέκυψε, το 1830.
Ο Μοχάμετ Άλι! Που δεν είχε ενδοιασμό να κάνει έναν ουσάρο του Ναπολέοντα αρχιστράτηγο του στρατού του. Αυτός ο ουσάρος παντρεύτηκε μια ελληνίδα «που την είχε απαγάγει από έναν έμπορο της Πελοποννήσου» (σελ. 94). Μια εγγονή του παντρεύτηκε τον βασιλιά Φουάντ, «συνεπώς θα γίνει η μητέρα του Φαρούκ. Μ’ αυτόν τον παράξενο τρόπο το γαλλικό αίμα αναμίχτηκε με εκείνο της παλιάς τουρκικής δυναστείας» (σελ. 94). Ξέχασε να γράψει και το ελληνικό. Καλύτερα.
Ο Ζιλμπέρ Σινουέ γεννήθηκε το 1947 στην Αίγυπτο, από αιγύπτιο πατέρα και γαλλίδα μητέρα. Μια γιαγιά του ήταν ελληνίδα. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η πορφύρα και η ελιά», ιστορικό μυθιστόρημα, τιμήθηκε με το βραβείο Jean d’ heurs. Αποδείχτηκε τελικά δεξιοτέχνης του ιστορικού μυθιστορήματος και της μυθιστορηματικής βιογραφίας. Όμως, από την εργογραφία του, μόνο από τρεις τίτλους μπορέσαμε να καταλάβουμε ποιων τη ζωή πραγματευόταν: «Αβικένας ή ο δρόμος του Ισπαχάν», «Μοχάμεντ Άλι-ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου» και «Ακενατόν-ο καταραμένος θεός». Η «Σταυρωμένη βασίλισσα» ποια να είναι άραγε; Και ποιο το «Αγόρι της Φλάνδρας»;
Ο ξάδελφός μου ο Γιώργης ο Τζανετάκης μου συνέστησε με θέρμη αυτό το βιβλίο. Είναι συναρπαστικό, μου είπε. Το είχε φέρει μαζί του από την Αθήνα. Το δανείστηκα λοιπόν και έκανα κι εγώ την ίδια διαπίστωση: είναι πράγματι συναρπαστικό.
Πέρα από την διαβεβαίωση του Γιώργη είχα και ειδικό ενδιαφέρον για το θέμα. Όχι μόνο γιατί με ενδιαφέρουν τα τεκταινόμενα στον αραβικό κόσμο, αλλά γιατί έζησα συναισθηματικά δραματικές στιγμές της Αιγυπτιακής ιστορίας, όταν ήμουν μαθητής, στην Κρήτη.
Στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στην Ιεράπετρα στη δεκαετία του ’60, δεν πιάναμε ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, ή τους πιάναμε πολύ αμυδρά. Όχι δηλαδή πως τώρα τους πιάνουμε όλους. Το τρίτο πρόγραμμα για παράδειγμα, το μόνο που ακούω, δεν το πιάνουμε. Ευτυχώς που υπάρχει το ίντερνετ και έτσι μπορώ και το ακούω και στην Κρήτη. Στο χωριό μου ακούγαμε τις ειδήσεις από την ελληνική εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού του Καΐρου στις τρεις η ώρα κάθε μεσημέρι. Ήμουν πολύ ενημερωμένος για τα πράγματα της Αιγύπτου εκείνη την εποχή. Θυμάμαι μια εκπομπή με τη θεία Λένα. «Καλημέρα θεία Λένα». «Καλημέρα σας παιδάκια». Μια άλλη ελληνική μουσική εκπομπή άρχιζε με τη μουσική του Θοδωράκη «Ο χορός του Ζορμπά».
Ήμουν στην πέμπτη τάξη όταν έγινε ο πόλεμος των έξι ημερών. Με έθλιψε φυσικά η ήττα των αράβων, όμως για μένα ήταν μια μουσική πανδαισία. Πικάπ ή κασετόφωνο στο σπίτι δεν είχαμε, κλασική μουσική μπορούσα να ακούσω μόνο από το ραδιόφωνο. Και ο σταθμός του Καΐρου μετέδιδε συνέχεια, πένθιμα, κλασική μουσική. Ήταν τότε περίοδος εξετάσεων. Δεν διάβαζα καθόλου, καθόμουν και άκουγα συνέχεια κλασική μουσική. Έγραψα χάλια, αλλά δεν το μετάνιωσα. Ευτυχώς που δεν ήμουν στην έκτη τάξη, να έχω τις εξετάσεις για το λεγόμενο τότε «ακαδημαϊκό απολυτήριο».
Με τον ραδιοφωνικό σταθμό του Καΐρου έκανα εξάσκηση και στα αγγλικά μου. Παρακολουθούσα τακτικά τις αγγλικές εκπομπές.
Και όχι μόνο. Άκουσα αρκετές ομιλίες του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, που μεταφράζονταν ταυτόχρονα στα αγγλικά.
Να σχολιάσω τώρα κάποια πράγματα από το βιβλίο:
Από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Καΐρου είχα ακούσει τότε ότι ο στρατάρχης Αμπντέλ Χακίμ Άμερ, μετά την ταπεινωτική ήττα, αυτοκτόνησε. Είχα την εντύπωση ότι αυτοκτόνησε από ευθιξία, όντας ο κύριος υπεύθυνος της ήττας. Στο βιβλίο διάβασα ότι τα πράγματα δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι. Παραμερίστηκε από τα αξιώματά του, και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τα επανακτήσει. Περιστοιχιζόταν από μια φρουρά πραιτοριανών. Κατάφεραν και τον εξουδετέρωσαν, θέτοντάς τον σε κατ’ οίκον περιορισμό. Και τελικά, όπως γράφει ο Σινουέ, κανείς δεν πιστεύει ότι η αυτοκτονία ήταν όντως αυτοκτονία.
Αντιγράφω:
«Ο αιγυπτιακός λαός είναι φτιαγμένος από υπομονή… όλα θα πάνε καλύτερα. Μην ξεχνάς ποτέ: Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Μαμελούκοι, Τούρκοι, Γάλλοι, Άγγλοι… Σε όλους αυτούς δόθηκε το σήμα της υποχώρησης, αλλά εμείς εξακολουθούμε να είμαστε εδώ» (σελ. 11).
Ποιος αιγυπτιακός λαός; Αυτός που έφτιαξε τις πυραμίδες;
Και θυμάμαι ένα συνέδριο στο Κάιρο, πριν δέκα χρόνια. Μας είχαν πάει να δούμε μια «παράσταση» για τις πυραμίδες. Ήταν κάτι σαν θερινός κινηματογράφος, μπροστά μας μια οθόνη, και πίσω οι πυραμίδες. Στην οθόνη παρουσιάζονταν εικόνες σχετικές με τις πυραμίδες και την αιγυπτιακή ιστορία. Κάποια στιγμή ο σχολιαστής λέει κάτι ανάλογο με τα παραπάνω: Οι Πέρσες ήλθαν και έφυγαν, οι Έλληνες ήλθαν και έφυγαν, οι Ρωμαίοι ήλθαν και έφυγαν, οι Τούρκοι ήλθαν και έφυγαν, οι Γάλλοι ήλθαν και έφυγαν, οι Άγγλοι ήλθαν και έφυγαν, όμως οι πυραμίδες είναι πάντα εδώ.
Αυτό που ξέχασε να πει είναι ότι οι Άραβες ήλθαν αλλά δεν έφυγαν. Και όχι μόνο δεν έφυγαν, αλλά κατάφεραν να αφομοιώσουν τους Αιγύπτιους που έκτισαν τις πυραμίδες. Τόσους αιώνες ελληνικής και ρωμαϊκής κατάκτησης και δεν έχασαν τη γλώσσα τους. Όμως με τους Άραβες, ήδη τον ενδέκατο αιώνα, δηλαδή μετά από τέσσερις ήμισυ μόλις αιώνες αραβικής κατάκτησης η αιγυπτιακή γλώσσα έπαψε να μιλιέται. Αν κάποιοι απόγονοι των αρχαίων αιγυπτίων διατήρησαν ένα στοιχείο ταυτότητας αυτό οφείλεται στην χριστιανική θρησκεία. Είναι οι λεγόμενοι Κόπτες, που κατά τον Σινουέ ανέρχονται σήμερα σε περίπου οκτώ χιλιάδες. Μάλιστα για αυτή την καταγωγή διαβάζουμε το εξής εκπληκτικό: «…οι Νούβιοι, όπως οι Κόπτες, αντίθετα από τους εξαραβισθέντες Αιγυπτίους, έχουν διατηρήσει εκπληκτική ομοιότητα με τους αρχαίους Αιγυπτίους. Θαρρείς και βγήκαν από πρόστυπο» (ανάγλυφη παράσταση της οποίας οι μορφές εξέχουν ελαφρώς από την υπόλοιπη επιφάνεια, σελ. 93).
Αξίζει όμως να διαβάσουμε όλο το ιστορικό των Κοπτών, όπως το παραθέτει ο Σινουέ.
«Έχοντας χάσει σιγά σιγά τη μητρική τους γλώσσα, εκτός από τη λειτουργία, εξαιτίας της αραβοποίησης της χώρας, οι Κόπτες πλήρωναν – όπως οι εβραίοι στην Ιβηρική χερσόνησο-έναν ειδικό φόρο, τον τζίζια, και δεν είχαν πλέον δικαίωμα να φέρουν όπλα ή να ιππεύουν. Το αποκορύφωμα του παραλογισμού: τους απαγόρεψαν να διδάσκονται τα αραβικά ‘την ιερή γλώσσα του Ισλάμ’. Στα μέσα του 19ου αιώνα υπήρξε σε όλα αυτά μια ανάπαυλα υπό την βασιλεία του Μοχάμετ Άλι, ο οποίος άνοιξε στους Κόπτες τις πύλες των στρατώνων, κατήργησε τον ταπεινωτικό φόρο τζίζια και συμπεριέλαβε πολλούς απ’ αυτούς στην κυβέρνησή του. Μια ανάπαυλα που δεν κράτησε πολύ. Σήμερα, μέσα στην αδιαφορία του κόσμου, δεν είναι παρά ένα πολιορκημένο οχυρό, στόχοι επιθέσεων, δολοφονιών και καταπιεστικών μέτρων» (σελ. 129-130)
Διαβάζουμε επίσης ότι ο Νάσερ, σε μια μαθητική παράσταση, έπαιξε το ρόλο του Ιούλιου Καίσαρα. «Λέγεται ότι εκείνη την ημέρα ο πατέρας του, βλέποντάς τον να πέφτει κάτω από το μαχαίρι του Βρούτου, λίγο έλειψε να σπεύσει σε βοήθειά του» (σελ. 36).
Ο απόλυτος ιλουζιονισμός στο θέατρο, η ψευδαίσθηση δηλαδή ότι αυτά που συμβαίνουν στη σκηνή είναι πραγματικότητα, της οποίας κάθε ίχνος ήθελε να διαλύσει ο Μπρεχτ. Διάβασα κάπου ότι σε παραστάσεις καραγκιόζη στην επαρχία, κάποιοι θεατές περίμεναν στο τέλος της παράστασης να ξυλοφορτώσουν τον Βεληγκέκα. Έχω διαβάσει και για άλλα σχετικά επεισόδια που τα έχω ξεχάσει.
Δεν αναρωτήθηκα ποτέ πώς φτιάχτηκε η κρέμα σαντιγί, σκασίλα μου, σκασίλα και σε σας φαντάζομαι, όμως μια και το βρήκαμε εδώ, ας το αντιγράψουμε.
«Διηγούνται ότι κατά τη διάρκεια ενός γεύματος στον πύργο του Σαντιγί δεν υπήρχε αρκετή φρέσκια κρέμα. Τότε ένας τρελαμένος παραμάγειρας είχε την ιδέα να τη χτυπήσει για να αυξήσει τον όγκο της ώστε να φτάσει για όλους τους καλεσμένους» (σελ. 95).
Αδικία. Η κρέμα σαντιγί θα έπρεπε να πάρει το όνομα αυτού του τρελαμένου παραμάγειρα και όχι του πυργοδεσπότη.
Και ένα ανθρωπολογικό στοιχείο: «σφιχτά βαμμένα αυγά που συμβολίζουν την άνοιξη» (σελ. 131).
Για το φράγμα του Ασουάν ξέρουμε όλοι, πόσοι όμως ξέρουν πως είναι σχέδιο ενός Έλληνα, του Ανδρέα Δανίνου; Σε όσους το υπέβαλλε τον περνούσαν για τρελό. Ευτυχώς όχι ο Μαχμούντ Γιουνές, ένας συνταγματάρχης, μηχανικός του στρατηγείου, που το είδε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στις 15 Ιανουαρίου 1971 ο Άνουαρ ελ Σαντάτ εγκαινιάζει το φράγμα του Ασουάν. «Ο Νικίτα Κρούτσεφ θα είναι στο πλευρό του, αλλά όχι ο εμπνευστής της ιδέας, ο Έλληνας Ανδρέας Δανίνος. Από την ημέρα που ανέλαβαν οι Σοβιετικοί μηχανικοί, ο Δανίνος απομακρύνθηκε. Ο Νάσερ, ωστόσο, φάνηκε μεγαλόψυχος απέναντί του. Τον κάλεσα στο γραφείο του και του εξήγησε ότι η νέα κατάσταση υπαγορευόταν από τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Αιγύπτου. Εν είδει φιλοδωρήματος του πρόσφερε το ποσό των τριάντα χιλιάδων λιρών. Δυστυχώς, ο άνθρωπος ήταν πνιγμένος στα χρέη. Μόλις τα επέστρεψε, ξανακύλησε στην αβεβαιότητα. Ο Νάσερ του χορήγησε τότε μια σύνταξη που του επέτρεψε να επιβιώσει όπως όπως. Ο οραματιστής μηχανικός πέθανε στα ογδόντα εννέα του χρόνια, στις 23 Σεπτεμβρίου 1976 στο Κάιρο, λησμονημένος από όλους» (σελ. 326).
Εμείς στην Ιεράπετρα στον Ολλανδό Πολ Κούιπερς (Paul Kuijpers), που τον λέμε για ευκολία Κούπερς (η γυναίκα του η κα Βίλη μας έκανε αγγλικά στο φροντιστήριο του κου Σταυρακάκη), τον γεωπόνο που πειραματίστηκε με τα θερμοκήπια και που σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1971 σε ηλικία μόλις 32 χρόνων, του κάναμε άγαλμα. Η Αίγυπτος τι περιμένει;
Αυτό το υπέροχο βιβλίο τελειώνει με το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» του Καβάφη. Πιο πριν ο Σινουέ είχε παραθέσει το ποίημά του «Η νύχτα». Φόρος τιμής στον μεγάλο Έλληνα ποιητή που γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια. Να τελειώσουμε και εμείς τη βιβλιοπαρουσίασή μας με το να σας το συστήσουμε ανεπιφύλακτα.
Post a Comment