Book review, movie criticism

Sunday, November 30, 2014

Χρυσούλα Δημητρακάκη, Η σμίλη των πελάγων



Χρυσούλα Δημητρακάκη, Η σμίλη των πελάγων, Ιωλκός 2014, σελ. 120

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ακόμη ποιητική συλλογή με εξαίρετα ποιήματα της κρητικής ποιήτριας

Της Χρυσούλας Δημητρακάκη έχουμε ήδη παρουσιάσει τα βιβλία «Τριλογία» και «Όταν ανθίζουν τα μανουσάκια», όπου είπαμε και δυο λόγια και για «Το θρόισμα του μεγάλου δρυγιά», ένα άλλο της βιβλίο.  Σειρά έχει σήμερα το «Η σμίλη των πελάγων». 
Μεγάλη η ποιητική αυτή συλλογή της Δημητρακάκη, 120 ολόκληρες σελίδες, στην οποία τα ποιήματα είναι ταξινομημένα σε 11 θεματικές ενότητες, ανάμεσα στις οποίες βέβαια θα ξεχωρίσουμε την «Κρήτη, ριγμένο πέταλο».
Πού ριγμένο; Στο πέλαγος. Για την ακρίβεια στη θάλασσα, ορίζοντας το κρητικό από το λιβυκό πέλαγος. Πέταλο, και όχι χρυσοπράσινο φύλλο όπως η Κύπρος. Πράσινο εν μέρει, κυρίως όμως στο χρώμα του σκούρου των βράχων, αλλά και του λευκού των βουνοκορφών (από το χωριό μου φαίνεται μέχρι σχεδόν το τέλος της άνοιξης το χιόνι πάνω στα λασιθιώτικα βουνά).
«Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά, που έχουνε σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα» τραγούδησε μια χορωδία σε μουσική Μαρκόπουλου τους στίχους του Σεφέρη, και αν ισχύει γενικά για την Ελλάδα, ισχύει περισσότερο για την Κρήτη. Συνειρμικά ανακαλούμε «Το χαράκι», το οποίο παρεμπιπτόντως παραπέμπει σε ένα ποίημα από την «Τριλογία», ενώ και τα δυο παραπέμπουν στο «Εάν» του Κίπλινγκ.

Αν δεν σταθεί μετέωρο σε χέρσο χωράφι…
Αν δεν αφήσει γύρω του το χώμα γυμνό…
Αν δε γίνει λαχτάρα στην κούραση του απομεσήμερου…

Αν δε μείνει στέρεο
ν’ ακουμπήσεις επάνω του το γέρμα,
ν’ αγναντέψεις
τον ήλιο που χάνεται στα πέλαγα,
το χαράκι
δεν είναι χαράκι.

Είναι μια πέτρα χωρίς νόημα (σελ. 51).

Χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι το εφέ της αποστροφής. Η Δημητρακάκη δεν απευθύνεται μόνο στο «εσύ», με το οποίο είναι συχνά καμουφλαρισμένο το Καβαφικό «εγώ», αλλά και εντελώς ποιητικά σε πράγματα και ιδέες όπως «κύματα», «πουλιά»,  «Χρυσή αχτίδα», «Αθανασία», «Λογική», «μιτάτα», «Ρέθυμνο», «ερημιά», «σιωπή», «έρημος».
Σε ένα καβαφικό «εσύ» απευθύνεται το ποίημα «Ο χρόνος». Παραθέτουμε την τελευταία στροφή.

Μη φοβάσαι το χρόνο που έρχεται.
Να φοβάσαι
αυτά που πέρασες
και δεν μπορείς να τα ξεχάσεις (σελ. 98).

Συχνά μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, αυτοπροσωπογραφούμενη, αυτοβιογραφούμενη, εξομολογούμενη. Παραθέτουμε το ποίημα «Το φως».

Ακόμα κι αν είμαι αναγκασμένη να βαστάξω
της απελπισίας μου τις ενοχές
ακόμα κι αν στις απανωτές δοκιμασίες
είμαι υποχρεωμένη
να μοιάζω ευτυχισμένη,
ακόμα κι αν δαπανήσω ολάκερη τη ζωή μου
να φτάσω μέχρι το πέρασμα,
το φως,
Πώς θα το αντέξω; (σελ. 32).

Να παραθέσουμε και το σύντομο αυτοπροσωπογραφικό «Οίστρος».

Κι έγινα τώρα αυτό που πιότερα μισούσα,
της ήρεμης συνήθειάς μου
ο οίστρος (σελ. 103).  

Έχουμε ξαναγράψει ότι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος κυλάει στις φλέβες μας και περνάει ασυνείδητα στο λόγο και στα κείμενά μας, και τα ποιήματα της Δημητρακάκη δεν αποτελούν ασφαλώς εξαίρεση, όμως σ’ αυτά θα συναντήσουμε και άλλα ποιητικά μέτρα. Σε εφέ επανάληψης στο ποίημα «Σαν πουλί» βλέπουμε έναν τροχαϊκό στίχο δυο φορές: «Κινδυνεύεις να χαθείς χωρίς αγάπη» (σελ. 24). Επίσης βλέπουμε τον αμφίβραχυ, με τον πρώτο στίχο σε εφέ επανάληψης στο ποίημα «Υπάρχουν φορές»: «Υπάρχουν φορές/ Που δεν θέλεις να αλλάξεις» (σελ. 35).
Οι δυο πρώτες στροφές στο ποίημα «Πόλη» είναι χαρακτηριστικοί για το πόσο τα παραδοσιακά μέτρα εισβάλλουν, είμαι σχεδόν σίγουρος εν αγνοία της ποιήτριας.

Άδεια η πόλη, άνθρωποι λίγοι
σκόρπια βαδίζουν (Δάκτυλοι)
κι ο ένας τον άλλο στα μάτια κοιτά,
το βλέμμα τους ψάχνει,
πώς μοιάζουν οι άνθρωποι μόνοι.. (σε αμφίβραχυ)

Πώς
για άλλους οι δρόμοι με σκέψεις γεμίζουν (αμφίβραχυς)
και για άλλους τα σπίτια κενά
πώς για άλλους ο νους ταξιδεύει (ανάπαιστοι)
και άδειοι οι δρόμοι
σε κάποιους ορίζοντες δείχνουν (σε αμφίβραχυ)

Θα παραθέσω και τους δυο καταληκτικούς στίχους από το ποίημα «Απαλλαγές», που νομίζω ότι μας εκφράζουν όλους μας, περισσότερο ή λιγότερο τον καθένα.

Οι άνθρωποι λιγοστεύουν
μέχρι να αθωωθούν μ’ απαλλαγές που θα εφεύρεις (σελ. 36).

Ο ελεύθερος στίχος των σύγχρονων ποιητών αψηφά τις φόρμες και τα μέτρα, όμως εμείς οι κρητικοί, με τη μαντινάδα, δεν τις αψηφούμε.
Και οι γιαπωνέζοι.
Η «Διάφανη στιγμή» είναι ένα χάι κου που χάλασε στον τελευταίο στίχο. Θα τον φτιάξω μορφολογικά παραβιάζοντας κάπως το νόημα.

Άπιστοι εμείς
φωνάζουμε δυνατά
(να αποδείξουμε ότι) δεν πεθάναμε (σελ. 37).

Ως γνωστό το χάι κου αποτελείται από τρεις στίχους με 5, 7 και πάλι 5 συλλαβές αντίστοιχα.   

Οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι βέβαια είναι άφθονοι στα ποιήματα της Δημητρακάκη, μια και είναι κρητικιά και ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος είναι ο στίχος της μαντινάδας. Στο «Στα βάθη του πελάγου» σχεδόν καταλαμβάνουν το μισό ποίημα. Είναι όμως σπασμένοι, σύμφωνα με τη σύμβαση του ελεύθερου στίχου της σύγχρονης ποίησης. Εμείς όμως θα τους αποκαταστήσουμε.

Θα τρόμαζες αν ήξερες τα βάθη του πελάγου

Απαντημένα κι άξαφνα σε κύματα σβησμένα
Απομεινάρια

Σημάδι
πως ο κόσμος μας, χωρίς τέλος
ναυάγια,
σημάδι πως εζήσαμε μ’ ελάχιστη ζωή (σελ. 29).

Μου έχει γίνει συνήθεια να παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στο τέλος κάθε βιβλιοκριτικής. Έχω ήδη παραθέσει κάποιους, και δεν θα παραθέσω αυτούς που υπάρχουν στην ενότητα «Κρήτη, ριγμένο πέταλο» που είναι πάρα πολλοί. Θα παραθέσω μόνο τρεις.

Μαντατοφόρε ήλιε μου, κάνε για να μας σώσεις (σελ. 15)
Και θύελλες τρομακτικές σ’ ανέμους των ρευμάτων (σελ. 16)
Κι αμέτρητοι υψώνονται σταυροί πάνω στο λόφο (σελ. 105)

Εξαιρετικά τα ποιήματα της Δημητρακάκη, και δεν είναι τυχαίο το πόσο πολυβραβευμένη είναι. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα, και η ίδια πάντα εμπνευσμένη ποιητικά.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

  
Post a Comment