Book review, movie criticism

Friday, February 15, 2008

Friday on my mind

Το θυμήθηκα ξαφνικά, από τα αγαπημένα μου τραγούδια, late sixties.

Thursday, February 7, 2008

Τι είναι ευτυχία.

Απαντώντας στην πρόσκληση της Εύας Στάμου

Ευτυχία είναι να μην είσαι δυστυχισμένος.

Καλώ τη Σταυρούλα Σκαλίδη, τη Μαρία Ιριμπάρνε, την Ιουστίνη Φραγκούλη, τον Λευτέρη Μπαρδάκο, την abbtha, την Quartier libre, την ange-ta, την Regina B., τον Δημήτρη Βαρβαρήγο και τη Σύλβια.

Monday, February 4, 2008

Γιασμίνα Χαντρά, "Τρομοκρατικό κτύπημα" κ. ά.

Και μια ακόμη δημοσίευση: Γιασμίνα Χαντρά, "Τρομοκρατικό κτύπημα".
Όχι μόνο. Με ενθουσίασε τόσο αυτό το βιβλίο, που πήρα και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα που κυκλοφορούν στα ελληνικά, και τα παρουσιάζω κι αυτά, πολλές φορές συγκρίνοντας το ένα με το άλλο.

Γιασμίνα Χαντρά, η ελπίδα.

Πώς ανακάλυψα τη Γιασμίνα Χαντρά.
Το να συνοδεύεις μια γυναίκα για ψώνια δεν είναι ό, τι πιο ευχάριστο για έναν άντρα. Ακόμη και όταν πρόκειται για το Mall, όπου όλα τα μαγαζιά βρίσκονται δίπλα δίπλα. Σε μια ώρα τα είχα φτύσει, μέχρι που φτάσαμε στο Fnac. Πήγαμε στο τμήμα με τα γαλλικά βιβλία, και το μάτι μου έπεσε στο L’ attentat, της Γιασμίνα Χαντρά. –Πάρε το, μου είπε η φίλη μου, η συγγραφέας είναι πολύ καλή. Το πήρα όχι γιατί ήταν πολύ καλή, αλλά γιατί βρήκα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αφήσω τη φίλη μου να συνεχίσει μόνη της τα ψώνια και εγώ να την αράξω κάπου να διαβάσω. Την άραξα σε ένα παγκάκι, και αφοσιώθηκα στο διάβασμα. Και κατενθουσιάστηκα με το βιβλίο.
Έτσι ανακάλυψα τη Γιασμίνα Χαντρά.
Που ήδη από το βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου ήξερα ότι ήταν άνδρας, στρατιωτικός, που όταν παραιτήθηκε από το στρατό αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα: Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ.
Στη συνέχεια αγόρασα όλα τα βιβλία του που ήταν μεταφρασμένα στα ελληνικά.
Στο αυτί του «Τι ονειρεύονται οι λύκοι» γράφει: «Είμαι υπερήφανος που υπογράφω με γυναικείο όνομα, γιατί σέβομαι εξαιρετικά τις γυναίκες». Είμαι αντιισλαμιστής από μια φεμινιστική σκοπιά, θεωρώντας ότι οι γυναίκες υφίστανται μια φοβερή καταπίεση στις ισλαμικές χώρες, ιδιαίτερα στην μαύρη Αφρική και εκεί που επικρατούν θεοκρατικά καθεστώτα – ευτυχώς με τους Ταλιμπάν να έχουν ανατραπεί στο Αφγανιστάν έχουμε ένα λιγότερο - και το να διαβάσω μια τέτοια δήλωση από έναν άντρα συγγραφέα δεν μπορούσε παρά να με ενθουσιάσει.
Δεν σκοπεύω να κάνω μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των έργων της Γιασμίνα Χαντρά (ας αφήσουμε τον συγγραφέα με το ψευδώνυμό του, που είναι και πιο εύηχο. Άραγε ξέρουν οι συμπατριώτες μου από το Χαντρά της Σητείας ότι χαντρά σημαίνει πράσινο;). Θα γράψω μόνο για τα βιβλία που έχω διαβάσει, και για ότι με εντυπωσίασε σ’ αυτά.
Το «Μοριτούρι» (1997) είναι το πρώτο έργο που θα τον κάνει διάσημο. Αστυνομικό μυθιστόρημα, θα το ακολουθήσουν άλλα δύο.
Σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα σημασία έχει η υπόθεση και όχι το φόντο, στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα. Εδώ σημαντικό, περισσότερο ίσως για τον δυτικό αναγνώστη, είναι το φόντο. Αλγερία, σπαραζόμενη από έναν εμφύλιο. Από τη μια το Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο που χάρισε στην Αλγερία της ανεξαρτησία της διώχνοντας τους Γάλλους, και από την άλλη οι φανατικοί ισλαμιστές να σκοτώνουν τους «δικτάτορες», δηλαδή κάθε δημόσιο υπάλληλο, που κατά τη γνώμη τους βρίσκεται στην υπηρεσία ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Ο αστυνομικός Λομπ αναλαμβάνει την υπόθεση μιας εξαφάνισης, της κόρης ενός μεγιστάνα. Στην πορεία της αναζήτησης σκιαγραφείται γλαφυρά η σύγκρουση αυτή. Ο αστυνόμος Λομπ, porte-parole των αντιλήψεων του συγγραφέα, εκφράζει την αντίθεσή του, την οργή του και την αηδία του με τους ισλαμιστές.
Διαβάζοντας το «Μοριτούρι» και έχοντας ήδη διαβάσει το L’ attentat, μου ήλθε στο μυαλό ένας δικός μας συγγραφέας, για ορισμένα κοινά στοιχεία που έχουν, ακόμη και στην πορεία τους: Ο Γιάννης Ξανθούλης. Το «Μοριτούρι» διαθέτει δυο στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα δυο πρώτα έργα του Ξανθούλη, το «Ο μεγάλος θανατικός» και «Οικογένεια Μπες Βγες». Τα στοιχεία αυτά είναι το ξέφρενο χιούμορ και η ευφάνταστη μεταφρορά. Κατά τα άλλα το θανατικό που υπάρχει στα δυο αυτά έργα του Ξανθούλη τοποθετείται σε ένα περίπου σουρεαλιστικό πλαίσιο, ενώ το θανατικό στο έργο της Χαντρά είναι ένα πραγματικό θανατικό, που το έχουμε ακούσει και το ακούμε κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων.
Μια και είμαι fan των ανεκδότων, των αστείων και κάθε τι που σε κάνει να γελάς και να ξεχνάς το ζόφο που σε περιβάλει, μάρτυράς μου το blog μου, θα αντιγράψω κάθε χιουμοριστική ατάκα που βρήκα στο βιβλίο και την υπογράμμισα. Πολλές από τις χιουμοριστικές ατάκες δεν είναι παρά ευφάνταστες μεταφορές. Όταν βαρεθείτε πηδήξτε τις γραμμές.
«Δεν γυρίζει πια στο σπίτι του στο Μπαμπ ελ Ουέντ από τότε που τρεις πανομοιότυποι γενειοφόροι πήγαν να του πάρουν μέτρα για την καρωτίδα ώστε να διαλέξουν το κατάλληλο μαχαίρι» (σελ. 14).
«Κοιτάζω τον γκουρού στη φωτογραφία: είκοσι οχτώ χρόνων. Ποτέ δεν πήγε σχολείο. Ποτέ δεν έπιασε δουλειά. Προσκυνήματα μεσσιανικά στην Ασία, κηρύγματα που στάζουν δηλητήριο κι αδυσώπητο μίσος εναντίον όλου του κόσμου. Και να τον που αυτοανακηρύσσεται τιμωρός: τριάντα τέσσερις δολοφονίες, δύο τόμοι δογματικών θέσεων, ένα χαρέμι σε κάθε γιάφκα κι ένα ιερατικό δαχτυλίδι σε κάθε δάκτυλο» (σελ. 15).
«Αναγνώρισα έναν μικροέμπορο ναρκωτικών. Έναν εντελώς αηδιαστικό κοπρίτη, άνετο μες στη θανάσιμη αμαρτία όσο μια μουνόψειρα στο βρακί ενός χίπη. Σήμερα έχει ένα δίκαννο με πριονισμένη κάννη, ένα στίχο από το κοράνι στην άκρη των χειλιών κι εκδικείται με χαρά τα πρώην αφεντικά του» (σελ. 15).
«Ο Χατζ Γκαρν είναι ένας από τους πιο επικίνδυνους πειρατές των ταραγμένων υδάτων της επικράτειας. Πασίγνωστος σοδομίτης, θα έβαζε ιδέες με το νου του, βλέποντας ακόμα και την τρύπα μιας εξάτμισης. Ο θρύλος λέει γι’ αυτόν τον διακεκριμένο επί των πρωκτικών επιστημών ότι το κάνει με ότι κινείται, εκτός από τους δείκτες του ρολογιού, με ό, τι στέκεται όρθιο εκτός από τα οδόσημα, και με ό, τι ψηλαφιέται, εκτός από τις δικογραφίες» (σελ. 21).
«-Χαλαρά Λομπ, οι προσκεκλημένοι μου έχουν μακρύ χέρι.
-Το έλεγα εγώ ότι έχουν κοινά σημεία με τους χιμπαντζήδες» (σελ. 24).
«-Είναι σαν να γυρεύεις ένα έντιμο χασάπη το μήνα του ραμαζανιού» (σελ. 35). Αυτή την ατάκα θα μπορούσαμε να την τροποποιήσουμε στα καθ’ ημάς, την παραμονή των Χριστουγέννων με τις γαλοπούλες και την παραμονή του Πάσχα με τα αρνιά.
«Ο καφετζής είναι ένας στραβοχυμένος ανθρωπάκος. Χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εξυπηρετήσει τον πελάτη απ’ ό, τι ένας τελωνειακός για να αφήσει τον ταξιδιώτη να περάσει. Θα μπορούσε να δείχνει καλοκάγαθος, αν δεν είχε κολλημένο στο μούτρο του έναν αηδιαστικό σκαντζόχοιρο, μια ανατρεπτική γενειάδα που κάνει την παρέα του επικίνδυνη» (σελ. 47).
«Στον ουρανό …οι γλάροι απλώνονται σαν λευκά συνθήματα» (σελ. 58).
«Έχει τόσο ταλέντο όσο τακούνι έχει μια παντόφλα» (σελ. 76).
Κι ένα σωρό άλλα, που τα περισσότερα χρειάζονται το context τους, και δεν θέλω να παραφορτώσω το κείμενό μου.
Θα τελειώσω αναφέροντας ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους.
Οι ωραιότερες σελίδες που διάβασα στη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, είναι αυτές όπου ο ήρωας σκοτώνει τον αποπλανητή της Λολίτας. Εκτείνονται σε πάνω από τρεις σελίδες. Και φαίνεται δεν είμαι ο μόνος που έχω αυτή την αντίληψη, γιατί στο ίντερνετ βρήκα αρχείο ήχου με τον Jeremy Irons να διαβάζει τις σελίδες αυτές.
Η Χαντρά είναι πιο σύντομη. Ο Λομπ σκοτώνει τον εγκέφαλο των δολοφονιών.
«Υπάρχουν τρεις αρχές αρμόδιες να δικάζουν τους ανθρώπους κύριε Γκουλ. Η συνείδηση, η δικαιοσύνη και ο θεός. Οι δυο πρώτες συμβαίνει να αποτυχαίνουν, όχι όμως η Τρίτη. Και σας περιμένει ακλόνητη.
Τα χαρακτηριστικά του τον προδίδουν μεμιάς. Γίνεται ωχρός. Τα χείλη του ξεραίνονται.
-Δεν είστε σοβαρός, αστυνόμε. Είστε μπάτσος. Δεν έχετε το δικαίωμα…
-Πολύ φοβάμαι ότι είναι το μόνο δικαίωμα που μου έχει μείνει.
Όταν συνήλθα, έπιασα τον εαυτό μου να πατάει σαν τρελός τη σκανδάλη, ενώ η κάννη του όπλου μου είχε εδώ και πολύ ώρα παγώσει».
Είναι υπέροχο αυτό το εφέ τέλους, με το αφηγηματικό κενό.
Η Γιασμίνα Χαντρά φαίνεται να ακολουθεί μια πορεία ανάλογη με του Ξανθούλη. Στη συνέχεια γίνεται τραγικά αγέλαστος. Δεν καταφέρνω να σημειώσω καμιά χιουμοριστική ατάκα.

Στο L’ attentat, (δεν ξέρω με ποιο τίτλο εκδόθηκε στα ελληνικά, εκδόσεις Καστανιώτη), ως αφηγηματολόγο με εντυπωσίασε η αφηγηματική του τεχνική.
Η αφηγηματική τεχνική να ξεκινάς από το τέλος της ιστορίας, και η κυρίως ιστορία να φαίνεται ως αναδρομή, είναι κάτι όχι και τόσο σπάνιο στην αφήγηση, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στον κινηματογράφο. Με αυτή την τεχνική το «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, αντικαθίσταται με το «σασπένς του πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Το τέλος είναι συνήθως τραγικό, ένας θάνατος, και με αυτή την τεχνική υπάρχει η ειρωνεία της τραγωδίας και το αίσθημα το ελέου. Ο αναγνώστης ξέρει τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, συνήθως ότι θα πεθάνει, και όλα τα γεγονότα που διαβάζει στη συνέχεια, σαν αναδρομή, τα διαβάζει υπό το φως αυτής της γνώσης. Δεν αναρωτιέται τι θα γίνει στο τέλος με τον ήρωα, ξέρει ότι θα πεθάνει, και τον λυπάται προκαταβολικά. Αλλά γι’ αυτά έχω γράψει πιο αναλυτικά στο διδακτορικό μου.
Έτσι και σ’ αυτό το έργο της Γιασμίνα Χαντρά. Το έργο ξεκινάει με την ανατίναξη του αμαξιού ενός ιμάμη, που παρασέρνει στο θάνατο, μαζί με αρκετούς άλλους, τον Αμίν, τον ήρωα του μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την ίδια σκηνή.
Μέχρις εδώ δεν έχουμε τίποτα πρωτότυπο. Η πρωτοτυπία είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Παραβιάζοντας κάθε ρεαλιστική σύμβαση, η Χαντρά βάζει τον ήρωά της να αφηγείται το γεγονός, ενώ από ένα σημείο και ύστερα είναι πια νεκρός. «Ένας άντρας πιάνει τον καρπό μου, και λέει, πριν τον αφήσει να πέσει: - αυτός ο άνθρωπος είναι τελειωμένος. Τίποτα δεν γίνεται μ’ αυτόν… χέρια με σέρνουν στο εσωτερικό της καμπίνας, με ρίχνουν στο σωρό με τα άλλα πτώματα. Σε ένα τελευταίο τίναγμα, μ’ ακούω να κλαίω με λυγμούς… ‘Θεέ μου, αν είναι ένας φοβερός εφιάλτης, κάνε να ξυπνήσω γρήγορα…’».
Στο L’ attentat βρίσκουμε τον «ήρωα της μέσης του δρόμου» (middle of the road hero) των ιστορικών μυθιστορημάτων του sir Walter Scott, για τον οποίο μιλάει ο Georg Lukacz στο «Ιστορικό μυθιστόρημα» (η μετάφραση που έκανα για το έργο πριν 30 χρόνια ατύχησε με έναν τυπογράφο που είχε εκδοτικές φιλοδοξίες, και έτσι δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Το έργο, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά). Ο ήρωας της μέσης του δρόμου είναι ο ήρωας που συνδέεται με δυο αντιτιθέμενες παρατάξεις, και δέχεται τους κραδασμούς από τις πιέσεις και των δυο. Ο Αμίν είναι γιατρός χειρούργος. Παλαιστινιακής καταγωγής, έχει ισραηλινή υπηκοότητα. Η γυναίκα του είναι Παλαιστίνια. Κάποια στιγμή μπαίνει στον αγώνα, εν αγνοία του συζύγου της φυσικά. Ζώνεται με εκρηκτικά, μπαίνει σε ένα εστιατόριο και σκορπάει το θάνατο. Ο Αμίν ξυλοκοπείται από αγανακτισμένους Ισραηλινούς. Προσπαθεί να έλθει σε επαφή με την Παλαιστίνια αντίσταση, να μάθει πως έγινε η γυναίκα του καμικάζι. Προπηλακίζεται, συλλαμβάνεται και υφίσταται δυο εικονικές εκτελέσεις. Σε ένα τζαμί, όπου ψάχνει να βρει την ανιψιά του για να ζητήσει πληροφορίες, σκοτώνεται στην δολοφονική απόπειρα κατά του ιμάμη από ισραηλινούς.
Ο Αμίν κάπου λέει «είμαι χειρούργος, σώζω ζωές, δεν παίρνω ζωές». Ο Χαντρά νιώθει σαν τον ήρωά του. Καταλαβαίνει το δικαίωμα των Παλαιστινίων για μια πατρίδα, όμως δεν φαίνεται να είναι σύμφωνος με τις τυφλές επιθέσεις των καμικάζι εναντίον αμάχων. Τα αντίποινα οδηγούν σε άλλα αντίποινα, σε ένα ασταμάτητο λουτρό αίματος που τα θύματα είναι κυρίως οι άμαχοι. Το αγέλαστο, απαισιόδοξο αυτό βιβλίο, επικυρώνει την βαθειά απαισιοδοξία του με το θάνατο του ήρωα, με αυτό τον πρωτότυπο αφηγηματικό τρόπο που περιέγραψα.

Saturday, February 2, 2008

Erich Auerbach, Μίμησις, ΜΙΕΤ 2005.

Δεν τολμάς να σχολιάσεις ένα αριστούργημα, όταν ξέρεις ότι άλλοι το έχουν κάνει πιο διεξοδικά και με μεγαλύτερη επάρκεια. Θα γράψω δυο λόγια μόνο, παραπέμποντας αυτούς που θα ήθελαν περισσότερα στη wikipedia
Στο έργο αυτό του Auerbach παρελαύνει η ιστορία της Δυτικής λογοτεχνίας, από τη Βίβλο και τον Όμηρο μέχρι τον Τζέημς Τζόυς και τη Βιρτζίνια Γούλφ. Με καθοδηγητικό άξονα τη μίμηση, την αναπαράσταση, ο Auerbach σχολιάζει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας βλέποντάς τα από την άποψη του υψηλού ύφους και του χαμηλού ύφους. Η τραγωδία για παράδειγμα έχει υψηλό ύφος, σε αντίθεση με την κωμωδία που έχει χαμηλό ύφος. Σε κάποιες περιόδους και σε κάποια έργα έχουμε ανάμειξη την υφολογικών επιπέδων, όπως π.χ. στη Βίβλο.
Δεν θα σχολιάσω περισσότερο, ήθελα μόνο να κάνω μια παρατήρηση για κάτι που με εξέπληξε.
Μιλώντας για τον Ραμπελέ στο οικείο κεφάλαιο, ο Auerbach αναφέρεται στον «πολυφωνικό πλούτο» του Γαργαντούα, ενώ πιο κάτω γράφει: «Ότι ο Ραμπελέ, κοντά στα άλλα, ήταν λυρικός ποιητής, ένας πολυφωνικός ποιητής των πραγματικών καταστάσεων της ζωής, έχει παρατηρηθεί συχνά και έχει τεκμηριωθεί με την παράθεση πολλών χωρίων…» (σελ. 367).
Υπογραμμίζω τα: «πολυφωνικός» και το «έχει παρατηρηθεί συχνά», σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1945.
Έχει παρατηρηθεί συχνά, αλλά σε πόση έκταση έχει σχολιασθεί;
Φαίνεται ότι ο Μιχαήλ Μπαχτίν έλαβε υπόψη του αυτές τις παρατηρήσεις, μια και ο ίδιος ήταν μελετητής το Ραμπελέ. Εντυπωσιασμένος από την ιδέα της πολυφωνικότητας στο έργο του Ραμπελέ την ανέπτυξε περισσότερο με αναφορά στο έργο του Ντοστογιέφσκι.
Ο Μπαχτίν γράφει στα ρώσικα, γλώσσα που οι περισσότεροι δυτικοί φιλόλογοι αγνοούν. Τον ανακαλύπτουν και τον μεταφράζουν αν θυμάμαι καλά το 1965, και από τότε έγινε είδωλο, όπως και ο Βλαντιμίρ Προπ. Ο Φώτης ο Τερζάκης και ο Βασίλης ο Αλεξίου, δυο καλοί φίλοι, είναι λάτρεις του Μπαχτίν. Ο Βασίλης μάλιστα μου ζήτησε να αντιπαραβάλω με το ρώσικο πρωτότυπο τη μετάφραση ενός κειμένου του Μπαχτίν που είχε κάνει από τα ισπανικά, και δημοσιεύτηκε στην Ουτοπία. Νόμιζα, και πολλοί άλλοι φαντάζομαι, ότι ο Μπαχτίν πρότεινε την ιδέα της πολυφωνικότητας. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Auerbach διαπίστωσα ότι ο Μπαχτίν απλώς την ανέπτυξε.
Οι εκδόσεις του ΜΙΕΤ είναι οι καλύτερες που υπάρχουν, με φροντισμένη μετάφραση και επιμέλεια. Το μόνο ατόπημα που συνάντησα βρίσκεται στη σελίδα 401, στη φράση: «Το σώμα ας ξυπνάει και ας ζωογονεί τη βαρύτητα του σώματος, και το σώμα ας ελέγχει και ας σταθεροποιεί την ελαφρότητα του πνεύματος». Προφανώς αντί για «σώμα» στην αρχή της περιόδου έπρεπε να μπει η λέξη «πνεύμα». Το μεταφραστικό ατόπημα είναι του μεταφραστή των δοκιμίων του Μονταίνιου από τα οποία παρατίθεται το απόσπασμα, εδώ απλώς έχουμε ατόπημα επιμέλειας.
Στη σελίδα 463 διαβάζουμε σε απόσπασμα από τον Δον Κιχώτη: del mucho de leer se le seco el celebro de manera qua vino a perder el juicio. Μάλλον το qua είναι que.
Και ένα τρίτο.
Αλλά πιο πρώτα θα πω κάτι άλλο.
Μαθητής μου σε έκθεσή του γράφει «η νόθη». Το διορθώνω σε «η νόθα». Κάτι όμως δεν μου κάθεται καλά, αντιβαίνει τον γραμματικό κανόνα, και το ψάχνω στο λεξικό, και βλέπω ότι ο μαθητής μου είχε δίκιο. Τι ήταν όμως αυτό που με έκανε να διορθώσω σε «νόθα»; Γιατί δεν μου πήγαινε;
Δεν ξέρω γιατί. Πάντως και στον μεταφραστή της Μίμησης, τον Λευτέρη Αναγνώστου, δεν πήγαινε το «νόθη» και γράφει για «μια νόθα κόρη» (σελ. 553).
Δεν θυμάμαι σε ποιο σημείο του βιβλίου, διαβάζοντας περί της ανάμειξης των υφολογικών επιπέδων, θυμήθηκα μια ιστορία από τα μαθητικά μου χρόνια, πραγματικός διάλογος μεταξύ καθηγητών μου κατά τις πρόβες των γυμναστικών επιδείξεων, στο παραλιακό γυμναστήριο του 1ου Λυκείου της Ιεράπετρας (τα ανέκδοτα τα κόψαμε, το είπαμε, αλλά εδώ πρόκειται για πραγματική ιστορία).
- Ιδού κύριε Α (τα αρχικά φανταστικά) αι τρυφεραί νεάνιδες ενδεδυμέναι εν λευκώ.
- Ανάθεμά σε ωρέ Β α δεν είσαι μ…ας.
Γιατί την έγραψα αυτή την ιστορία.
Σαν ένα παράδειγμα μείξης υφολογικών επιπέδων, τόσο στο "ανέκδοτο", όσο και στην παρούσα βιβλιοκριτική. Το συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου, μόνο που δεν ήξερα πώς το λέγανε. Σαν τον αρχοντοχωριάτη κι εγώ. Όταν ο φίλτατος ο Μάκης μού δημοσίευσε τη βιβλιοκριτική μου για την «Καλοσύνη των ξένων» του Τατσόπουλου στην "Ομπρέλα", είπα ότι μου την κουτσούρεψε. Τώρα ξέρω. Έκανε διαχωρισμό των υφολογικών επιπέδων, και το χαμηλό υφολογικό επίπεδο το πέταξε στα σκουπίδια.
Την τελευταία μου βιβλιοκριτική για το «Αόρατο πλήθος» του Μανώλη Πρατικάκη την τελειώνω με χαμηλό υφολογικό επίπεδο (τελευταία παράγραφος) για την τοπική εφημερίδα «Ιεράπετρα 21», ενώ έχω άλλο τέλος, υψηλού υφολογικού επιπέδου, που προορίζεται για ένα άλλο περιοδικό. Σας τις παραθέτω και τις δυο.

Sunday, January 20, 2008

Μην τολμήσετε να πειράξετε τον Μπάμπη

Μπορεί να με καταδιώκει ο εωσφόρος, όμως έχω την προστασία του θεού.
Το θυμήθηκα, όχι τυχαία.
Ο φίλος μου ο Σταύρος το λέει στο διπλανό του σε μια κηδεία: «Μην τολμήσετε να πειράξετε τον Μπάμπη».
Η ιστορία άρχισε ως εξής.
Κάποιος ηλικιωμένος χωριανός μου μας έκλεβε σωλήνες του νερού. Δεν ήταν το κόστος τους, αλλά ο κόπος του πατέρα μου, γέρος άνθρωπος, να τις αντικαθιστά κάθε χρόνο – με τη βοήθειά μου φυσικά. Ως πονηρός χωριάτης όμως έγραφε πάνω το όνομά τους.
Αγαπάει ο θεός τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη. Τις βρήκα (όχι όλες φυσικά) έξω από το σπίτι του. Φώναξα τον αγροφύλακα, έγινε μήνυση. Ένα μήνα πριν τη δίκη πέθανε από την επάρατο. Στενοχωρήθηκα. Έτσι όταν με ενημέρωσαν κάποιοι χωριανοί μου ότι ένας γείτονάς μου σε ένα αμπέλι είχε κάνει κάποια καταπάτηση, δεν έδωσα συνέχεια, δεν έκανα μήνυση. Είπα «Δεν θα τα πάρει μαζί του στον άλλο κόσμο». Σε μερικούς μήνες πέθανε κι αυτός από την ίδια ασθένεια. Στην κηδεία του είναι που είπε την παραπάνω φράση ο φίλος μου ο Σταύρος.
Πριν λίγες μέρες, περνώντας από ένα σπίτι που είχα νοικιάσει πριν τέσσερα χρόνια, είδα ότι πουλιόταν. Από περιέργεια έγραψα το τηλέφωνο. Τηλεφώνησα. Απάντησε ένας μεσίτης. Πήρα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη, το τηλέφωνο είχε αλλάξει. Το κινητό του δεν απαντούσε. Προφανώς πέθανε, και τον κληρονόμησαν οι συγγενείς του. Δεν παίρνω κι όρκο. Όταν άφησα το σπίτι, μου έφαγε τη μισή εγγύηση. Με διαβεβαίωσε ότι θα μου την επέστρεφε, και έτσι δεν έκανα αυτό που κάνουν όλοι, να την συμψηφίσω με τα δυο τελευταία νοίκια.
Έτσι θυμήθηκα τη φράση του Σταύρου. Με πείραξε, και μάλλον το πλήρωσε κι αυτός όπως οι άλλοι δυο.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όλοι όσοι με πειράζουν πεθαίνουν.
Τώρα, γιατί τα γράφω όλα αυτά.
Έτσι, για να γράψω κάτι για το blog μου, όχι μόνο βιβλιοκριτικές.

Thursday, January 17, 2008

Απαντώντας στην πρόσκληση της Ιουστίνης Φραγκούλη

Καταθέτω το ποίημά μου (ή μάλλον ένα απόσπασμα)

κ’ οι μάνες είναι για να κλαίν’, οι άντρες για να παλεύουν,
τα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι,
το αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά,
κ’ η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

(από το "Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο") του Ελύτη

Καλώ τους:
alef
abbtha
quartier libre
Σταυρούλα Σκαλίδη
Λευτέρη Μπαρδάκο
ange-ta
Εύα Στάμου
Maria Iribarne
Σύλβια

Monday, January 14, 2008

Τζ. M. Κουτσί (Koetzee)

Και μια δημοσίευση:
Τζ. Μ. Κουτσί, Ξένα ακρογιάλια, Λέξημα 13-1-2008.

Τζ. Μ. Κουτσί, Ξένα ακρογιάλια, Μεταίχμιο 2007, σελ. 365.

Ένας λογοτέχνης μιλάει για ομοτέχνους του σε κριτικά κείμενα που συναρπάζουν με την οξύτητα της παρατήρησης και τη γλαφυρότητα του ύφους.

Συνήθως είναι διακριτοί οι ρόλοι, από τη μια ο λογοτέχνης και ο ποιητής, από την άλλη ο βιβλιοκριτικός και ο θεωρητικός της λογοτεχνίας. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπου θεωρητικοί της λογοτεχνίας γράφουν λογοτεχνία (π.χ. David Lodge), και λογοτέχνες που γράφουν για τη λογοτεχνία (π.χ. T.S. Eliot). Ο Τζ. Μ. Κουτσί (Koetzee, σε περίπτωση που θέλετε να τον αναζητήσετε στο διαδίκτυο) είναι πανεπιστημιακός, καθηγητής λογοτεχνίας στο Cape Town, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος, και μάλιστα τόσο αξιόλογος, ώστε να τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2003.
Σ’ αυτό το βιβλιοκριτικό μας σημείωμα θα ασχοληθούμε με μια συλλογή (για την ακρίβεια επιλογή) κριτικών δοκιμίων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Ξένα ακρογιάλια» και υπότιτλο «Κριτικά δοκίμια» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου και με πρόλογο του επιμελητή Άρη Μπερλή. Τα δοκίμια έχουν επιλεγεί με κριτήριο το ενδιαφέρον που πιθανόν να έχουν για τον Έλληνα αναγνώστη. Να σημειώσουμε ακόμη ότι προλογίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας για την ελληνική έκδοση.
Η κριτική ματιά ενός ομότεχνου έχει ειδικό ενδιαφέρον, ίσως μάλιστα μεγαλύτερο από την ματιά του κριτικού της λογοτεχνίας, μια και είναι πιο σπάνια. Και ακόμη περισσότερο, όταν η κριτική αυτή ματιά είναι ιδιαίτερα διαπεραστική.
Το πρώτο κείμενο της συλλογής έχει θέμα (και τίτλο) «Τι είναι κλασικό». Κριτικάροντας τις αντιλήψεις του Έλιοτ όπως τις εκθέτει σε ομότιτλη διάλεξη, ο Κουτσί συνεχίζει με μια προσωπική του εμπειρία, ένα άκουσμα του Μπαχ, για να ξεδιπλώσει τις προσωπικές του σκέψεις για το τι είναι κλασικό. Η διαχρονική αξία ενός έργου κλασικού συχνά είναι αντικείμενο μεθοδεύσεων.
Τα υπόλοιπα κείμενα είναι δοκίμια πάνω σε συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο Κουτσί δεν ξεκινάει προγραμματικά να μιλήσει για κάποιον συγγραφέα. Το κριτικό του δοκίμιο αποτελεί απάντηση σε ένα ερέθισμα, που συνήθως είναι η μετάφραση του έργου ενός συγγραφέα, που μόλις κυκλοφόρησε. Η καλή του γνώση της γερμανικής του επιτρέπει να υποβάλει σε εξονυχιστικό έλεγχο μεταφράσεις έργων του Ρίλκε, του Μούσιλ και του Κάφκα.
Ο Κουτσί, κρίνοντας τις μεταφράσεις, κρίνει και τους συγγραφείς. Συχνά είναι ιδιαίτερα καυστικός, όπως για παράδειγμα με τον Τουργκένιεφ. Μειώνονται μήπως γι αυτό το λόγο οι συγγραφείς αυτοί στα μάτια μας; Ο Νίτσε νομίζω είπε, ότι αν ήταν να χαθεί το έργο του θα προτιμούσε να μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών από τα επικριτικά σχόλια ευφυών συγγραφέων παρά από τα επαινετικά λόγια μετριοτήτων.
Ο Κουτσί, κρίνοντας μεταφράσεις, παραθέτει αναγκαστικά και από το πρωτότυπο. Θα περιμέναμε από τον μεταφραστή να παραθέτει και την αγγλική μετάφραση, για να μπορούμε να υποβάλουμε την κριτική του Κούτσι στη δική μας κρίση. Για παράδειγμα το κείμενο για τον Μπόρχες καταλήγει: «Στο The circular ruins [Τα κυκλικά ερείπια], ένα αφήγημα για την ανδρική αναπαραγωγικότητα και τη γέννηση αρσενικών παιδιών, ο Μπόρχες γράφει: «a todo padre le interesan los hijos que ha procreado [Κάθε πατέρας ανησυχεί για τους γιους που γέννησε]. Ο Χάρλεϋ μεταφράζει: Κάθε γονιός ανησυχεί για τα παιδιά που γέννησε». Ο Χάρλεϋ μεταφράζει στα αγγλικά, και θα θέλαμε και την αγγλική μετάφραση, και όχι μόνο τη μετάφρασή του στα ελληνικά.
Είχα τους ενδοιασμούς μου. Κάθε πατέρας ανησυχεί για τα παιδιά που γέννησε και όχι μόνο για τους γιους, αυτό είναι μια κοινή εμπειρία, τουλάχιστον στη Δύση, αλλά και στην Ανατολή, όπου η βρεφοκτονία των κοριτσιών ανήκει πια στο παρελθόν. (hijos στα ισπανικά σημαίνει γιοι, αλλά και παιδιά γενικά). Μήπως όμως στο αφήγημά του ο Μπόρχες εννοεί πράγματι γιους; Αυτό αφήνει να εννοηθεί ο Κουτσί, χαρακτηρίζοντας το αφήγημα του Μπόρχες ως «ένα αφήγημα για την ανδρική αναπαραγωγικότητα και τη γέννηση αρσενικών παιδιών». Έπρεπε να το επιβεβαιώσω. Ευτυχώς είχα πρόσφατα διαβάσει τις «Μυθοπλασίες» από τη σειρά του Βήματος, όπου ο Δημήτρης Καλοκύρης μεταφράζει: «Κάθε πατέρας νοιάζεται για τα παιδιά που γέννησε». Τελικά δεν ξέρω πώς ο Κουτσί έβγαλε το παραπάνω συμπέρασμα για το πού αναφέρεται το αφήγημα. Γιατί το αφήγημα είναι εντελώς ξεκάθαρο. Ο γιος του ήρωα δεν είναι παρά μια υλοποίηση της φαντασίας του, ένα είδωλο: «Να μην είσαι άνθρωπος, αλλά προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου». Αυτό είναι το θέμα, και σε ένα εντυπωσιακό εφέ έκπληξης, που είναι ταυτόχρονα και εφέ τέλους, διαβάζουμε: «Αλαφρωμένος (ο πατέρας), έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ο ίδιος ήταν όνειρο που κάποιος άλλος ονειρευόταν». Αυτή η ολοκληρωτική παρανόηση ως προς το θέμα του αφηγήματος ενισχύει την αντίληψή μου ότι τα δοκίμια πρέπει να τα διαβάζουμε περισσότερο για τη λογοτεχνικότητά τους – για μένα η κεντρική αυτή έννοια των Ρώσων φορμαλιστών δεν θα παλιώσει ποτέ, όπως και η Ποιητική του Αριστοτέλη - και λιγότερο για τη γνώση που μπορεί να προσφέρουν, γιατί η γνώση αυτή μπορεί πολλές φορές να είναι ψεύτικη. Και ομολογουμένως τα δοκίμια του Κουτσί διακρίνονται για τη μεγάλη λογοτεχνικότητά τους.
Και, μια και ο Κουτσί κρίνει μεταφράσεις, ας κάνουμε και εμείς κάποια σχόλια για την παρούσα μετάφραση. Δεν έχουμε το αγγλικό κείμενο, αλλά η λέξη «παραβιαστότητα» (ως ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται τη βία και την παραβιαστότητα, σελ. 65) μας είναι άγνωστη, όχι όμως και η παραβατικότητα. Για την πρώτη το google δεν μου έδωσε κανένα αποτέλεσμα, ενώ για τη δεύτερη έβγαλε δέκα σελίδες.
Διαβάζουμε: «Τα Θαυμαστά χρόνια έχουν και τις longuers τους» (σελ. 213). Δεν μπορούν να ξέρουν όλοι οι αναγνώστες γαλλικά, μια υποσημείωση δεν θα έβλαπτε, αν και μπορεί να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για πλατειασμούς, αλλιώς «κοιλιές». Αν πέφτω έξω, αυτό ενισχύει την άποψή μου για την ανάγκη υποσημείωσης. Κατά τα άλλα η μετάφραση είναι αρκετά καλή.
Θα τελειώσω με δυο σκέψεις, από τις οποίες η πρώτη είναι συγκριτολογικού χαρακτήρα. Από όσο ξέρω, μόνο ο Γιάλομ βάζει πρόσωπα από τον κόσμο του πνεύματος να πρωταγωνιστήσουν σε έργα που δεν είναι μυθιστορηματικές βιογραφίες: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ». Από τον πρόλογο του επιμελητή μαθαίνω ότι και ο Κουτσί έγραψε ένα μυθιστόρημα, το The master of Petersburg (1994), όπου πρωταγωνιστής είναι ο Ντοστογιέφσκι. Από τον κινηματογράφο θυμάμαι τον «Ταχυδρόμο» (Il postino, 1994, του Michael Radford) όπου ένας από τους ήρωες είναι ο Νερούντα.
Και η δεύτερη σκέψη:
Θαυμάζουμε τους δυο μεγάλους, τον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι. Όμως οποία διαφορά στις ζωές τους! Ο ένας κόμης, έζησε μέσα σε ανέσεις, αν και από χόμπυ παρίστανε κάπου κάπου το χωρικό, και δούλευε μάλιστα σαν χωρικός. Ο άλλος άρρωστος, επιληπτικός, ήταν μια ζωή βουτηγμένος στα χρέη. Αν ζούσα τον 18ο αιώνα και ήταν να διαλέξω σε ποιον από τους δυο να μετεμψυχωθώ, θα προτιμούσα τον Τολστόι.

Μπάμπης Δερμιτζάκης