Book review, movie criticism

Monday, August 23, 2010

Ιωάννα Καρυστιάνη, Κουστούμι στο χώμα

Ιωάννα Καρυστιάνη, Κουστούμι στο χώμα, Κατανιώτης 2001

Κρητικά Επίκαιρα, Σεπτέμβρης 2001

Μετά την επιτυχία της «Μικράς Αγγλίας», έργο που προτάθηκε για το ευρωπαϊκό αριστείο, η Ιωάννα Καρυστιάνη μας έδωσε πρόσφατα το τελευταίο μυθιστόρημά της με τίτλο «Κουστούμι στο χώμα».
Οι κρήτες λογοτέχνες που παρουσιάζουμε κατά καιρούς στα Κ.Ε., συνήθως το μόνο κρητικό που έχουν στο έργο τους είναι κάποιες, συχνά αόριστες, αναφορές στην Κρήτη. Όμως το έργο αυτό της Καρυστιάνη αποτελεί μια εξαίρεση. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην Κρήτη, και έχει ως θέμα της ένα καυτό πρόβλημα που ταλανίζει τους κρητικούς και αμαυρώνει την Κρήτη, την βεντέτα.
Η βεντέτα είναι ένα πανάρχαιο κατάλοιπο πρωτόγονων, συνήθως ποιμενικών, κοινοτήτων, όπου το κράτος ως θεσμός επιβολής εξουσίας και απόδοσης δικαιοσύνης ήταν ανύπαρκτος. Οι ποιμενικές αυτές κοινότητες ήσαν οργανωμένες στη βάση συγγενικών δεσμών, σε φατρίες, γένη και φυλές. Το δίκαιο τότε αποδιδόταν είτε με τον εξοστρακισμό του ενόχου από την κοινότητα, πράγμα που σήμαινε βέβαιο θάνατο, είτε με την θανάτωσή του από το «σόι» του σκοτωμένου. Η βεντέτα, με ισχυρή αποτρεπτική δύναμη, αποτελούσε ταυτόχρονα μια δυσλειτουργία του συστήματος. Το σόι του θύματος «έπαιρνε το αίμα του πίσω». Έτσι η ανταπόδοση στην ανταπόδοση οδηγούσε σε ένα λουτρό αίματος στην πορεία των χρόνων, στη βάση μιας ιδιότυπης αντίληψης για συλλογική ενοχή, αντίθετη με την αντίληψη της εξατομικευμένης ευθύνης που επικρατεί στις αστικές κοινωνίες, που βάση τους είναι το αυτόνομο και ανεξάρτητο άτομο. Μια τέτοια αρχαϊκή επιβίωση αυτής της αντίληψης είναι και το αρχαίο γνωμικό «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα».
Στο έργο της η Καρυστιάνη προσδιορίζει και τα όρια της βεντέτας. Ο αμερικανοθρεμμένος Κυριάκος Ρουσιάς, που στάλθηκε από τον πατέρα του παιδί στην Αμερική και έγινε λαμπρός επιστήμονας, έχει ξεπεράσει το σύμπλεγμα της εκδίκησης. Γυρνώντας στην Κρήτη βρίσκει το φονιά του πατέρα του. Με μια ασαφώς αιωρούμενη απειλή ενός όπλου τον παίρνει και πηγαίνουν σε ένα ερημικό μέρος, όχι για να δώσουν αμοιβαίες εξηγήσεις, αλλά για να μιλήσουν και να ξαλαφρώσουν. Η βεντέτα παίρνει συμβολικά τέλος με το να αδειάσει ο ένας το όπλο του άλλου πυροβολώντας στη θάλασσα.
Οι νέες κοινωνικές πραγματικότητες θέτουν με τον τρόπο τους τέρμα σε μια βεντέτα. Όπως ακούσαμε πριν λίγους μήνες στην τηλεόραση σε σχετική εκπομπή, τέθηκε τέρμα στη μακρόχρονη βεντέτα που χώριζε τις οικογένειες των Πεντάρηδων και των Σερτζετάκηδων, με το να ψηφίσει ο βουλευτής Πεντάρης ως πρόεδρο της δημοκρατίας τον Σαρτζετάκη.
Δυστυχώς δεν παίρνουν πάντα ένα τέλος οι βεντέτες, και κατά καιρούς φτάνει στα δελτία ειδήσεων το τελευταίο επεισόδιο μιας βεντέτας που είναι αμφίβολο αν θα είναι και το έσχατο.
Στο έργο αυτό θεματοποιείται και η ζωοκλοπή, που τίθεται ως η αιτία που ξεκίνησε η βεντέτα για την οποία μας μιλάει η Καρυστιάνη. Είναι το δεύτερο μελανό στίγμα της Κρήτης. Και αν και ξεκίνησε έχοντας ως βάση μια αντίληψη «αντρειγιάς» και παλληκαροσύνης - το θέμα πραγματεύεται έξοχα ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Michael Herzfeld, μετά από επιτόπια έρευνα στα Ανώγεια, στο έργο του «Η ποιητική της αντρειγιάς» (The poetics of manhood) - έχει καταντήσει σήμερα μια καθαρή επιχείρηση κλοπής, ιδιαίτερα κερδοφόρα.
Υπάρχει και μια τρίτη μάστιγα, οικολογικού χαρακτήρα, που ταλαιπωρεί πολλές περιοχές στην Κρήτη, και ιδιαίτερα το χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεραπέτρας. Οι βοσκοί έχουν μαντρώσει τα βουνά, κάνοντάς τα απρόσιτα στους φίλους της ορειβασίας, και τα γιδοπρόβατα έχουν καταφάει τη βλάστηση, κάνοντας πιο έντονα τα φαινόμενα διάβρωσης. Ακόμη και περιφραγμένες καλλιέργειες δεν γλυτώνουν. Επίσης τα κόπρανα των αιγοπροβάτων απειλούν τον υδροφόρο ορίζοντα και το νερό των γεωτρήσεων από τις οποίες υδρεύεται το χωριό μου. Ο Γιάννης Γαϊτανάκης, σε πρόσφατο σχετικό άρθρο του στην τοπική εφημερίδα «Διέξοδος», διεκτραγωδεί πολύ γλαφυρά την κατάσταση.
Η συγγραφέας εκδραματίζει ακόμη, κάπως αναχρονιστικά είναι αλήθεια, το θέμα της μετανάστευσης, με την αποτυχημένη απόπειρα του εξαδέλφου Ρουσιά να πάει στην Αυστραλία.
Η Καρυστιάνη έχει μια γνήσια κρητική ευαισθησία, η οποία άλλωστε την οδήγησε σε αυτή τη θεματική, που φαίνεται έντονα και στο υφολογικό επίπεδο. Το έργο της είναι διάσπαρτο με λαϊκές παροιμίες και κρητικές μαντινάδες, δίνοντας έτσι μια ιδιαίτερη αίσθηση αυθεντικότητας. (Σταχυολογούμε: Τον κώλο κάνεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψεις. Αρνί φαες κι αρνήθηκες, ρίφι και ξέχασές μου, και το ξελησμονόχαρτο, και ξελησμόνησές μου). Χρησιμοποιεί ακόμη και λέξεις άγνωστες στους μη κρητικούς, όπως η λέξη «μαλάς», ελπίζοντας ίσως ότι από τα συμφραζόμενα θα καταλάβουν οι αναγνώστες ότι πρόκειται για το μυστρί.
Τέλος χρησιμοποιεί πλατιά το ασύνδετο σχήμα με τον ελεύθερο πλάγιο λόγο, μοντερνιστική τεχνική κυρίως του εσωτερικού μονόλογου όπου κυριαρχεί ο ελεύθερος συνειρμός, που όμως ταιριάζει περισσότερο στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, χαρακτηρίζοντας τον ενδοδιηγητικό αφηγητή και όχι στην τριτοπρόσωπη στην οποία γράφει η Καρυστιάνη, όπου μάλλον κουράζει. Δίνουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Οχτώ και δεκαπέντε προ μεσημβρίας, στη συνάντηση με τον διευθυντή, Φαμπιάνο Κανόζα, τα βρήκαν, προτεραιότητα στην έρευνα νέων αντιβιοτικών για παλιές νόσους που επανακάμπτουν, ο απαραίτητος καρκίνος των πνευμόνων, εκπροσώπηση σε συμπόσια και ημερίδες ανά την υφήλιο, υπέγραψαν και τα χαρτιά, φίλε μου, φαίνεστε κουρασμένος, σα να μην κάνατε διακοπές, αλλά κάνατε, παρατήρησε ο Κανόζα (σελ. 335).
Ακόμα ένα σημαντικό τμήμα στην αρχή του έργου αναλώνεται σε εξαντλητικές περιγραφές του αφηγηματικού πλαισίου, πριν τεθεί το πρόβλημα της βεντέτας και ενταθούν οι αφηγηματικές προσδοκίες με τη δημιουργία σασπένς. Παρά τις αδυναμίες του όμως, πρόκειται για ένα ενδιαφέρον έργο με μεγάλη απήχηση, που φαίνεται από τις αλλεπάλληλες εκδόσεις που έχει κάνει. Η δυναμική πρόεδρος της Φοιτητικής Ένωσης Κρητών των φοιτητικών μας χρόνων στην εκπνοή της δικτατορίας, σίγουρα αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Post a Comment