Book review, movie criticism

Sunday, April 6, 2014

Ελένη Στασινού, Οι πιρογιέρηδες του έρωτα



Ελένη Στασινού, Οι πιρογιέρηδες του έρωτα, Όστρια 2014, σελ. 147

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα παραμύθι για έφηβους και μεγάλους, για τον έρωτα, την ειρήνη και την αγάπη για τον συνάνθρωπο

  Αν δεν ήξερα ότι το έγραψε η Ελένη Στασινού θα έλεγα ότι είναι ένα από τα παραμύθια της Χαλιμάς, ένα από τα χίλια και ένα. Μπορώ όμως να το θεωρήσω ως το χιλιοστό δεύτερο.
  Υπάρχουν παραμύθια για παιδιά αλλά και παραμύθια για μεγάλους. Σήμερα το παραμύθι έχει υποχωρήσει στα παιδιά, παλιά όμως έτερπε κυρίως τους μεγάλους. Τα παραμύθια της Χαλιμάς στις «Χίλιες και μια νύχτες» είναι η πιο γνωστή περίπτωση, όπως βέβαια και οι ιστορίες του Νασρεντίν Χότζα.
  Δυο παραμύθια που μου αφηγήθηκε η γιαγιά μου και τα οποία ενσωμάτωσα στο βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας» είναι καθαρά παραμύθια για μεγάλους. Το ένα μάλιστα είναι σόκιν. Το ότι είναι για μεγάλους δεν το ήξερα, το έμαθα από τη δασκάλα μου την συγχωρεμένη κυρία Ειρήνη, που όταν μας ρώτησε ποιο παιδί θέλει να πει ένα παραμύθι, αμέσως σήκωσα με προθυμία το χέρι μου: -Κυρία, εγώ, εγώ.
  Πήγαινα τότε στη δευτέρα δημοτικού. Όταν τέλειωσα το παραμύθι μού έκανε την παρατήρηση ότι τέτοια παραμύθια δεν λέγονται στην τάξη. Τότε κατάλαβα πως πρόκειται για παραμύθι για μεγάλους. Αλλά τι φταίω εγώ αν η γιαγιά μου με αντιμετώπιζε ως μεγάλο; Πάντως, επειδή θα σας έχει φάει η περιέργεια ποιο είναι αυτό το παραμύθι, το βιβλίο μπορείτε να το κατεβάσετε από την ιστοσελίδα μου ή σε μορφή pdf από το scribd.
  Το στίγμα του βιβλίου της Στασινού το δίνει η παρακάτω φράση, μεγαλειώδης στην αποφθεγματική της απλότητα: «Οι τελειότεροι έρωτες είναι οι ανολοκλήρωτοι». Έχουμε ξαναγράψει γι’ αυτό, και για τελευταία φορά στην κριτική που κάναμε μόλις πριν λίγες μέρες για τη «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη. Να επαναλάβουμε; «Ένα χρόνο το περισσότερο», τραγουδάει ο Καρβέλας-για τους ολοκληρωμένους έρωτες. Όσο για τους ανολοκλήρωτους, αυτοί μας στοιχειώνουν μια ζωή.
  Μπορεί και λιγότερο, αν είμαστε τυχεροί. Ο Αμανάς περίμενε τη Σαμάνα 24 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να αγγίξει άλλη γυναίκα. Και δεν είχε και λίγες, ολόκληρο χαρέμι, αφού ήταν βασιλιάς. Όμως η Σαμάνα, ξέροντας τη φθορά του έρωτα με τη συμβίωση, αρνείται να μείνει κοντά του αφού ολοκλήρωσαν τη σχέση τους. Θέλει να βαδίσει δίπλα του και όχι να ταυτιστεί μαζί του, όπως οι πιρογέρηδες που πλέουν πλάι πλάι, σε κάποια ινδιάνικη φυλή.
  «Άμανα», του λέει η Σαμάνα, στην προτελευταία σελίδα του βιβλίου, «δεν έχεις καταλάβει τίποτα; Εμείς, είμαστε οι πιρογέρηδες. Εμείς, η νύχτα και η μέρα. Η βροχή και η ξηρασία. Η στεριά και η θάλασσα. Ο ουρανός κι η γη. Ο πόλεμος κι η ειρήνη, το μίσος και η αγάπη. Ο άντρας και η γυναίκα. Καταδικασμένοι κι ευλογημένοι να μην ταυτιστούμε ποτέ. Και πάντα να ονειρευόμαστε αυτή την ταύτιση. Αν το θες, ζήσε μοναχά μέσα από αυτή την αγάπη».
  -Θέλω να τη ζήσω αυτή την αγάπη, της απαντάει.
  «Θα ρέει αυτή η αγάπη στο εσωτερικό των αισθήσεων. Ποιος θα μπορέσει να καταστρέψει μια τέτοια αγάπη;».
  Η ερώτηση φυσικά είναι ρητορική.
  Η ένωση, η πλήρωση, είναι και ο θάνατος του έρωτα, και όχι μόνο. Ο Χέγκελ, τον οποίο επαναλαμβάνει ο Μαρξ, λέει ότι οι αντιθέσεις οδηγούν την εξέλιξη της ιστορίας, με προσωρινές ισορροπίες-συνθέσεις. Η αντίθεση τροφοδοτεί την αρνητική εντροπία, αποτρέποντας τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος, μας λέει η θερμοδυναμική. Ε, θέλω να χρησιμοποιήσω κι εγώ τις δικές μου μεταφορές.
  Όμως δίπλα στον έρωτα που είναι το κύριο θέμα του βιβλίου υπάρχει και το κήρυγμα ενάντια στην κοινωνική αδικία. Ο Σάναμα, σαν άλλος Σιντάρτα, χωρίς να ακολουθήσει όμως το παράδειγμά του, ξεφεύγοντας από την αυστηρή επιτήρηση του παλατιού πηγαίνει έξω στην πόλη και βλέπει το λαό. Επιστρέφοντας, λέει αγανακτισμένος στον πατέρα του.
  «Κι οι σκλάβοι που ζουν εκεί είναι θαύματα του Δημιουργού πατέρα; Οι αγωγιάτες; Οι εργάτες που ζούνε σε τρώγλες; … Κι οι βαθμούχοι του στρατού και της διοίκησης κι οι πάμπλουτοι έμποροι κι οι μορφωμένοι κρατικοί που ζουν στην πάνω πόλη, είναι κι αυτοί θαύματα; …μαζί με τους αρρώστους που πεθαίνουν από πείνα και επιδημίες; Είναι θαύματα πατέρα οι μανάδες να κλαίνε και να θάβουν με τα χέρια τα παιδιά τους;…» (σελ. 45-46).
  Η Σάναμα, εξίσου ευαίσθητη στην κοινωνική αδικία αλλά πιο ενεργητική σε σχέση με τον Άμανας, εκβιάζει τους ηγεμόνες να ειρηνεύσουν και βοηθάει με κάθε τρόπο τους υπηκόους τους στις δυσκολίες τις ζωής τους.
  Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Γιατί, ένας μαγικός ίασπης που της κληροδότησε η μητέρα της τής δίνει μαγικές ικανότητες. Διατρέχει τις τεράστιες αποστάσεις του πλανήτη μας μεταμορφωνόμενη σε πουλί. Έτσι τη βλέπουμε να πηγαίνει στους Βίκινγκς, στους Ινδούς, στους Άραβες, σε κάθε μέρος που υπάρχουν πολεμοχαρείς βασιλιάδες και υπήκοοι που υποφέρουν.
  Πότε γίνονται όλα αυτά;
  Δεν έχει και μεγάλη σημασία. Πάντως η Στασινού τοποθετεί την ιστορία της κάπου στις αρχές του 10ου αιώνα, και αυτό το κάνει στη μέση της ιστορίας της· την ίδια περίπου εποχή που η Σεχεραζάντ αφηγείται τα παραμύθια της στον βασιλιά Σαχριάρ.
  Συναρπαστική στην αφήγησή της στην οποία έχει τιθασεύσει αρκετά την ποιητική της γλώσσα με την οποία μας έχει συνηθίσει στα μυθιστορήματά της, δοκιμάζει με επιτυχία το λογοτεχνικό της ταλέντο, εκτός από την ποίηση και το μυθιστόρημα, και στο παραμύθι. Της ευχόμαστε από αυτές τις γραμμές να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο της, όπως και το επόμενο, το μυθιστόρημα «Ο χορός των κρυστάλλων», που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Χίλων και το οποίο περιμένουμε με μεγάλη ανυπομονησία. 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Friday, April 4, 2014

David Lean, Most of his films

David Lean, Most of his films

The sound barrier
  Είναι μια ταινία γεμάτη σασπένς, που αναφέρεται στις προσπάθειες κατασκευής αεροσκάφους που να διασπάσει το φράγμα του ήχου. Ο επιχειρηματίας στο βωμό αυτού του οράματος θα θυσιάσει τον γαμπρό του, αφού πρώτα θυσίασε το γιο του που ακολούθησε την κρυφή επιθυμία του πατέρα του να γίνει ιπτάμενος. Τελικά θα το κατορθώσει ένας οικογενειακός φίλος του ζευγαριού. Οι θυσίες δεν πήγαν χαμένες.

A passage to India
  Συνήθως διαβάζω πρώτα το βιβλίο και μετά βλέπω την ταινία. Δεν έχω το κουράγιο να διαβάσω το μυθιστόρημα του Φόστερ, είναι τόσα πολλά που έχω να διαβάσω, κι έτσι προτίμησα να δω την ταινία·  που την είχα βέβαια ξαναδεί, αλλά δεν την θυμόμουνα, σε αντίθεση με τη «Γέφυρα του ποταμού Κβάι», τον «Λώρενς της Αραβίας» και τον «Δόκτορα Ζιβάγκο», που τις είδα τουλάχιστον δυο φορές. Τον «Δόκτορα Ζιβάγκο» σκοπεύω να τον ξαναδώ, γιατί θέλω να διαβάσω και το βιβλίο, που δεν το έχω διαβάσει ακόμη. Θυμάμαι μαθητής που το βρήκα στον Άγιο Νικόλαο και τον αγόρασα στα αγγλικά. Δεν το διάβασα όμως.
  Είναι μια εξαιρετική ταινία, χωρίς ιδιαίτερα εξωτικά εφέ, που δίνει όμως την εικόνα της αυτοκρατορικής Αγγλίας και την περιφρονητική στάση που κρατούσαν οι εγγλέζοι αποικιοκράτες απέναντι στους Ινδούς. Ανάμεσά τους υπήρχαν και οι εξαιρέσεις, που δεν έβλεπαν τους ινδούς σαν υπάνθρωπους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Φίλντινγκ. Θα συγκρουστεί με την κοινότητα υπερασπιζόμενος τον ινδό γιατρό που κατηγορείται για απόπειρα βιασμού της Adela. Το ίδιο και η Adela, που όταν συνέρχεται από το σοκ και αντιλαμβάνεται ότι δεν είχαν συμβεί έτσι τα πράγματα αποσύρει τη μήνυση, παρά την απομόνωση που της στοιχίζει από την κοινότητα. Είναι μια ταινία που την είδα με μεγάλη ευχαρίστηση.

  Στον David Lean οδηγήθηκα από την «Μαντάμ Μποβαρύ». Όπως έχω ξαναγράψει, όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα κοιτάζω να δω και τις αντίστοιχες ταινίες που έχω στο αρχείο μου. Και ο David Lean γύρισε μια ελεύθερη μεταφορά της «Μαντάμ Μποβαρύ», την «Κόρη του Ράιαν». Δεν πειράζει να κάνω επικόλληση εδώ τα λίγα λογάκια που έγραψα γι’ αυτή την ταινία στην ανάρτηση που έκανα για το μυθιστόρημα.
  Τέλος (ξανα)είδαμε την «Κόρη του Ράιαν» (1970), του υπέροχου σκηνοθέτη David Lean. Τα αριστουργήματά του τον ξεπέρασαν, αφού τώρα μόλις, διαβάζοντας το βιογραφικό του, μαθαίνω ότι «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι», «Ο Λώρενς της Αραβίας» και ο «Δόκτορ Ζιβάγκο» είναι δικές του δημιουργίες. Στη Βικιπαίδεια διαβάζουμε ότι David Lean's film Ryan's Daughter (1970) was a loose adaptation of the story, relocating it to Ireland during the time of the Easter Rebellion. The script had begun life as a straight adaptation of Madame Bovary, but Lean convinced writer Robert Bolt to re-work it into another setting.
  Και πράγματι μόνο τη βασική γραμμή του μυθιστορήματος ακολουθεί ο David Lean. Τη δική του ιστορία την κάνει πιο επεισοδιακή τοποθετώντας την στο background της ιρλανδικής επανάστασης ενάντια στην κυριαρχία των εγγλέζων. Εστιάζει περισσότερο στην αμφιθυμία των αισθημάτων των δύο κεντρικών ηρώων καθώς και στην μελαγχολία του νεαρού αξιωματικού με το κομμένο πόδι (του μοναδικού εραστή της Ρόζυ, ο οποίος τελικά θα αυτοκτονήσει), παραβιάζοντας παγιωμένες αφηγηματικές αναμονές: οι κάτοικοι του χωριού δεν μαθαίνουν ποτέ ποιος είναι ο προδότης, και δεν ξέρουμε αν το ζευγάρι, που φεύγει για το Δουβλίνο κάτω από τα γιουχαΐσματα των χωριανών, θα χωρίσει τελικά ή όχι. Ο παπάς ελπίζει πως όχι.  

  Μεγάλες Προσδοκίες (1946)
  Το έχω γράψει και πιο πάνω ότι διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα βλέπω και ταινίες που έχουν γυριστεί σαν μεταφορά ενός μυθιστορήματος ή εμπνευσμένες από αυτό. Υπάρχουν όμως και μυθιστορήματα που έχω διαβάσει παλιά, και τα οποία δεν είναι Μαντάμ Μποβαρύ για να θέλω να τα ξαναδιαβάσω. Ένα τέτοιο είναι και οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς.
  Το να ξαναδώ την ταινία, όπως και κάθε ταινία που είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που έχω διαβάσει, εκτός από την απόλαυση που μου προσφέρει με βοηθάει να ξαναθυμηθώ την πλοκή. Η πλοκή σε ένα μυθιστόρημα είναι υποτιμημένη σε σχέση με το ύφος, μια από τις συνέπειες του μοντερνισμού. Και βέβαια ούτε εγώ αγνοώ ότι η Ιλιάδα είναι άλλο πράγμα στο πρωτότυπο και άλλο πράγμα στα Κλασικά Εικονογραφημένα, όπως και ο Δον Κιχώτης στην πλήρη έκδοση και στην συντομευμένη για παιδιά. Όμως και πάλι πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντική. Και δεν παρασύρομαι καθόλου από το ευφυολόγημα του Marshal Mc Luhan να θεωρήσω το μέσο ως το μήνυμα. Έτσι, βλέποντας την ταινία και καθώς μου έρχεται στο μυαλό μου το μυθιστόρημα, συνειδητοποιώ ένα από τα μοτίβα σε κάποια κορυφαία μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, και που προφανώς υπάρχει και σε πολλά άλλα. Αυτό είναι το μοτίβο του φιλόδοξου νεαρού που ανεβαίνει στην κοινωνική ιεραρχία. Βέβαια ο Julien Sorel ανεβαίνει με το σπαθί του ενώ ο Πιπ με το τυχαίο μιας ευεργεσίας, για την καλοσύνη που έδειξε σε ένα δραπέτη. Ο Ραστινιάκ είναι το ίδιο φιλόδοξος και λαχταρά να αναρριχηθεί κοινωνικά («Το νου σου Παρίσι, σου έρχομαι», αναφωνεί στο τέλος του μυθιστορήματος του Μπαλζάκ), όμως ο Γκυ ντε Μωπασάν, στο τέλος του αιώνα, αντιμετωπίζει με σαρκασμό τον δικό του φιλόδοξο νεαρό, τον «Φιλαράκο».
  Τώρα το σκέφτομαι, αυτός ο τίτλος είναι σαν να χλευάζει τη σημερινή νεολαία της κρίσης, που δεν μπορεί καθόλου να έχει μεγάλες προσδοκίες.
   
Blithe spirit (1945)

  Όπως διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο, πρόκειται για μεταφορά ενός θεατρικού έργου του Noël Coward.
  Η κωμωδία είναι το είδος που μου αρέσει περισσότερο, αλλά και από το οποίο μπορεί να απογοητευθώ ακόμη περισσότερο, αν η ταινία είναι σαχλοκωμωδία. Πάντως οι καλύτερες κωμωδίες που έχω δει είναι οι θεατρικές, μεταφερμένες στην μεγάλη οθόνη.
  Το έργο του Νόελ Κάουαρντ μου θύμισε τα διαβάσματά μου, τότε που έγραφα το πρώτο μου βιβλίο, για την παραψυχολογία. Εκείνη την εποχή το θέμα ήταν ιδιαίτερα της μόδας. Μου θύμισε και το «Μέντιουμ», όπερα του Τζιαν Κάρλο Μενότι την οποία άκουγα φοιτητής.
  Μια παραψυχική συνεδρία έχει σαν αποτέλεσμα να έλθει το φάντασμα της Ελβίρας, της πρώην γυναίκας του Τσαρλς, που τον παρενοχλεί επιδιώκοντας το θάνατό του για να τον έχει μαζί της στον άλλο κόσμο. Στο τέλος θα καταφέρει να σκοτώσει τη Ρουθ, τη δεύτερη γυναίκα του, ενώ αγωνίζονταν, αυτή και ο άντρας της, να τη στείλουν από εκεί που ήλθε. Στο τέλος, συνωμοτώντας οι δυο γυναίκες, θα τον σκοτώσουν και αυτόν. Τους βλέπουμε και τους τρεις καθισμένους στη γέφυρα όπου έγινε το ατύχημα στην τελευταία σκηνή της ταινίας, σαν φαντάσματα.
  Η Ελβίρα είναι ορατή στον Τσαρλς, όχι όμως και στη Ρουθ, και έτσι δημιουργούνται αρκετά από τα κωμικά επεισόδια της ταινίας, καθώς ενώ ο Τσάρλς απευθύνεται στην Ελβίρα, η Ρουθ νομίζει ότι μιλάει σ’ αυτήν παρεξηγώντας πάντα τα λεγόμενά του.
  Δεν είναι μαύρη κωμωδία, αφού το υπερφυσικό είναι παρόν. Φαντάζομαι ότι ο Κάουαρντ πρότεινε στο Λιν να γυρίσει την ταινία, στην οποία είναι συμπαραγωγός, για το λόγο ότι στον κινηματογράφο μπορεί να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση του υπερφυσικού με τα φαντάσματα πολύ πιο πειστικά από ό,τι μπορεί να γίνει στη σκηνή.
  Ήταν μια ταινία ιδιαίτερα απολαυστική, τη χάρηκα

Wednesday, April 2, 2014

Παντελής Βούλγαρης, Μικρά Αγγλία



Παντελής Βούλγαρης, Μικρά Αγγλία (2013)

  Πάντα αντιμετώπιζα με δυσπιστία τις μεταφορές μυθιστορημάτων στον κινηματογράφο, αλλά και πάντα τις έβλεπα, από συγκριτολογικό ενδιαφέρον. Ήξερα βέβαια ότι ο Παντελής Βούλγαρης είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, ο καλύτερος που μας έμεινε μετά τον άδικο χαμό του Αγγελόπουλου, που έδειξε το ταλέντο του ήδη από την πρώτη του ταινία που έκανε πάταγο εκείνη την εποχή, το «Προξενιό της Αντιγόνης», δεν περίμενα όμως ότι θα έβλεπα μια τόσο εξαιρετική ταινία όπως είναι η «Μικρά Αγγλία».
  Διαυγής αλλά και ποιητικός – πράγματα που συχνά δεν πάνε μαζί - στην αφήγησή του, ο Παντελής ανασυσταίνει με συνέπεια το κλίμα ενός νησιού την εποχή του μεσοπολέμου – η «Μικρά Αγγλία» είναι μια μεταφορική προσωνυμία της Άνδρου – και της ζωής τόσο των ναυτικών όσο και των οικογενειών τους, δίνοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη ιστορία αγάπης.
  Ο Καρβέλας τραγουδάει «ένα χρόνο το περισσότερο», τόσο κρατάει ο έρωτας, ο έρωτας που ευοδώνεται και μάλιστα με γάμο, όμως ο έρωτας ο ματαιωμένος, ο έρωτας που δεν τον άφησαν να ανθίσει, στοιχειώνει για μια ζωή τους δυο ερωτευμένους ήρωες της Καρυστιάνη. Ο Σπύρος ζητάει σε γάμο την Όρσα με την οποία αγαπιούνται, όμως η μητέρα της αρνείται γιατί δεν είναι καπετάνιος. Η Όρσα, για να κρύψει την εγκυμοσύνη της, θα παντρευτεί εσπευσμένα τον πρώτο υποψήφιο γαμπρό, που θα έχει βέβαια την έγκριση της μητέρας της. Ο Σπύρος, απελπισμένος, θα ζητήσει σε γάμο την αδελφή της τη Μόσχα, αναζητώντας στο πρόσωπό της τη χαμένη του αγάπη. Η μητέρα θα συγκατατεθεί αυτή τη φορά, γιατί έχει γίνει στο μεταξύ καπετάνιος. Όσο για τον πατέρα, αυτόν δεν θα τον ρωτήσουν. Είναι ναυτικός, ζει μακριά, με τη δεύτερη οικογένειά του, ταξιδεύοντας συνέχεια υποτίθεται. Ο Σπύρος, συνειδητοποιώντας ότι είναι αδύνατο να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη, καπαρώνει ένα σπίτι στον Πειραιά. Η Μόσχα πατάει πόδι: δεν θέλει να εγκαταλείψει το νησί και την οικογένειά της.
  Η ζωή για την Όρσα γίνεται δύσκολη. Η συμβίωση με την αδελφή της και τον άντρα της, τον άντρα που αγαπάει, είναι μαρτύριο. Η έλλειψη μόνωσης των δύο ορόφων την κάνει να ακούει συνεχώς τους ήχους και τα αναστενάγματα από τις ερωτικές συνευρέσεις τους, πράγμα που την τρελαίνει.
  Έρχεται ο πόλεμος, και όλο αυτό το διάστημα έχει καταφέρει να κρύψει καλά το μυστικό της. Όταν όμως τους ανακοινώνουν ότι πνίγηκε ο Σπύρος της θα ξεσπάσει σε ουρλιαχτά πόνου και απελπισίας, αποκαλύπτοντας τον έρωτά της.
  Σε λίγο θα μαθευτούν και οι λεπτομέρειες, και θα μισήσουν κόρες και πατέρας, που στο μεταξύ έχει πει αντίο στην λατινοαμερικάνα γυναίκα του για να επιστρέψει στην ελληνίδα, την σκληρόκαρδη μητέρα, που το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η οικονομική επιφάνεια του γαμπρού αδιαφορώντας για τα αισθήματά του, και μη ψάχνοντας καν να μάθει τα αισθήματα που πιθανόν η κόρη της να έτρεφε γι’ αυτόν.
  Η Όρσα θα βυθιστεί σιγά σιγά στην αρρώστια, ψυχική και σωματική. Ο άντρας της θα πάει στην Αμερική, μετά το σκάνδαλο είναι αδύνατο να εξακολουθήσει να μένει μαζί της, και ο γιος της θα μπαρκάρει. Μετά την πρώτη εχθρική αντίδρασή της, η Μόσχα θα συμπαρασταθεί στην αδελφή της. Αυτή κάποια στιγμή θα της αποκαλύψει τη μοναδική επαφή που είχε όλα αυτά τα χρόνια με τον άντρα της, ένα μισάωρο μόλις, στα βράχια στην ακροθαλασσιά.
  Είπα ότι είδα την ταινία και από συγκριτολογικό ενδιαφέρον, όμως το μυθιστόρημα το διάβασα τότε που εκδόθηκε, πριν 17 χρόνια, και τις παραπάνω γραμμές τις έγραψα χωρίς να διαβάσω τι είχα γράψει τότε για το βιβλίο. Θα ξαναδιαβάσω τώρα εκείνη τη βιβλιοκριτική.
  Βλέπω 395 αναγνώσεις, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ διαβάζοντάς τη λεπτομέρειες από την πλοκή, και έτσι δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν απόκλινε ο Βούλγαρης – συνήθως οι σκηνοθέτες αποκλίνουν – και πόσο απ’ αυτή, πάντως η γενική εντύπωση που μου έδωσε είναι η ίδια με εκείνη που μου έδωσε η ταινία· την οποία, περιττό να πω, δεν πρέπει να χάσει κανείς. Όχι μόνο για την εξαιρετική σκηνοθεσία του Βούλγαρη αλλά και για τις υπέροχες ερμηνείες όλων των ηθοποιών, με κορυφαία της Πηνελόπης Τσιλίκα στην ερμηνεία της Όρσας.
 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Προσεγγίσεις στον ευρωπαϊκό πολιτισμό



Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Προσεγγίσεις στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, Δρόμων 2014, σελ. 432

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Για πρόσωπα, ρεύματα και τάσεις του ύστερου ευρωπαϊκού πολιτισμού μας μιλάει ο συγγραφέας στο τελευταίο του βιβλίο

  Με τον μετριόφρονα τίτλο «Προσεγγίσεις στον ευρωπαϊκό πολιτισμό» αντί για μελέτες, όπως είναι ουσιαστικά, ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης μας παρουσιάζει μια ακόμη πλευρά του συγγραφικού εαυτού του, αυτή του επιστήμονα-μελετητή. Τον γνωρίσαμε ως ποιητή, ως διηγηματογράφο, ως μυθιστοριογράφο, ακόμη και ως δημοσιογράφο με τις 64 συνεντεύξεις που πήρε για να δημοσιευτούν σε ξεχωριστό τόμο και για τις οποίες γράψαμε πριν λίγες μέρες στο Λέξημα, και τώρα ως μελετητή-δοκιμιογράφο.
  Οι θεματικές των μελετών του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού: Λογοτεχνία – Ιστορία – Φιλοσοφία – Ιστορία Τέχνης – Ανθρωπογεωγραφία – Εκπαίδευση και τέλος Ελληνική Ιστορία.
  Ο Αλέξης Ζήρας σημειώνει στην εισαγωγή του:
  «Το βιβλίο του ακολουθώντας, όπως θα αναφέρουμε και αργότερα, το παράδειγμα των ευρέων συνθέσεων της ιστορίας και ανατρέχοντας σε όλη την εποχή της νεοτερικότητας, είναι στην ουσία μια ακόμα αφήγηση του τρόπου με τον οποίο οι επιστήμες προετοίμασαν και βοήθησαν την έξοδο του ανθρώπου από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα».
  Και συνεχίζει πιο κάτω: 
  «Τι διακρίνουμε σ’ αυτό το βιβλίο, στις Προσεγγίσεις στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό που είναι περισσότερο μια σύνοψη άλλων, προγενέστερων συνθέσεων; Νομίζω ότι ξεχωρίζουμε την ολιστική επιθυμία ενός σχεδίου που το θεμελιώδες του χαρακτηριστικό βρίσκεται στην άποψη ότι ο κόσμος δεν είναι απλώς ένα άθροισμα κάποιων επιμέρους κομματιών που το καθένα συνδέεται με το άλλο σαν εξάρτημα μιας παμμέγιστης μηχανής, αποσυνδεδεμένης όμως από τον άνθρωπο».
  Ακόμη προσθέτει:
  «Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης διερευνά τον τρόπο ή έναν από τους τρόπους που οι επιμέρους όψεις αυτού του πολιτισμού συνδέονται αλληλεπιδρώντας με την ανθρώπινη εμπειρία. Ιστορία, γεωγραφία, ναυσιπλοΐα, πόλεμοι, μέθοδοι παραγωγής˙ οι τέχνες και η λογοτεχνία ειδικότερα, από την άλλη μεριά, ως απόπειρες μεταμόρφωσης της αγωνίας του νεοτερικού ανθρώπου να καταλάβει και να υπερβεί τα όριά του».
  Και καταλήγει:
  «…στο βιβλίο αυτό προβάλλεται ανάγλυφη η επιθυμία ενός νέου ερευνητή, του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, να συγκροτήσει το γνωστικό του πεδίο, να δει και να ανασυνθέσει ένα τόσο απαιτητικό θέμα, δοκιμάζοντας, εν τέλει, τις δικές του συνάφειες».
  Η επιθυμία αυτή, θα σημειώσουμε εμείς, υλοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο σε αυτό του το πόνημα.
  Στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ονόματα όπως ο Δάντε, ο Ρουσσώ, ο Νίτσε, ο Μπρετόν, ο Κουν, ο Πόπερ, ο Ντιρκέμ, ο Ντεμπυσί, κ.ά., ενώ κάποιους  διανοητές τους αντιμετωπίζει συγκριτολογικά, ως ζευγάρια, όπως Hobbes και Locke, Νίτσε και Καντ, Άντονυ Γκίντενς και Ζίγκμουντ Μπάουμαν.
  Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραθέσω από τον Μπάουμαν, καθώς χθες μου έστειλε μια φίλη με e-mail μια καταπληκτική συνέντευξή του, την οποία προώθησα στους φίλους μου και την ανάρτησα στoν τοίχο μου στο facebook.
  Διαβάζω για τον Μπάουμαν:
  «Η πρώτη σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι για τον Μπάουμαν η νεωτερικότητα αποτελείται από ‘κοινωνίες της παραγωγής’, σε αντίθεση με τις ‘κοινωνίες της κατανάλωσης’ που χαρακτηρίζουν την μετανεωτερικότητα. Η συλλογικότητα που χαρακτήριζε τις νεωτερικές κοινωνίες του φορντισμού και των συνδικάτων, και το αίσθημα ομαδικότητας, δίνει σταδιακά τη θέση του σε μια κοινωνία από άτομα που καταναλώνουν όχι τόσο για λόγους ανάγκης αλλά περισσότερο για λόγους ‘προσωπικής θεραπείας’ και ‘συλλογής αισθήσεων’. Δεν υπάρχει πλέον ‘στρατηγική’ ζωής και μακροπρόθεσμοι στόχοι παρά μόνο η συλλογή της εμπειρίας και η ικανοποίηση του πρόσκαιρου ‘παρόντος’».
  Και πιο κάτω:
  «Συνοψίζοντας για τον Ζίγμουντ Μπάουμαν, οι σχέσεις των ανθρώπων όπως διαμορφώνονται σε μια σύγχρονη κοινωνία γίνονται όλο και περισσότερο ασθενικές και προβληματικές, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου υπήρχε ένα ασφαλέστερο δίχτυ ασφαλείας. Αυτή η εξασθένιση οφείλεται στο ‘ξερίζωμα’ του τοπικού με την έννοια ότι η εξουσία έχει αποσχιστεί σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές κυβερνήσεις κι έχει μεταβιβαστεί στα παγκόσμια κέντρα αποφάσεων. (στον ανεξέλεγκτο παγκόσμιο υπερτοπικό χώρο). Τα μεταναστευτικά ρεύματα, τα ξεριζώματα, η ανασφάλεια που προκύπτει καθώς και η κατάρρευση της συστηματικής σκέψης και του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, όπως και η εξασθένηση των κοινωνικών δομών οδηγούν στον κατακερματισμό της πολιτικής δράσης και του ατομικού βίου και επηρεάζουν την κοινωνική δομή με αποτέλεσμα μια ρευστότητα και ένα ασταθές πλαίσιο αναφοράς».
  Δυστυχώς ο χώρος δεν επιτρέπει να δώσουμε και άλλα δείγματα γραφής του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, όπου με σαφήνεια, παρά την πυκνότητα στην οποία είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος, εκθέτει τις αντιλήψεις διανοητών και χαρακτηριστικά εποχών, ρευμάτων και καταστάσεων. Το έργο αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί παράλληλα, πέρα από τα έργα που παραθέτει στην εισαγωγή του ο Αλέξης Ζήρας, και με τον τρίτο και τέταρτο τόμο της «Κοινωνικής ιστορίας της τέχνης» του Άρνολντ Χάουζερ. Ευχόμαστε από τις γραμμές αυτές να είναι και αυτό το βιβλίο του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Συνέντευξη με τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν

Μια εξαιρετική συνέντευξη με τον Ζίγκμουντ Μπάουμαν, στην οποία εκφράζει θέσεις που με βρίσκουν σχεδόν απόλυτα σύμφωνο.