Book review, movie criticism

Tuesday, May 26, 2015

Γιώργος Βέης, Παντού



Γιώργος Βέης, Παντού, Κέδρος 2015, σελ. 315

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ποιητικό ταξιδιωτικό από τον βραβευμένο πρέσβη και ποιητή

  Τον Γιώργο Βέη τον γνωρίσαμε ως συγγραφέα ταξιδιωτικών βιβλίων (έχουμε παρουσιάσει τέσσερα ταξιδιωτικά του), αν και το προηγούμενο βιβλίο του που επίσης παρουσιάσαμε, το «Βλέπω», είναι ποίηση.
 «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» είναι ένα άλλο βιβλίο που παρουσιάσαμε πριν 20 χρόνια, της Ευγενίας Φακίνου. Παραφράζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταξιδιωτική αφήγηση είναι το πρόσχημα του Γιώργου Βέη για ποιητικές καταθέσεις.
Ο ποιητής βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, ακόμη και αν δεν είναι πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα όπως του Σολωμού, όμως ο Βέης βλέπει και με τα μάτια του σώματος, χώρες που επισκέφτηκε, όλες (ή σχεδόν όλες) με την διπλωματική του ιδιότητα ως πρέσβης.
Ενώ η γλώσσα των παλιών ταξιδιωτικών είναι το «μέσο» στο οποίο κυριαρχεί το καταδηλωτικό, πληροφοριακό στοιχείο, η γλώσσα στα ταξιδιωτικά του Βέη είναι το «μήνυμα», με το συνδηλωτικό, ποιητικό στοιχείο να κυριαρχεί δίνοντας στον αναγνώστη την εξαιρετική εκείνη απόλαυση για την οποία μίλησε ο Ρολάν Μπαρτ.
Σαν δάσκαλος δεν μπορώ να μη δώσω ένα παράδειγμα. Διαβάζουμε.
«Απομένουν άλλωστε ακόμη σαράντα και πλέον λεπτά μέχρι να προσγειωθούμε» (σελ. 172).
Θα μου πείτε, πού βρίσκεται η ποίηση σ’ αυτή την ολότελα πεζή περίοδο;
Ναι, δεν υπάρχει ποίηση. Όμως δοκιμάστε να αλλάξτε την πρόταση «μέχρι να προσγειωθούμε» με την πρόταση: «μέχρι να αγγίξουμε πάλι το στερεό (;) μόρφωμα του ρεαλισμού».
Γιατί αυτή την πρόταση χρησιμοποίησε ο Βέης, μια πρόταση εξαιρετικά scriptible για να αναφερθώ πάλι στον Μπαρτ, που ωθεί τον αναγνώστη σε φιλοσοφικούς συνειρμούς σε σχέση με τη σύσταση και την υφή της πραγματικότητας. 
Όχι ότι απουσιάζει το πληροφοριακό στοιχείο, κάθε άλλο. Έμαθα αρκετά πράγματα για τις χώρες για τις οποίες μιλάει ο Βέης τα οποία, αν και αρκετά πληροφορημένος, αγνοούσα, όπως για παράδειγμα την προέλευση της λέξης «Σιγκαπούρης»: «Από τις σανσκριτικές λέξεις singa – λέων- και pura – πόλις» (σελ. 35).
Όμως ας παραθέσουμε, κατά τη συνήθειά μας, αποσπάσματα για να τα σχολιάσουμε. Διαβάζουμε:
«Η ομολογία του Σελίν “Je me suis trouvé en des circonstances où par hazard la matière à decrire était intéressante”, με την οποία παραδέχεται ότι πράγματι οι συγκυρίες τού προσφέρουν αξιόλογο υλικό για γράψιμο, ασφαλώς με αφορά άμεσα: ο τόπος είναι φύσει και θέσει ένα πρόπλασμα δοκιμίου, ένα δικαίωμα περιγραφής και όχι μόνο» (σελ. 20).
Στο «και όχι μόνο» πρέπει να εννοήσουμε και την ποίηση.
Το εκτενέστερο κεφάλαιο «Εικόνες και πίνακες: το φως της Σινγκαπούρης» ξεκινάει με ένα μικρό υποκεφάλαιο που έχει τίτλο «Οι κρεμαστές πισίνες». Αποτελείται από μικρά κείμενα, σαν αυτά του Νίτσε. Σε ένα από αυτά διαβάζουμε: «Ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται, για να διασχίζεται μ’ ένα κολύμπι διαρκείας». «Κι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα» θα πρόσθετε ο Ελύτης.
Σε ένα απόσπασμα που αναφέρεται στην επέκταση της Σιγκαπούρης μέσα στη θάλασσα με το συνεχές μπάζωμα της ακτής διαβάζουμε το παρακάτω ποιητικό:
«Στοιβάζεται η ιστορία του τόπου πάνω στα νεκροταφεία των κοχυλιών. Οι σκελετοί των καβουριών βγαίνουν καμιά φορά στα όνειρα των ψαράδων» (σελ. 102).
Χάρηκα που και ο Βέης χρησιμοποιεί την έλξη του αναφορικού, την οποία επιμένω να χρησιμοποιώ στα κείμενά μου και την οποία επιμένουν να διορθώνουν οι επιμελητές μου.
«…φωνές που δεν πείθουν εξίσου όλους όσους τις ακούν…» (σελ. 167).
Διαβάζουμε στο κεφάλαιο για την Κίνα:
«Με βεβαιώνει ότι έχω ήδη φτάσει κοντά στη σωστή λέξη. Η προφορά της προκαλεί βέβαια τον πρωτάρη, αλλά δεν ανήκει στις ακατόρθωτες, ισχυρίζεται η Κινέζα φίλη μου… “Σαν”, πες το πάλι. “Σαν”, η ομπρέλα. Επιχειρώ να προσεγγίσω και πάλι με φιλότιμο την ακριβή απόδοση του όρου, αλλά προς το παρόν δεν φαίνεται να είναι η καλύτερη μέρα για να συνεχίσω το πείραμα των ατελών μιμήσεων… Αν παρά ταύτα δεν ακουστεί αυτό που πρέπει, το νόημα θα διαστρεβλωθεί πλήρως. Κι αντί για ομπρέλα μπορεί να προκύψει αεροπλανοφόρο στον λεκτικό ορίζοντα ή κάτι άλλο εξίσου δραματικό, αλλά τελείως άσχετο με το αντικείμενό μας, την ομπρέλα… sǎn… Πώς το sǎn θα μετασχηματιστεί σε αεράκι της γλώσσας; Και μάλιστα, πώς το sǎn θα απομνημονευτεί;» (σελ. 202).
Ως κινεζομαθής θα συμπληρώσω.
Η φωλίτσα πάνω από το a έχει τον αντίθετο συμβολισμό από ό,τι σε μας, για να διακρίνουμε τις βραχείες από τις μακρές συλλαβές. Η φωλίτσα αυτή δείχνει τον τρίτο τόνο από τους τέσσερις της κινεζικής γλώσσας με τους οποίους μπορεί να προφερθεί ένα ιδεόγραμμα, και είναι περίπου σαν να διπλασιάζει την εκφώνησή του.
  .   Πιο κάτω ο Βέης περιγράφει το ιδεόγραμμα αυτό, για να αποδειχθεί άλλη μια φορά ότι μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις (εντάξει, δεν είναι χίλιες, αλλά καλύπτουν μισή σελίδα). Παρεμπιπτόντως, σε πρώτο τόνο σημαίνει «τρία» και σε τέταρτο «διασκορπίζω», ενώ στον τρίτο τόνο μόνο τα συμφραζόμενα θα δείξουν αν μιλάμε για ομπρέλα ή για το αν ανακατεύω σκόνες.  
  Αν η «Κινέζα φίλη» του έδειχνε την ίδια επιμονή στη σωστή προφορά του ονόματός της που σημαίνει «το όνειρο του δάσους» (σελ. 202) ο Γιώργος θα το πρόφερε σωστά, Λιν Mενγκ (Lin Meng, 林梦) και όχι Λι Μαν. (12 χρόνια στον ελληνοκινεζικό σύνδεσμο, έδωσα τόσα λεφτά, πρέπει να κάνω κάποια απόσβεση κάνοντας φιγούρα με επίδειξη κινεζομάθειας).
  Η ευρυμάθεια του Βέη φαίνεται με την παράθεση πολλών ονομάτων από τον κόσμο του πνεύματος, όπως Νίτσε, Καντ, Σπινόζα, Χέγκελ, επίσης Μπαρτ, κ.ά. Εμείς εδώ θα παραθέσουμε μια ρήση του Κλοντ Λεβί-Στρος την οποία αναφέρει: «Κάθε ταξινόμηση είναι ανώτερη από το χάος». Με είχε εντυπωσιάσει η ανάπτυξη που κάνει για τη «δυαδική ταξινόμηση» ο Λεβί-Στρος στην «Άγρια σκέψη», βιβλίο που διάβασα πριν τριάντα τόσα χρόνια. 
  Το βιβλίο αυτό, όπως άλλωστε και όλα τα ταξιδιωτικά του Βέη, προσφέρουν λογοτεχνική απόλαυση αλλά και γνώση.
  Διπλό το όφελος, το (τα) συνιστούμε.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment