Book review, movie criticism

Friday, November 14, 2014

Γ. Τσάκαλου, Ο δραπέτης της φτώχειας



Γ. Τσάκαλου, Ο δραπέτης της φτώχειας, 4η έκδοση, εκδόσεις Ρεν 1975

  Το έγραψα στην προτελευταία βιβλιοκριτική μου, και για να μην το ξαναγράψω θα κάνω απλά αντιγραφή και επικόλληση: «Το έχω γράψει πολλές φορές ότι οι βιογραφίες μου αρέσουν, και όχι υποχρεωτικά οι βιογραφίες διασημοτήτων».
Σε βιογραφίες διασημοτήτων αναφερόταν το βιβλίο για το οποίο έγραψα την βιβλιοκριτική αυτή, πριν δεκαπέντε μέρες περίπου, και που έχει τον τίτλο «Αχ, αυτοί οι φιλόσοφοι».
Δεν το έκανα σκόπιμα, απλά συνέπεσε να διαβάσω αμέσως μετά το βιβλίο μιας μη διασημότητας, το «Ο δραπέτης της φτώχειας» του Γ. Τσάκαλου. Όσο και αν έψαξα στο διαδίκτυο δεν μπόρεσα να βρω στοιχεία για αυτόν. Όμως από ενδοκειμενικά στοιχεία μπορώ να υποθέσω αρκετά βάσιμα ότι γεννήθηκε το 1898, με απόκλιση το πολύ ενός χρόνου, σε ένα χωριό της Αρκαδίας. Το «Ο δραπέτης της φτώχειας», το πρώτο από τα έξι βιβλία του, κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1950. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι ζούσε τουλάχιστον μέχρι το 1975, χρονιά κατά την οποία εκδόθηκε για τέταρτη φορά αυτό το βιβλίο. 
Ο Γεώργιος Τσάκαλος πέρασε φοβερά δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι σελίδες στις οποίες περιγράφει την πείνα είναι συγκλονιστικές. Μου θύμισε την «Πείνα» του Κνουτ Χαμσούν, αριθμός καταλόγου 1 στα βιβλία που αγόρασα μαθητής γυμνασίου, αλλά και την αυτοβιογραφία του Τέλη Ράπτη, «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού». Και ο Τέλης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πέρασε φοβερά δύσκολα παιδικά χρόνια, όμως κάπου σαράντα χρόνια αργότερα.
Και κάποιες συμπτώσεις.
Η πρώτη.
Και οι δυο είχαν μια αγαπησιάρικη σχέση με μια κατσίκα. Ο Τσάκαλος με τη Μούσκα, την οποία έβγαζε συχνά για βοσκή. Όμως η κατσίκα του Ράπτη ήταν μια εγγύηση ζωής, γιατί το γάλα της ήταν η καθημερινή του τροφή. Όταν κάποτε την έχασε κόντεψε να τρελαθεί. Όμως ευτυχώς την ξαναβρήκε.
Ευτυχώς. Γλίτωσε το θάνατο από την πείνα. Ξέφυγε από τη φτώχεια, σπούδασε, διακρίθηκε ως επιστήμονας και τελείωσε τη θητεία του ως καθηγητής πληροφορικής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Και ο Τσάκαλος ξέφυγε από τη φτώχεια, «δραπέτευσε» κυριολεκτικά. Στις τελευταίες σελίδες μαθαίνουμε με ποιο τρόπο: συνεταιριζόμενος με κάποιον έμπορο, στον οποίο πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες. Φανταζόμαστε ότι η καριέρα του στην μετέπειτα ζωή του ήταν αυτή του επιτυχημένου εμπόρου. Σαν ταλαντούχος όμως μαθητής διέθεσε κάποιο από τον ελεύθερο χρόνο του στη συγγραφή. Όπως και ο Σώρος, ο πιο επιτυχημένος χρηματιστής, ένα βιβλίο του οποίου παρουσιάσαμε πρόσφατα.    
Η δεύτερη:
Και η δυο είχαν επίσης μια πολύ αγαπησιάρικη σχέση με τη μητέρα τους, σε αντίθεση με τον πατέρα τους ο οποίος ήταν αρκετά αδιάφορος απέναντί τους.
Και η τρίτη:
Καπετάν Τσάκαλος ήταν το ψευδώνυμο που είχε ο πατέρας του Τέλη στο Δημοκρατικό Στρατό.
Το βιβλίο μου το έδωσε ένας φίλος, επιμένοντας να το διαβάσω. Και βλέπω ότι είχε απόλυτο δίκιο που επέμενε. Κι αυτό γιατί, εκτός του ότι είναι συναρπαστικό σαν αφήγηση, παρουσιάζει πολύ ενδιαφέροντα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία. Στον διχασμό του ’16, μαθαίνω, οι πελοποννήσιοι, με τον αποκλεισμό των δυνάμεων της Αντάντ, ζούσαν συνθήκες κατοχής, καθώς οι τιμές των ειδών διατροφής εκτοξεύτηκαν στα ύψη.
Και τώρα ας δούμε πώς γινόταν ο καφές από δημητριακά, που είχα ακούσει γι’ αυτόν αλλά σαν κάτι που ανήκε στο παρελθόν.
«Δέκα σπυριά καφές, τριάντα κριθάρι κι εξήντα σιτάρι. Έριχνε το πολύτιμο μίγμα στο καβουρντιστήρι και σε λίγο τόβγαζε αχνιστό και κατάμαυρο…» (σελ. 84).
Διαβάζουμε:
«…ο ιδρώτας ανακατεμένος με τη σκόνη του δρόμου γίνεται ενοχλητικός. Μαντήλι για σκούπισμα δεν υπάρχει. Μα ας είναι καλά η παλάμη και το μανίκι του σακακιού»  (σελ. 118).
Και τι θυμήθηκα!!!
Κάποιοι μαθητές, τότε που πήγαινα στο δημοτικό, χωριανάκια και κοντοχωριανάκια, χρησιμοποιούσαν το μανίκι του σακακιού τους όχι για να σκουπίσουν τον ιδρώτα από το πρόσωπό τους αλλά τη μύτη τους.
Διαβάζουμε:
«Μπαίνοντας στο σπίτι μου φάνηκε πως η πόρτα είχε χαμηλώσει πολύ» (σελ. 303).
Και θυμήθηκα τους στίχους από το «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του Σεφέρη.

Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια…
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους…
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο…

  Εν τάξει, το ποίημα θυμήθηκα, ή μάλλον το τραγούδι του Μαρκόπουλου, τους στίχους τους βρήκα ψάχνοντας στο διαδίκτυο.
  Να παραθέσουμε και τους δυο ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε:
Όλο μου κακομίλαγε και με περιφρονούσε (σελ. 181).
Δε φταίω εγώ, παιδάκι μου, που σ’ αγαπάω έτσι (σελ. 313), του λέει η μαμά.
Πριν λίγο έψαχνα το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός». Ήθελα να το ξαναδιαβάσω. Ρώτησα τον εκδοτικό οίκο, εξαντλημένο. Τι ωραίο θα ήταν όλα τα εξαντλημένα βιβλία, που δεν είναι καθόλου «εξαντλημένα» όσον αφορά το πνευματικό τους περιεχόμενο, να διατίθεντο ψηφιακά. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να διαβάσετε αυτό το βιβλίο του Γ. Τσάκαλου, όμως πού να το βρείτε; Ίσως σε καμιά βιβλιοθήκη.


Post a Comment