Book review, movie criticism

Saturday, May 9, 2015

Friedriech Nietzsche, Ecce homo



Friedriech Nietzsche, Ecce homo (μετ. Ρένου Πολίτη) Νέος σταθμός χχχ.

  Όταν στην ανάρτηση που έκανα για την «Αυγή» στις 26 Απριλίου έγραφα «Και με την «Αυγή» τελειώνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, το «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε» δεν φανταζόμουν ότι θα συνεχίζαμε τόσο σύντομα.
Περπατώντας στην Αιόλου έπεσα πάνω σε ένα καροτσάκι που πουλούσε βιβλία. Καθώς έχω την ακατανίκητη συνήθεια να κοιτάζω κάθε πάγκο όπου υπάρχουν βιβλία, όπως μια γυναίκα έχει την ακατανίκητη συνήθεια να κοιτάζει κάθε βιτρίνα με ρούχα, στάθηκα να χαζέψω. Όλα πουλιόντουσαν πέντε ευρώ. Βρήκα τέσσερα του Νίτσε, όμως το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» το είχα διαβάσει. Αρχικά αγόρασα μόνο τα δύο γιατί το τρίτο ήταν πολύ μικρό, μόλις 93 σελίδες, δεν άξιζε να δώσω πέντε ευρώ γι’ αυτό. Εξάλλου ο τίτλος με υποψίαζε: «Η θεωρία του σκοπού της ζωής». Δεν θυμόμουν ο Νίτσε να έχει γράψει έργο με τέτοιο τίτλο, και το πιο πιθανόν είναι, σκέφτηκα, να πρόκειται για μια επιλογή από μικρά δοκίμια διαφόρων έργων του. Ψάχνοντας τώρα στη βικιπαίδεια το επιβεβαίωσα.
Επιστρέφοντας για να αγοράσω νερό από ένα περίπτερο είπα ας πάει το παλιάμπελο, και το πήρα. Το διάβασα και επιβεβαίωσα αυτό που είχα υποψιαστεί: Όλα τα κείμενα τα είχα ξαναδιαβάσει. Μη θέλοντας να κάνω ξεχωριστή ανάρτηση θα παραθέσω μόνο το παρακάτω απόσπασμα από το προτελευταίο δοκίμιο που έχει τίτλο «Η κτηνωδία δίχως τύψεις».
«Ας μη γελιόμαστε. Και το κακό γούστο έχει τα δικαιώματά του, σαν το καλό γούστο, και μάλιστα έχει ένα προτέρημα όταν αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ανάγκη, τη βέβαιη ικανοποίηση, τη γλώσσα, κατά κάποιο τρόπο, όλων, δηλαδή μια μάσκα κι ένα ύφος που γίνονται αμέσως κατανοητά. Ενώ το καλό γούστο, το ξεχωριστό γούστο, έχει πάντα κάτι το ασυνήθιστο, το παρακινδυνευμένο. Δεν είναι σίγουρο ότι το κατανοούν, ούτε είναι, ούτε υπήρξε, ποτέ δημοφιλές (δημοφιλής γράφει, αλλά δεν αναγράφεται μεταφραστής για να τον εκθέσω, ούτε άλλωστε και χρόνος έκδοσης στο βιβλίο, μόνο ο εκδοτικός οίκος, Νέος Σταθμός).
Το γούστο παραπέμπει στον δέκτη, ενώ σήμερα η συζήτηση γίνεται για το μέσο, με τους όρους «λογοτεχνία-παραλογοτεχνία» και όχι «καλό γούστο-κακό γούστο». Με ανάλογους όρους μιλάει και ο Ρολάν Μπαρτ, ξεχωρίζοντας τα έργα σε scriptible και lisible.  
Το ίδιο σκέφτηκα και για το άλλο βιβλίο που αγόρασα, το «Φιλοσοφία», ότι δηλαδή και αυτό θα ήταν μια επιλογή δοκιμίων. Όμως για τις σχεδόν τετρακόσιες σελίδες του άξιζε να δώσω τα πέντε ευρώ.
Εδώ έπεσα έξω. Το έργο διαπίστωσα ότι ήταν μια επανέκδοση, και μάλιστα κλεψίτυπη, της «Χαρούμενης γνώσης» που διάβασα το Πάσχα στην Κρήτη. Έτσι θα μιλήσουμε μόνο για το «Ιδέ ο άνθρωπος».
Αυτό το βιβλίο το είχα διαβάσει όλο όταν ήμουν μαθητής. Είναι αυτοβιογραφικό, αν και μόνο εν μέρει, και έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι μου αρέσουν οι (αυτο)βιογραφίες. Όμως αυτό που αγόρασα δεν ήταν επανέκδοση αλλά διαφορετική μετάφραση, την οποία υπογράφει ο Ρένος Πολίτης, από τις ίδιες εκδόσεις, Νέος Σταθμός. Δεν αναγράφεται πού εδρεύουν παρά μόνο το τηλέφωνο του εκδότη που είναι υπεραστικό (Ψάχνοντας στη google βλέπω ότι είναι Νέα Μάκρη). Επίσης δεν αναγράφεται χρόνος έκδοσης, όμως ο μεταφραστής σε υποσημείωση αναφέρει ότι το μετέφρασε στο Τουρίνο από 15 Οκτώβρη έως 4 Νοέμβρη 1988. Ακόμη, σε αυτή την έκδοση υπάρχουν επί πλέον δυο «Πρόσθετα κείμενα» για τον Νίτσε, χωρίς όμως να αναφέρεται η πατρότητά τους.
Στην εισαγωγή του Γ. Ζερβού διαβάζουμε:
«Ο Νίτσε, όπως ήταν μεγάλος ποιητής – πάντα οι μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν δυνατή ποιητική έμπνευση – δεν μπορούσε να υποτάξει το λυρισμό του σε μια αυστηρά λογική συνέχεια, ούτε και να διατυπώσει τη σκέψη του με συστηματική αλληλουχία» (σελ. 9).
Διαφωνούμε μόνο με το «πάντα». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που με δυσκόλευε να διαβάσω τον Νίτσε, και που τα μόνα έργα του που κατάφερα να διαβάσω ως το τέλος, από όσο θυμάμαι, ήσαν η «Γενεαλογία της ηθικής», «Η γέννηση της τραγωδίας» και το αυτοβιογραφικό «Ιδέ ο άνθρωπος». 
Στην αυτοβιογραφία αυτή αναφέρεται στην καταγωγή του (από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από Πολωνούς ευγενείς), δίνει το ψυχολογικό του πορτραίτο και στη συνέχεια μιλάει για τους όρους συγγραφής των έργων του, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια ψυχολογική κατάσταση ήταν όταν τα έγραψε. Όποιος θέλει να διαβάσει Νίτσε, καλό θα ήταν να διαβάζει παράλληλα με το κάθε έργο το σχετικό απόσπασμα του Ecce homo που αναφέρεται σ’ αυτό. Εμείς θα προχωρήσουμε σε «διάλογο» με κάποια αποσπάσματα που επιλέξαμε χωρίς να αναφερθούμε στις γενικές του αντιλήψεις, για τις οποίες έχουμε ήδη γράψει στις παρουσιάσεις των έργων του που διαβάσαμε.
«…στη διάρκεια της χρονικής περιόδου που η ζωτικότητά μου είχε φτάσει στο κατώτερό της επίπεδο, έπαψα να ’μαι πεσιμιστής· το ένστικτο της “αυτοανασύστασής” μου, μου απαγόρευε να επαγγέλλομαι μια φιλοσοφία της φτώχειας και της αποθάρρυνσης» (σελ. 30). Οι τρεις απόπειρες αυτοκτονίας για τις οποίες διαβάζουμε σε ένα από τα «πρόσθετα κείμενα» έγιναν πιο πριν. «Τρεις φορές παίρνει μεγάλες δόσεις χλοράλ, ελπίζοντάς τις θανάσιμες. Υπάρχει όμως μέσα του, δεμένος με τον καταπονημένο νευροπαθή, ένας πνευματικός αθλητής που έχει να εκτελέσει το χρέος του. Τρεις φορές ξεφεύγει από το δηλητήριο. Δεν θα έχουν να πουν πως μια γυναίκα υπήρξε η αφορμή του θανάτου του, ότι μια γυναίκα τον εξουσίαζε – θα επιζήσει της πληγής του» (σελ. 223). Η γυναίκα αυτή ήταν η Λου Σαλομέ.   
Θυμάμαι κι εγώ, όταν στα δεκατέσσερά μου έπαψα να πιστεύω στο θεό, σαν αντίδραση έπαψα να βρίζω (και όχι μόνο Χριστούς και Παναγίες), τότε ακριβώς δηλαδή που δεν είχα κανένα φόβο για κάποια θεϊκή τιμωρία. Ξανάρχισα να βρίζω όταν έπαψα να είμαι φονταμενταλιστής άθεος. Μετά από αρκετά χρόνια (δεν θυμάμαι από πότε) δήλωνα άθεος χριστιανός ορθόδοξος. Τώρα το τι πιστεύω είναι αρκετά περίπλοκο (ή ίσως πολύ απλό, όμως έξω από το πλαίσιο του γνωστού διπολικού σχήματος μέσα στο οποίο συζητείται το θέμα) για να το αναπτύξω εδώ.
«…για μένα, το αίσθημα της φιλανθρωπίας δεν συνίσταται στο να νοιώθω πλησίον με τον άνθρωπο, έτσι όπως είναι, αλλά να ανέχομαι να τον νιώθω κοντά μου. –Η ανθρωπιά μου είναι μια συνεχής νίκη πάνω στον ίδιο μου τον εαυτό.
Ωστόσο, έχω ανάγκη μοναξιάς, θέλω να πω θεραπείας, επιστροφής στον εαυτό μου· την ανάσα ενός ελαφρού αέρα που να παιχνιδίζει ελεύθερα… Ολόκληρος ο Ζαρατούστρα μου δεν είναι παρά ένας διθύραμβος προς τιμήν της μοναξιάς…» (σελ. 50).
Ε, ας παραθέσουμε και κάτι χωρίς να το σχολιάσουμε.
«…θα μπορούσα να συμβουλέψω όσο γίνεται πιο έντονα, σ’ όλες τις ευφυείς φύσεις την απόλυτη αποχή από κάθε αλκοολούχο ποτό, αυτό που τους χρειάζεται είναι το νερό…In vino veritas· εν τω οίνω η αλήθεια· φαίνεται πως και πάνω σ’ αυτό ακόμη, διαφωνώ μ’ όλο τον κόσμο» (σελ. 61).
Το νερό το συνιστούν σε όλους οι γιατροί, και τα αλκοολούχα ποτά με μέτρο.
Και εγώ διαφωνώ με πολλά γνωμικά. Το in vino veritas δεν το καταλαβαίνω. Εκτός κι αν εννοεί ότι όταν γίνεις σταφίδα στο μεθύσι σού λύνεται η γλώσσα και λες πράγματα-αλήθειες που δεν θα τα έλεγες νηφάλιος.
«Πρέπει να μένει κανείς καθισμένος όσο το δυνατό λιγότερο· να μη δίνει πίστη σε μια σκέψη που δεν του έχει έρθει στο ύπαιθρο, την ώρα που κινείται ελεύθερα… Το να ’σαι σπιτόγατος – το έχω πει κιόλας- να το αληθινό αμάρτημα ενάντια στο πνεύμα» (σελ.61).
Να λοιπόν που και ο Νίτσε πιστεύει στις αμαρτίες!!! Όχι, δεν συμφωνώ με το παραπάνω. Στην εποχή του δεν υπήρχαν υπολογιστές, και καθώς γράφει σύντομα δοκίμια και αφορισμούς, του είναι εύκολο να καθίσει στην άκρη ενός μονοπατιού, να βγάλει το σημειωματάριό του και να καταγράψει τις σκέψεις του… Ξέχασα, αυτό μπορεί να γίνει και με αυτά τα ipad ή ipod ή πώς τα λένε. Εγώ όμως έχω ένα φτηνιάρικο κινητό.
«Ο Σταντάλ-μια από τις πιο όμορφες συναντήσεις στη ζωή μου… Ίσως μάλιστα ζηλεύω τον Σταντάλ· με ξεπέρασε, κάνοντας ένα από τα καλύτερα λογοπαίγνια άθεου, ένα λογοπαίγνιο που θα μπορούσε να ’ναι δικό μου-“Η μοναδική δικαιολογία του θεού είναι το ότι δεν υπάρχει”» (σελ. 69-70).
Αλήθεια, ποιος από τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης μπορεί να υπερηφανευθεί ότι είπε έστω και μια φορά στη ζωή του για κάποιον, «…με ξεπέρασε»;
Στα βιβλία που διάβασα μέχρι τώρα είδα τον Νίτσε κυρίως να θάβει. Εδώ επαινεί. Ανάμεσα στα πολλά ονόματα που διαβάζω είναι και του Γκυ ντε Μωπασάν, που τόσο μας άρεσε ο «Φιλαράκος» του. Διαβάζω όμως πιο κάτω «…στον Ίψεν για παράδειγμα, την τυπική αυτή γεροντοκόρη…» (σελ. 106).
Δεν πα να ’ναι Νίτσε, τέτοιους χαρακτηρισμούς τους θεωρώ κατινίστικους.
Δεν πα να ’ναι Νίτσε, διαφωνώ μαζί του όταν διαφωνεί με τον Αριστοτέλη για την τραγωδία. Και το να χαρακτηρίζει την τραγωδία ως την «υπέρτατη τέχνη της κατάφασης στη ζωή» (σελ. 116) το θεωρώ άσχετο. Όμως η σύλληψή του για το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο είναι θαυμάσια. Αργότερα πρότεινε ο Φρόιντ ένα ανάλογο δίπολο, το «αυτό», δηλαδή τα ένστικτα, και το «εγώ», τη νηφάλια διαμεσολάβηση ανάμεσα στα ένστικτα και τις κοινωνικές επιταγές.  
«Μια μέρα που ο δόκτωρ Χάινριχ ντε Στάιν μου παραπονιόταν ευγενικά πως δεν καταλάβαινε ούτε λέξη από τον Ζαρατούστρα μου του απάντησα ότι αυτό ήταν ολότελα φυσικό· και μόνο το γεγονός ότι έχεις καταλάβει, δηλαδή βιώσει έξι φράσεις, σε υψώνει ανάμεσα στους θνητούς σ’ ένα επίπεδο παραπάνω απ’ εκείνο που οι “σύγχρονοι άνθρωποι” ποτέ δεν θα ’χαν τη δυνατότητα να φτάσουν» (σελ. 93).
Κι εγώ θα ομολογήσω χωρίς καμιά τύψη (εξάλλου ο Νίτσε κατηγορεί αυτούς που νοιώθουν τύψεις) ότι σε πολλά, πάρα πολλά σημεία δεν τον καταλάβαινα, γι’ αυτό εξάλλου δεν κατάφερα να τον διαβάσω μέχρι τέλος, παρά τις επανειλημμένες απόπειρες, όταν ήμουν μικρός. Πολλοί από αυτούς που θα ισχυρισθούν ότι τον καταλαβαίνουν πλήρως στην πραγματικότητα είναι μαγεμένοι από το ποιητικό του ύφος. Εγώ όμως έχω δηλώσει, και δημόσια πρόσφατα, ότι, όπως ο Κωστής Παπαγιώργης, δεν συμπαθώ την ποίηση (εξαιρούνται οι μαντινάδες).
«Όταν στη μεταβατική περίοδο ανάμεσα σε δυο αιώνες παρακμής, μπροστά στα μάτια όλων παρουσιάστηκε μια ανώτερη δύναμη μεγαλοφυΐας και θέλησης, αρκετά ισχυρή για να δημιουργήσει μια ενιαία Ευρώπη, μια ενότητα πολιτική και οικονομική, που σκοπός της θα ’ταν να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια κυβέρνηση, οι Γερμανοί με τους απελευθερωτικούς πολέμους τους αποστέρησαν την Ευρώπη από τη σημασία, από αυτή τη θαυμαστή σημασία που περιείχε η ύπαρξη του Ναπολέοντα-έτσι έχουν βάρος στη συνείδησή τους όλα εκείνα που επακολούθησαν, όλα όσα συμβαίνουν τώρα, τη νοσηρότητα και τον παραλογισμό του πιο καταστροφικού απ’ όλους για την κουλτούρα εθνικισμού, του νευρωτικού εθνικισμού που απ’ αυτόν πάσχει η Ευρώπη, καθώς διαιωνίζει τον διαμελισμό της σε μικρά κρατίδια, η μικροπολιτική του καμπαναριού!» (σελ. 193-194).
Τελικά η Ευρώπη ενώθηκε. Δεν το έζησε αυτό ο Νίτσε, όμως παρακάτω στην ίδια σελίδα διαβάζουμε:
«…οι Γερμανοί θα κάνουν τα πάντα έτσι ώστε ένα καταπληκτικό πεπρωμένο [να ξαναενωθούν οι λαοί] να μη γεννήσει παρά ένα ποντίκι. Μέχρι τώρα, το μόνο που έκαναν ήταν να αποδείχνουν την ανυποληψία τους και πολύ αμφιβάλλω αν θα φερθούν καλύτερα στο μέλλον… Αχ! Πόσο εύχομαι μ’ όλη μου την καρδιά να φανώ σχετικά μ’ αυτό κακός προφήτης!».
Δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, ο Νίτσε φάνηκε καλός προφήτης.
«Οι θρησκείες είναι υπόθεση του όχλου…» (σελ. 201).
Εν τάξει, αυτό ας μην το βάλουμε σε ψηφοφορία όπως έκανα για έναν άλλο (αφ)ορισμό του.
Το παρακάτω το διαβάζω σε ένα από τα «Πρόσθετα κείμενα».
«Ο Νίτσε το αποφασίζει. Δε θα ξανασκεφτεί πια να γράψει, σύμφωνα με τα γούστα των άλλων, ένα συστηματικό έργο» (σελ. 299).
Κι εγώ, από τότε που υπάρχει τo blog μου στο οποίο μπορώ να αναρτώ τις βιβλιοκριτικές μου, έπαψα να τις γράφω «σύμφωνα με τα γούστα των άλλων», δηλαδή των εντύπων.
Στο Νίτσε θα επανέλθουμε. Του χρωστώ πολλά. Δεν ξέρω όμως πότε.                                    
Post a Comment