Book review, movie criticism

Tuesday, May 19, 2015

Abderrahmane Sissako (Μαυριτανία, 1961- ), 5 films



Abderrahmane Sissako (Μαυριτανία, 1961- ), 5 films

Le jeu, 1991

Πρόκειται για μια ταινία μικρού μήκους, 22 μόλις λεπτών, ασπρόμαυρη. Τα παιδιά παίζουν πόλεμο, ο πατέρας πηγαίνει στον πόλεμο.
Τον ίδιο πόλεμο παίζαμε κι εμείς στην ηλικία τους. Για την ακρίβεια τον «εφεύραμε» εγώ και ο ξάδελφός μου ο Γιάννης. Τον πρωτοπαίξαμε σπίτι τους με τα αδέλφια του. Μετά με τα άλλα παιδιά στο χωριό. Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες και κρυβόμασταν. Μετά προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε παιδιά της άλλης ομάδας. Όταν έβλεπες κάποιον του φώναζες «μπουμ» και υποτίθεται ότι τον σκότωνες. Έτσι βαφτίσαμε και το παιχνίδι, μπουμ.Το παιχνίδι τέλειωνε όταν δεν έμενε κανείς από τη μια ομάδα. Φυσικά υπήρχαν και προβλήματα, όταν βλεπόμασταν σχεδόν ταυτόχρονα, και τσακωνόμασταν για το ποιος πρωτοφώναξε μπουμ.
Αλλά ας επιστρέψουμε στην ταινία.
Ο πατέρας, για την ακρίβεια, δεν θα πάει να πολεμήσει, αλλά θα πάει να κατασκοπεύσει, σε μια πολύ επικίνδυνη αποστολή. Για την πατρίδα. Θα τον ανακαλύψουν, και θα τον σκοτώσουν. Σε εναλλασσόμενες σκηνές βλέπουμε τα παιδιά να παίζουν πόλεμο και τον πατέρα να περπατάει στην έρημο. Ο γιος του θα «αιχμαλωτισθεί» από την αντίπαλη ομάδα και θα τον «φυλακίσουν» σε ένα φρεάτιο. Θα τον βγάλουν αργότερα, λένε. Όμως όταν ένα παιδί τούς φωνάζει, σηκώνονται και φεύγουν ξεχνώντας τον. Η μάνα του όμως θα τον ψάξει, θα τον βρει και θα τον βγάλει έξω. Μόνο στον πραγματικό πόλεμο υπάρχουν απώλειες.
Πριν από τα γράμματα τέλους διαβάζουμε το παρακάτω του Πωλ Βαλερί.
«Ο πόλεμος είναι μια σφαγή ανθρώπων που δεν γνωρίζονται για χάρη ανθρώπων που γνωρίζονται αλλά που δεν αλληλοσφάζονται ποτέ».



  Ξεκινώντας την ανάρτησή μου για τα έργα του Souleymane Cissé έγραψα το εξής: «Ένας λόγος που μου αρέσει ο κινηματογράφος των περιφερειακών χωρών είναι για τα ανθρωπολογικά του στοιχεία: τρόπος ζωής, ενδυμασίες, έθιμα, κ.ά.». «Η ζωή πάνω στη γη» του Abderrahmane Sissako τα προσφέρει άφθονα. Δεν υπάρχει ιστορία, ο Σισάκο κινηματογραφεί τη ζωή ενός χωριού, του Σόκολο, που βρίσκεται στο Μάλι. Βλέπουμε τον ραδιοφωνικό σταθμό, το ταχυδρομείο, και ένα φωτογράφο με αυτές τις απαρχαιωμένες μηχανές με τον τρίποδα. Το ταχυδρομείο λειτουργεί και ως τηλεφωνείο. Μου θύμισε το χωριό μου, πριν μπούνε τα τηλέφωνα, που για να τηλεφωνήσουμε έπρεπε να πάμε στο καφενείο του Εγγλεζάκη. Μικρό το χωριό μου, Κάτω Χωριό, όνομα και πράμα, δεν είχε ταχυδρομείο. Αργότερα απέκτησε.
Ακούμε και για τα προβλήματα του χωριού. Όπου να ’ναι θα αρχίσει η συγκομιδή του ρυζιού, και τα πουλιά έρχονται σύννεφο να το καταβροχθίσουν. Τα σκιάχτρα δεν κάνουν τίποτα, βλέπουμε ανθρώπους κουνώντας τεράστια πανιά να προσπαθούν να τα διώξουν. Θυμάμαι πως κάτι ανάλογο είχε γίνει και στην Κίνα, πριν χρόνια. Δεν άφηναν τα πουλιά σε χλωρό κλαδί, μέχρι που έπεφταν εξαντλημένα στο έδαφος. Μια τέτοια επιχείρηση όμως, σε πανεθνική κλίμακα, απαιτούσε την κινητοποίηση πάρα πολλών ανθρώπων.
Όλα αυτά γίνονται στις παραμονές του Μιλένιουμ. Από έναν ραδιοφωνικό σταθμό ακούμε τη φωνή μιας γιαπωνέζας εκφωνήτριας: Το 2000 έχει ήδη φτάσει σ’ αυτή τη χώρα της μακρινής Ανατολής. Στο Παρίσι, χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονται στον πύργο του Άιφελ για να γιορτάσουν.
  Όταν δεν υπάρχει στόρι υπάρχει ποίηση, αλλιώς η ταινία θα ήταν βαρετή. Δεν είναι μόνο η ποιητική σύλληψη των εικόνων και το ποιητικό μοντάζ, ακούμε και απαγγελία ποιημάτων του Aimé Césaire, από τη Μαρτινίκα.
Heremakono (Waiting for happiness, 2002)

Το Heremakono είναι ένα άλλο χωριό, και σ’ αυτό ο Σισάκο επαναλαμβάνει ό,τι έκανε με το Σόκολο.
Όχι ακριβώς. Ενώ εκεί εστίαζε κυρίως στα επεισόδια (δυσκολία στις τηλεφωνικές επικοινωνίες, οι εκπομπές του σταθμού, κ.λπ.) εδώ εστιάζει στα πρόσωπα μέσα από τα επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστούν. Ένα από αυτά είναι ο νεαρός φοιτητής που νοιώθει έντονη μοναξιά στο χωριό του και κάποια στιγμή φεύγει. Ο γέρο ηλεκτρολόγος με τον μικρό βοηθό του αναπτύσσουν μια στενή, αγαπησιάρικη σχέση. Όταν πεθαίνει, και ο μικρός κοιτάζει επίσης να φύγει. Στο τραίνο που ανεβαίνει κρυφά τον βλέπουν και τον κατεβάζουν. Στο τέλος τον βλέπουμε να περπατάει μέσα στην έρημο, με την ταινία να τελειώνει καθώς εξαφανίζεται στο βάθος της. Μια μεγάλη γυναίκα μαθαίνει ένα τοπικό όργανο σε ένα μικρό κοριτσάκι, πιθανόν εγγονή της, σε μια σκηνή που επαναλαμβάνεται σαν λάιτ μοτίφ, κ.λπ. κ.λπ. Ένας από τους πρωταγωνιστές είναι και η άμμος της ερήμου, που απλώνεται μέχρι την ακτή, δίπλα στην οποία είναι κτισμένο το χωριό. Φτάνει μέχρι τα κατώφλια των σπιτιών.  
Το έργο ξεκινάει με ένα θάμνο τον οποίο τινάζει ψηλά στον ουρανό ο άνεμος. Τον βλέπουμε ξανά και στο τέλος. Εικόνες εξαιρετικής ομορφιάς είναι διάσπαρτες σε όλη την ταινία.   

Bamako 2006

Όλο και σε πιο μεγάλα «χωριά» καταφεύγει ο Σισάκο. Για την ακρίβεια, από το Σόκολο και το Χερεμάκονο  πηγαίνει στο Μπαμάκο, την πρωτεύουσα του Μάλι.
Με αυτό το έργο του μας έγινε πια ξεκάθαρη η ποιητική του: σκηνές από διάφορα επεισόδια, χαλαρά συνδεμένα μεταξύ τους. Ένας που του έκλεψαν το όπλο, ένας γάμος, μια μητέρα με το άρρωστο μωρό της, σκηνές από ένα έργο western που παρακολουθούν κάποια παιδιά στην τηλεόραση (ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου είναι και ο παλαιστίνιος σκηνοθέτης Elia Suleiman), ένας νεαρός μαθαίνει με μέθοδο άνευ διδασκάλου εβραίικα, πιστεύοντας ότι όταν οι ισραηλινοί θα ανοίξουν πρεσβεία στο Μάλι θα τον προσλάβουν ως φύλακα ή φρουρό, κ.ά.
Όμως στο έργο αυτό εντοπίσαμε μια διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα: υπάρχει ένα κεντρικό επεισόδιο τη ροή του οποίου διακόπτουν τα άλλα σαν ιντερμέτζα. Το επεισόδιο αυτό είναι μια «δίκη α λα Ράσελ». Κατηγορούμενοι είναι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί όπως η παγκόσμια τράπεζα, και δικάζονται για τις καταστροφές που προκάλεσαν στον Τρίτο Κόσμο. Η δίκη διεξάγεται σε μια μικρή αυλή. Ενάγων είναι η αφρικανική κοινότητα.
Η υπεράσπιση, ένας λευκός, προσπαθεί να μεταθέσει την ευθύνη από τους οργανισμούς αυτούς στην διαφθορά της εκάστοτε εξουσίας.
Λες και τα πράγματα αυτά δεν είναι αλληλένδετα! Μάλιστα, όσο πιο φτωχή είναι μια χώρα τόσο πιο διεφθαρμένοι είναι οι εκπρόσωποι της εξουσίας, καθώς είναι πιο ευάλωτοι στον χρηματισμό. Αυτά τα λέει ένας μάρτυρας κατηγορίας. Αν δεν κάνω λάθος είναι ένας λευκός, με την παθιασμένη αγόρευση του οποίου η δίκη κορυφώνεται σε ένα κρεσέντο.   
Να παραθέσουμε και μια ατάκα που ακούσαμε, για την έξυπνη μεταφορά της: «Η παγκόσμια τράπεζα είναι ο δούρειος ίππος του καπιταλισμού».
Να σημειώσουμε και μια ακόμη διαφορά: εδώ βλέπουμε ένα δραματικό τέλος.
Ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ένας άντρας πέφτει νεκρός κάτω. Ένας οδηγός σταματάει, κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του και κοιτάζει τα λάστιχα. Ο κρότος τού φάνηκε σαν κλατάρισμα.
Υπάρχει ο νεκρός, απουσιάζει όμως η πλοκή στην οποία μπορεί να ενταχθεί. Τη μόνη σύνδεση που μπορούμε να κάνουμε είναι με το κλεμμένο όπλο. Το ποιος είναι ο νεκρός, ποιος ο δολοφόνος, ποια είναι τα κίνητρα, δεν θα τα μάθουμε. Ανεξιχνίαστες δεν μένουν εξάλλου ένα σωρό δολοφονίες στον τρίτο κόσμο, από τις βραζιλιάνικες φαβέλες μέχρι τις ασιατικές παραγκουπόλεις;  
Η Ελλάδα της κρίσης θα μπορούσε να είναι επίσης ενάγων σ’ αυτή τη δίκη. Ό,τι έλεγαν οι αφρικανοί θα μπορούσαμε να το πούμε κι εμείς.
Όλοι οι έλληνες θα έπρεπε να δουν αυτή την ταινία. Όμως οι αιθουσάρχες προτιμούν τις αμερικανιές.
Ας τις προτιμούν. Εγώ θα γράφω, όσο μπορώ, για τον τριτοκοσμικό κινηματογράφο.

Timbuktu 2014

Και στο Timbuktu είδαμε την ίδια ποιητική: επεισόδια μη πυρηνικά (ας διορθώσουμε τον άστοχο όρο του Ρολάν Μπαρτ, καταλύτες), επεισόδια δηλαδή που δεν πυροδοτούν το ένα το άλλο προωθώντας τη δράση αλλά που είναι δεικτικά μιας κατάστασης. Και η κατάσταση αυτή εδώ δεν είναι μόνιμη αλλά προσωρινή, ευτυχώς: η κατάληψη και κατοχή του Timbuktu, για σύντομο διάστημα, από ισλαμιστές φονταμενταλιστές.
Απαγόρευσαν τα τραγούδια. Μια κοπέλα και ένα νεαρό που τους συλλαμβάνουν να τραγουδάνε τους τιμωρούν με 40 νομίζω μαστιγώματα. Υποχρέωσαν άνδρες και γυναίκες να φοράνε κάλτσες, και τις γυναίκες να φοράνε επί πλέον γάντια. Αβόλικο για μια γυναίκα που πουλάει ψάρια, και αρνείται να συμμορφωθεί. Βλέπουμε και το λιθοβολισμό ενός ζευγαριού. Οι μαχητές του Αλλάχ εξαναγκάζουν κοπέλες από το Timbuktu να παντρευτούν με άνδρες δικούς τους. Ο ντόπιος μετριοπαθής ιερωμένος του κάκου διαμαρτύρεται.
Απαγορεύουν και το ποδόσφαιρο. Ένας νεαρός καταδικάζεται σε είκοσι μαστιγώματα γιατί συνελήφθηκε να παίζει μπάλα. Μια ομάδα νεαρών παίζουν με μια φανταστική μπάλα. Όταν αντιλαμβάνονται ότι έρχεται από μακριά μια μοτοσυκλέτα με δυο ισλαμιστές κάνουν τάχα σουηδική γυμναστική.
Για πρώτη φορά υπάρχει και μια ιστορία με σασπένς. Ο άνδρας σκοτώνει κατά λάθος πάνω στον καυγά ένα ψαρά που του σκότωσε μια γελάδα. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ένας άγνωστος με μια μοτοσυκλέτα κουβαλάει τη γυναίκα του στον τόπο της εκτέλεσης. Τρέχει και τον αγκαλιάζει ενός ένας ισλαμιστής τους πυροβολεί. Πέφτουν νεκροί πλάι πλάι. Το έργο τελειώνει με την δωδεκάχρονη κόρη του να τρέχει να προλάβει να δει τον πατέρα της πριν τον εκτελέσουν. Μαζί της και το ορφανό παιδί που τους φυλάει τα γελάδια.
Ελπίζω να μη δούμε μελλοντικά ένα έργο με τίτλο «Παλμύρα», a la Timbuktu. Διαβάζω ότι η ISIS σφίγγει τον κλοιό.


Post a Comment