Book review, movie criticism

Friday, August 20, 2010

Μάρω Βαμβουνάκη, O Δρόμος της Μάσκας

Μάρω Βαμβουνάκη, O Δρόμος της Μάσκας, Φιλιππότης, 2000, σελ. 184

Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 2001

Ο Δρόμος της Μάσκας, το τελευταίο έργο της Μάρως Βαμβουνάκη, είναι μια ακόμη παραλλαγή πάνω στο μόνιμο θέμα της, τον έρωτα, εξίσου ενδιαφέρουσα όσο και οι υπόλοιπες που μας έχει δώσει μέχρι τώρα. Έχοντας γράψει για το σύνολο του έργου της, παρουσιασμένο κυρίως από τις στήλες των Κ. Ε., έχω το άγχος της επανάληψης. Ελπίζω να καταφέρω ό,τι γράφω να είναι μια εξίσου ενδιαφέρουσα παραλλαγή.
Σ’ αυτό το έργο διατυπώνεται με αρκετή σαφήνεια αυτό που ήταν απλά υπαινιγμός στα προηγούμενα έργα της: Ο έρωτας είναι μια νεύρωση: «Ο έρωτας για τον Στέφανο κόπασε, ο έρωτας για τον έρωτα κόπασε.... το ραντεβού με την ψυχή μας είναι το πιο ερωτικό» (σ. 150). «Οι ερωτικές της ανάγκες έχουν αρχίσει να καλμάρουν και να μειώνονται, γιατί αρχίζει μια συναρπαστική σχέση με τον ανατέλλοντα εαυτό της (σ. 153). Και όλα αυτά σαν αποτέλεσμα μιας σειράς ψυχαναλυτικών συνεδριών, που οδήγησαν την Σάντρα σε εκείνη την αυτοσυνείδηση και αυτογνωσία που φέρει τη θεραπεία.
Μια τέτοιου είδους παραδοχή όμως είναι δύσκολη, και γι αυτό, αμέσως μετά, δηλώνεται ότι «Ο νέος της έρωτας θα πρέπει να είναι όντως έρωτας» (σ. 154). Όπως το όντως ον αποτελεί την ουσία του όντως, έτσι και ο όντως έρωτας υποτίθεται ότι αποτελεί την ουσία του έρωτα. Μόνο που ο έρωτας αυτός είναι ανέφικτος. Μας το έχει πει σε προηγούμενα έργα της. Ο αγαπημένος πρέπει να είναι νεκρός («Τα κλειστά μάτια») ή απών («Τα ραντεβού με τη Σιμόνη») για να περιβληθεί με την εξιδανίκευση εκείνη που θα τροφοδοτήσει τον ισχυρό έρωτα. Γιατί ο όντως έρωτας είναι απλά μια φλόγα, ενώ ο νευρωσικός έρωτας είναι ένας έρωτας πυρκαγιά, και αυτός είναι ο μόνος έρωτας που ενδιαφέρει τη Μάρω Βαμβουνάκη, όπως εξάλλου και όλους τους μυθοπλάστες στο χώρο της τέχνης, πεζογράφους, δραματουργούς ή σεναριογράφους. Ο έρωτας στη λογοτεχνία και την τέχνη έχει πάντα νευρωσικά στοιχεία. Η λαϊκή σοφία λέγει για παράδειγμα ότι «μάτια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται». Όμως η λογοτεχνία πραγματεύεται τη διάψευση του κανόνα, με μιαν Αρετούσα να σαπίζει στη φυλακή περιμένοντας τον αγαπημένο της Ερωτόκριτο. Αλήθεια, για πόσο καιρό μετά το σμίξιμό τους εξακολουθούσε να τον αγαπά με το ίδιο πάθος;
Τι πιο ωραίο ρομάντζο από αυτό της Τασούλας, που κλέφτηκε επεισοδιακά με τον αγαπημένο της, απασχολώντας τον τύπο στις αρχές της δεκαετίας του ’50; Την ιστορία πραγματεύτηκε ο Γιώργος Μεσογειακός σε ένα βιβλίο του, το οποίο παρουσιάσαμε πριν χρόνια στα Κ.Ε. Η Τασούλα όμως γρήγορα βαρέθηκε τον μεγάλο της έρωτα, και τον παράτησε, και καθώς εμείς τότε επισημάναμε τη διαφορά ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή επισύραμε τη μήνη του συγγραφέα. Στα ερωτικά δράματα που φτάνουν στη δημοσιότητα, πρωταγωνιστές είναι, πάντα θα έλεγα, νευρωσικά άτομα.
Η τέχνη της μυθοπλασίας συχνά υμνεί τον έρωτα, μόνο που ο εθισμός οδηγεί τους μυθοπλάστες στην πραγμάτευση πιο αποκλινουσών περιπτώσεων, γιατί μόνο αυτές μπορούν να μας πείσουν για την ένταση των αισθημάτων. Θα αναφέρω σαν παράδειγμα τρεις χαρακτηριστικές κινηματογραφικές ταινίες, την Η γυναίκα καίγεται του Ρόμπερτ βαν Άκερεν (1984), όπου ο έρωτας αναδεικνύεται μέσω της ζήλιας του άνδρα για τη φίλη του που ικανοποιεί μαζοχιστικές ανάγκες πλούσιων πελατών, χωρίς καν να τους αγγίζει σωματικά, την υπέροχη Μ. Μπατερφλάι του Ντέηβιντ Κρόνενμπεργκ (1993, από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ντέηβιντ Ηένρι Χουάνγκ, 1988), όπου ο ήρωας αυτοκτονεί μπροστά στο πιο ανέφικτο της ερωτικής πλήρωσης, μια και η «γυναίκα» που αγάπησε αποδεικνύεται ότι ήταν άντρας κατάσκοπος μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, και τέλος το Ξενοδοχείο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων του Βιμ Βέντερς (2000), όπου η ψυχοπαθής κοπέλα, απορριγμένη σαν «άδειο σακί» από όλους, ανταποκρίνεται στον έρωτα του καθυστερημένου νεαρού.
Καθώς ο κινηματογράφος έχει πάρει τη σκυτάλη της μυθοπλασίας από τα χέρια της λογοτεχνίας, ικανοποιώντας τις πλατιές λαϊκές μάζες που παλιά ικανοποιούσε το μυθιστόρημα, έχει ως κύρια θεματική του τον έρωτα. Η λογοτεχνία τον έχει εγκαταλείψει στα χέρια της παραλογοτεχνίας του Άρλεκιν και του Βίπερ Νόρα, και θεωρώ απαράδεκτη τη σύγχυση του έργου της Βαμβουνάκη με αυτό το παραλογοτεχνικό είδος. Δεν είναι ο μύθος που προσδιορίζει την ειδολογική κατάταξη, αλλά η πραγμάτευση. Διαφορετικά το Έγκλημα και Τιμωρία και οι Αδελφοί Καραμαζώφ δεν θα ήταν παρά αστυνομικά μυθιστορήματα. Το έχουμε ξαναπεί, στα έργα της Βαμβουνάκη ο μύθος είναι προσχηματικός, υπερβολικά απλός, χωρίς ανατροπές και απρόβλεπτα, ένα στημόνι πάνω στο οποίο η συγγραφέας υφαίνει δοκιμιακά τις σκέψεις και τις αντιλήψεις της για τον έρωτα. Η διαφορά είναι ότι μετά τις σπουδές της στην ψυχολογία, τα έργα της τείνουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο με εκλαϊκευτικά δοκίμια ψυχανάλυσης, διανθισμένα με τους σχετικούς όρους, ενώ παλιά η έκφραση των αντιλήψεών της είχε ένα αδιαμεσολάβητο αυθορμητισμό. Δεν είναι τυχαίο που η ψυχαναλυτικές συνεδρίες αποτελούν το μυθιστορηματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο συντελούνται οι αναδρομές στην ιστορία των ηρώων της. Στο τελευταίο μάλιστα αυτό έργο αφηγητής δεν είναι παρά ο ίδιος ο ψυχαναλυτής που, αν και πρωτοπρόσωπος αφηγητής - μάρτυρας, αφηγείται περίπου από την άποψη του τριτοπρόσωπου παντογνώστη-θεού αφηγητή του κλασικού μυθιστορήματος.
Ακόμη, για να κάνει τη διάζευξη ανάμεσα σε νευρωσικό και όντως έρωτα, η Βαμβουνάκη καταφεύγει σε μια άστοχη κατά τη γνώμη μας μυθοπλαστική επινόηση. Η Σάντρα, θεραπευμένη πια, σε γράμμα της προς στον ψυχαναλυτή εκφράζει υπαινικτικά τον έρωτά της γι αυτόν. Το έργο τελειώνει ως εξής:
«Καληνύχτα λοιπόν. Και μη μου λέτε εμένα, ‘εσύ θα μ’ αφήσεις’, γιατί δεν πρόκειται. Σε λίγες μέρες γυρίζω πίσω.
Τώρα που με βγάλατε από τα σκουπίδια που με πετάξανε, που με πέταξα, δεν θα γλιτώσετε εύκολα από μένα. Ας προσέχατε».
Θεωρούμε άστοχο αυτό το τέλος, αφενός γιατί δίνει λαβή σ’ αυτούς που την κατηγορούν για παραλογοτεχνία, και αφετέρου γιατί ο έρωτας αυτός κάνει αμφίβολη την αποτελεσματικότητα της θεραπείας της, τουλάχιστον για όλους εκείνους που γνωρίζουν κάποια στοιχεία ψυχανάλυσης. Ο έρωτας αυτός ίσως να μην είναι τίποτε άλλο παρά μια συνηθισμένη μορφή της μεταβίβασης, για την οποία μιλάει ο Φρόιντ, και που εκφράζεται ως έρωτας προς τον ψυχαναλυτή. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική ατάκα από μια ταινία που έχω ξεχάσει τον τίτλο της: «Ξέρετε γιατρέ πότε κατάλαβα ότι είχα πια θεραπευτεί; Όταν ένιωσα ότι έπαψα να είμαι πια ερωτευμένη μαζί σας».
Για να κάνουμε την αποδομητική (deconstructive) κριτική μας, ποιος ξέρει, ίσως η Βαμβουνάκη υποσυνείδητα υπονομεύει τον όντως έρωτα της ηρωίδας της, δίνοντάς του μια απόχρωση νευρωσικού πάθους, ως αίσθημα μεταβίβασης. Έτσι μένει πιστή στους νευρωσικούς ερωτευμένους ήρωές της.
Post a Comment