Book review, movie criticism

Sunday, October 4, 2015

Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας



Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας (μετ. Κ.Λ. Μεραναίος) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 175

Η «Γέννηση της τραγωδίας» είναι το πρώτο έργο του Νίτσε που διάβασα, μαθητής δευτέρας γυμνασίου. Επίσης είναι το πρώτο έργο που έγραψε, το 1972, σε ηλικία 28 χρονών. Το 1868, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, είχε γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Basel στην Ελβετία.
Το βιβλίο αυτό το ξαναδιάβασα, τουλάχιστον δεύτερη φορά, το 1985, όταν έγραψα μια μικρή μελέτη για την Αντιγόνη. Εδώ βλέπουμε όχι τον Νίτσε τον φιλόσοφο αλλά τον Νίτσε τον φιλόλογο, βαθιά ελληνολάτρη.
Στο βιβλίο του αυτό ο Νίτσε αναπτύσσει την αντίληψη ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το πνεύμα της μουσικής, της μουσικής η οποία είναι διονυσιακή (διθύραμβος), αφού συνδέθηκε με το «εικαστικό», πλαστικό απολλώνιο πνεύμα, το πνεύμα της γαλήνιας ενατένισης των μορφών της φαινομενικότητας. Όπως υποστηρίζει, το απολλώνιο πνεύμα αναδεικνύει την ατομικότητα ενώ το διονυσιακό την εκστατική/οργιαστική εκμηδένιση του εγώ.
Έχω γράψει κι εγώ γενικά για την τραγωδία. Μένοντας κοντά στον αριστοτελικό ορισμό, ανάρτησα στο διαδίκτυο κάποιες σκέψεις για την τραγωδία, σκέψεις που χρησιμοποίησα στα μαθήματα της εξομοίωσης και αφού είχα έλθει σε επαφή με το ασιατικό θέατρο, καρπός του οποίου υπήρξε το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας». Στην τραγωδία αναφέρομαι και σε δυο σύντομα άρθρα, το ένα με τίτλο «Η αρχαιοελληνική τραγωδία, το κινέζικο θέατρο και ο Μπρεχτ» και το άλλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ».
Όπως και ο Νίτσε θεωρώ κι εγώ την τραγωδία σαν σύνθεση του απολλώνιου στοιχείου του έπους, είδους αριστοκρατικού (η μη έκφραση συναισθημάτων και η γαλήνια αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι αριστοκρατική αντίληψη) και του διονυσιακού στοιχείου της λυρικής ποίησης, μιας ποίησης «αστικής» που εκφράζει συναισθήματα, σύνθεση που επιτεύχθηκε όταν τα αστικά στρώματα νίκησαν την αριστοκρατία και επέβαλαν τη δημοκρατία, στα όργανα της οποίας επικρατούσαν πάντα, όπως στις σημερινές δημοκρατίες επικρατεί πάντα (ή σχεδόν πάντα) η πλουτοκρατία.
Σήμερα θα μπορούσα να συμπληρώσω ότι το «επικό», δηλαδή το αφηγηματικό στοιχείο,  στην τραγωδία από αριστοκρατικό έγινε λαϊκό, ενώ το «λυρικό» στοιχείο των στασίμων, το κατ’ εξοχήν ποιητικό, στοιχείο μιας ελίτ κυρίως αστικής αλλά και αριστοκρατικής, εξοβελίστηκε σταδιακά από την τραγωδία, η οποία υποχώρησε σιγά σιγά σε πιο λαϊκά γούστα. Δεν είναι τυχαίο που του Ευριπίδη (του επιτίθεται άγρια ο Νίτσε) έχουν σωθεί 18 τραγωδίες, ενώ του Αισχύλου και του Σοφοκλή μόνο 7 από τον καθένα. Για να κάνω μια σύγκριση με το σήμερα, ο «λαός» αρέσκεται σε ιστορίες, που άλλες βλέπει στο σινεμά και άλλες τις διαβάζει στα μυθιστορήματα, ενώ οι πνευματικές ελίτ διαβάζουν ποίηση.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Νίτσε, στο βιβλίο αυτό παρατηρούμε αντιφάσεις με τη μεταγενέστερη σκέψη του. Εδώ μιλάει για τον θαυμαστό λαό των Ελλήνων. Στα μεταγενέστερα έργα του όμως ο λαός έχει μια άλλη σημασία, είναι το παρακατιανό ισοδύναμο του σκλάβου που με τον χριστιανισμό και την ηθική του έχει κυριαρχήσει πάνω στην αριστοκρατία. Ακόμη ο Νίτσε δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο ότι ο Απόλλων ήταν ένας από τους Ολύμπιους θεούς της αριστοκρατίας, ενώ η νικηφόρα τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών λάτρευε τον θεό Διόνυσο, τον λαϊκό θεό του κρασιού και του έρωτα, στις γιορτές του οποίου δινόντουσαν οι παραστάσεις της τραγωδίας. Στα μεταγενέστερα έργα του τον πεσιμισμό και τον μηδενισμό της σύγχρονης εποχής τον χρεώνει στην καταπίεση των ενστίκτων (και ο Φρόιντ στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» λέει κάτι ανάλογο), καταπίεση για την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη η χριστιανική ηθική των «σκλάβων», ενώ εκεί που μπορούμε να δούμε αχαλίνωτα τα ένστικτα είναι ακριβώς στις λαϊκές τάξεις.
  Καιρός όμως να δώσουμε κάποια αποσπάσματα.
  «Η γνώση σκοτώνει τη δράση, στη δράση χρειάζεται ο αντικατοπτρισμός της αυταπάτης» (σελ. 59).
  Δηλαδή για ένα πουκάμισο αδειανό, μόνο που το γεγονός ότι είναι αδειανό θα το δεις, αν το δεις, εκ των υστέρων.
«Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνάμε πως το κοινό της αττικής τραγωδίας ξανάβρισκε τον εαυτό του στο χορό της ορχήστρας, και πως κατά βάση δεν υπήρχε καμιά αντίθεση, καμιά αντινομία μεταξύ του χορού και του κοινού: γιατί όλοι ήσαν ένας μεγάλος, υπέροχος χορός Σατύρων που τραγουδούσαν και χόρευαν, ή χορός εκείνων που ένοιωθαν πως αντιπροσωπεύονταν απ’ αυτούς τους Σάτυρους» (σελ. 62).
Αυτό, όπως είπαμε, στην εποχή του Αισχύλου. Την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου ο χορός αρχίζει να γίνεται ένα στοιχείο βαρετό γι’ αυτό το κοινό. Δεν ενδιαφέρει πια το συναίσθημα αλλά ο σοφιστικέ διάλογος των προσώπων. Αυτό ο Νίτσε θα το χρεώσει στον Σωκράτη. 
«Αναφορικά με» (σελ 105). Τη φράση αυτή τη συνάντησα συχνά στο βιβλίο. Επέμενα να τη χρησιμοποιώ στις εκθέσεις μου, ακόμη και όταν ένας φιλόλογός μου – όνομα και μη χωριό – μου τη διέγραφε ως λάθος.
«…το άτομο θα πίστευε, όπως ο κάτοικος των νησιών Φίτζι, πως επιτελεί υπέρτατο υιικό καθήκον σκοτώνοντας τον πατέρα του και φιλικό καθήκον σφάζοντας τον φίλο του:  πρακτικός πεσιμισμός…» (σελ. 109).
Αν είναι αλήθεια.
«…την πλαστική τέχνη, ως απολλώνια, και τη μουσική, ως διονυσιακή» (σελ. 112). Κάθε τι που αναπαριστάνει μορφές ο Νίτσε το χαρακτηρίζει απολλώνιο, όπως και το έπος («Ο πλαστικός καλλιτέχνης, όπως επίσης κι ο επικός καλλιτέχνης που του μοιάζει, καταποντίζεται στη θεώρηση των εικόνων» (σελ. 44). Το έπος βέβαια κυρίως αφηγείται ιστορίες. Ο Νίτσε αντιτίθεται σφόδρα στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να αποδώσει μορφές. Μόνο τα αισθήματα που μπορούν να πυροδοτήσουν οι μορφές μπορεί να αποδώσει. Αυτό υποστηρίζει, αν θυμάμαι καλά, μιλώντας για την «Ποιμενική».
«Τίποτα δεν είναι φοβερότερο από έναν βάρβαρο λαό σκλάβων, που έμαθε να θεωρεί την ύπαρξή του για αδικία και ετοιμάζεται να εκδικηθεί…» (σελ. 129).
Εδώ βλέπουμε τον Νίτσε των μεταγενέστερων έργων του. Οι έλληνες δεν είναι τέτοιος λαός. Τελικά (εδώ βρίσκεται η αντίφαση), υπάρχουν λαοί που δεν είναι σκλάβοι, και λαοί στους οποίους η πλειοψηφία είναι σκλάβοι και μια μειοψηφία οι εκλεκτοί. Οι σύγχρονοι ευρωπαϊκοί λαοί ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. 
«…ο Χορός του Λούθηρου αντήχησε σαν η πρώτη διονυσιακή επίκληση που διαπερνά ένα πυκνό δάσος, όταν δειλά ξεπροβάλλει η άνοιξη» (σελ. 165).
Σε μεταγενέστερα έργα του όμως ο Νίτσε κατηγορεί την Λούθηρο που με τη μεταρρύθμισή του αναβίωσε τον χριστιανισμό, τον οποίο η Αναγέννηση περιθωριοποιούσε όλο και περισσότερο.
«…η τέχνη δεν είναι μόνο μίμηση της φυσικής πραγματικότητας αλλά μάλλον ένα μεταφυσικό συμπλήρωμα της φυσικής πραγματικότητας, που είναι τοποθετημένο δίπλα της, για να μπορέσει να την υπερπηδήσει» (σελ. 170).
Πολλά πράγματα είναι η τέχνη, είναι και αυτό.
Αυτά για τον Νίτσε προς το παρόν. Η επόμενη ανάρτησή μας θα είναι για τις επιστολές του, και μάλλον όχι προς το παρόν.  

Terry George, Hotel Rwanda



Terry George, Hotel Rwanda (2004)

  Πάλι συμπτωματικά, αφού είδαμε την ταινία του Raoul Peck Sometimes in April που αναφέρεται στη γενοκτονία της Ρουάντα, πέσαμε πάνω στο «Ξενοδοχείο Ρουάντα» που αναφέρεται στα ίδια γεγονότα, αλλά που τώρα αποτελούν το φόντο ενός πραγματικού περιστατικού, παρόμοιου με αυτό της «Λίστας του Σίντλερ». Ο Paul Rusesabagina, manager στο ξενοδοχείο Milles collines στο Kigali, έσωσε από τη σφαγή 1268 άτομα, Τούτσι και Χούτου, δίνοντάς τους καταφύγιο στο ξενοδοχείο του, εκείνο το μοιραίο τρίμηνο Απρίλη – Ιούνη 1994 κατά το οποίο σφαγιάστηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο Τούτσι από τους Χούτου πριν εκδιωχθούν από τους αντάρτες πέρα από τα σύνορα του Κογκό. Πραγματικά συγκλονιστική ταινία.

Wednesday, September 30, 2015

Klint Eastwood, Invictus




  Δεν το επιδιώξαμε, προέκυψε, συμπτωματικά είδαμε την ταινία μετά το Yesterday του Darrell Roodt (θα κάνουμε αργότερα συνολική ανάρτηση για κάποιες ταινίες του), που αναφέρεται στην Νότιο Αφρική. Το Yesterday αναφερόταν στην εξέγερση των μαθητών κατά του apartheid, ο «Ανίκητος» του Klint Eastwood αναφέρεται στην μετά apartheid εποχή, τότε που ο Νέλσον Μαντέλα αγωνιζόταν για την εθνική συμφιλίωση. Το σενάριο της ταινίας στηρίζεται πάνω στο πραγματικό γεγονός της κατάκτησης του παγκόσμιου κυπέλλου ράγκμπι από τη Νότια Αφρική το 1995, ένα χρόνο ακριβώς μετά το τέλος του apartheid. Η εθνική ομάδα, αποτελούμενη από λευκούς με εξαίρεση ένα μαύρο, δεν ήταν πολύ πρόθυμη να αγωνιστεί για την κατάκτηση του κυπέλλου, ενώ οι μαύροι ποτέ δεν την υποστήριζαν κατά τη διάρκεια του apartheid. Ο χαρισματικός Klint Eastwood με μια θαυμάσια ταινία δείχνει τις προσπάθειες που κατέβαλε ο Μαντέλα για να αμβλύνει τις εκατέρωθεν επιφυλάξεις.
Τον είδα και στο Hereafter, στο Million dollar baby και στις «Γέφυρες του Μάντισον», εξαιρετικός σκηνοθέτης, θα πρέπει να δω και άλλα έργα του.

Tuesday, September 29, 2015

Friedriech Nietzsche, Η γενεαλογία της ηθικής



Friedriech Nietzsche, Η γενεαλογία της ηθικής (μετ. Μίνας Ζωγράφου) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 167

  Τη «Γενεαλογία της ηθικής» και τη «Γέννηση της τραγωδίας» δεν είχα σκοπό να τα ξαναδιαβάσω, γιατί ήδη τα είχα ξαναδιαβάσει. Τελικά άλλαξα γνώμη, είπα να τα διαβάσω και αυτά. Έτσι, μετά τον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» θα γράψουμε σήμερα για τη «Γενεαλογία της ηθικής».
Το βιβλίο αυτό του Νίτσε είναι αυτό που μου άρεσε περισσότερο από όλα του τα βιβλία. Μάλιστα όταν ήλθα στην Αθήνα να δώσω πανελλαδικές – ή όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, δεν θυμάμαι – το αγόρασα και στα γερμανικά, με τη φιλοδοξία να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Εγκατέλειψα το εγχείρημα από την πρώτη σελίδα, το βρήκα αρκετά δύσκολο.
Το έργο αυτό είναι συστηματικό, και τα κείμενα που το απαρτίζουν, ταυτοποιημένα και αυτά αριθμητικά, είναι πιο εκτενή και πιο συνεκτικά μεταξύ τους. Πολλές από τις ιδέες του μου άρεσαν ιδιαίτερα, και μάλιστα, ενώ συνήθως υπάρχει το φαινόμενο της κρυπτομνησίας, σε μένα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κάποιες σκέψεις που είχα κάνει χρόνια αργότερα νόμιζα ότι ήταν ανάμνηση από τη Γενεαλογία, ενώ, ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, δεν τις βρήκα εκεί, αλλά η πηγή έμπνευσής τους είναι σαφέστατα αυτό το βιβλίο.
Η κεντρική ιδέα του Νίτσε είναι η «μεταμόρφωση των ιδεών» (σελ. 19), μια «διολίσθηση του σημαινομένου» που τις περισσότερες φορές έχει την μορφή της «νέκρωσης» μιας μεταφοράς του σημαίνοντος.
Διαβάζουμε:
  «Ποια είναι ακριβώς από ετυμολογική άποψη η έννοια της λέξης «καλός» στις διάφορες γλώσσες; Τότε ανακάλυψα πως όλες απορρέουν από την ίδια μεταμόρφωση των ιδεών, πώς παντού, η ιδέα του «έξοχου» και του «ευγενούς» με την έννοια της κοινωνικής τάξης, είναι η βασική ιδέα απ’ όπου γεννιέται και αναπτύσσεται αναγκαστικά η ιδέα «καλός» με την έννοια του «ψυχικά έξοχου» και «ευγενής» με την έννοια του «ψυχικά προνομιούχου. Και αυτή η ανάπτυξη είναι πάντα παράλληλη μ’ εκείνη που τελικά μεταμόρφωσε τις έννοιες «λαϊκός», «πληβείος», «ταπεινός» στη συνολική έκφραση «κακός» (σελ. 19).
Αντί να συνεχίσει όμως με το «καλός» συνεχίζει με το κακός, θεωρώντας ότι η γερμανική λέξη schlecht (κακός) προέρχεται από το schlicht (απλός).
Το «ευγενής» πράγματι σήμερα δεν σημαίνει αυτόν που προέρχεται από καλή γενιά, αλλά αυτόν που έχει την συμπεριφορά εκείνη που αποδιδόταν παλιά στους ευγενείς. Ένα ακόμη παράδειγμα, μεταφορικά χρησιμοποιούμε τη λέξη «ιππότης» για να δηλώσουμε τον άνθρωπο που έχει «ιπποτική» συμπεριφορά, κυρίως απέναντι στις γυναίκες.
Με το «καλός» όμως;
Η λέξη στα αρχαία σήμαινε κυρίως τον ωραίο. Με τη σημασία αυτή χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη. Αργότερα, θα μπορούσε να πει ο Νίτσε, οι χριστιανοί περιόρισαν τη σημασία της λέξης, και κατέληξε να σημαίνει μόνο τον άνθρωπο που διακρίνεται για μια «εσωτερική, ηθική ομορφιά». Κάτι ανάλογο έγινε και με το λατινικό virtus, που μεταφράζουμε ως αρετή, ενώ τότε σήμαινε κυρίως την ανδρεία. Όσο για τον αγαθό (καλός καγαθός, ο ωραίος και ανδρείος), δεν είναι πια ο ανδρείος αλλά ο ηθικά καλός, για να διολισθήσει τελικά η σημασία του αγαθού στην αρνητική συνδήλωση του αγαθιάρη.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα αποσπάσματα που σχετίζονται με την αμαρτία. «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών» σημαίνει συγχώρεσε τις αμαρτίες μας, αλλά κυριολεκτικά σημαίνει «διάγραψε το χρέος μας».
Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να πληρώσεις αυτά που χρωστάς. Σήμερα αν δεν πληρώσεις ενδέχεται να πας φυλακή. Εκείνη την εποχή μπορεί να γινόσουν δούλος.
Και όχι μόνο. Διαβάζουμε:
«…ο δανειστής μπορούσε να εξευτελίσει και να βασανίσει με κάθε τρόπο το σώμα του οφειλέτη, όπως, παραδείγματος χάρη, να κόψει ένα μέλος του, που θα του φαινόταν ανάλογο με το μέγεθος του χρέους. Με βάση αυτή τη νοοτροπία, έγιναν παντού κι’ από νωρίς ακριβείς αξιολογήσεις, πολλές φορές φριχτές για τη λεπτολογία τους, αξιολογήσεις που είχαν τη δύναμη δικαιώματος για τα διάφορα μέλη και μέρη του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο κι’ απόδειξη μιας πιο δίκαιης, πιο υψηλής, πιο ρωμαϊκής δικαστικής αντίληψης, εκείνο το διάταγμα του νόμου της Δωδεκαδέλτου, που όριζε πως ήταν αδιάφορο αν, σ’ αυτή την περίπτωση, έπαιρνε ο δανειστής λιγότερο ή περισσότερο κρέας» (σελ. 57-58).
Στη Βενετία όμως, την εποχή που τοποθετεί ο Σαίξπηρ την τραγωδία του, φαίνεται ότι αυτό δεν ίσχυε, έπρεπε να πάρει ο δανειστής την ακριβή ποσότητα κρέατος από τον χρεώστη. Εκτός και αν δεν ήταν καλά πληροφορημένος.
Η αυτομαστίγωση που κάνουν κάποιοι φανατικοί καθολικοί, κυρίως (ή μόνο;) στην Ασία, εντάσσεται σ’ αυτή τη λογική: βασανίζομαι για να μου συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
«… η σκληρότητα αποτελούσε την αγαπημένη απόλαυση της πρωτόγονης ανθρωπότητας» (σελ. 59).
Ο Νίτσε συνηγορεί με την σκληρότητα. «…την εποχή όπου η ανθρωπότητα δεν ντρεπότανε καθόλου για τη σκληρότητά της, η ζωή κυλούσε με περισσότερη γαλήνη παρά στην εποχή μας όπου βασιλεύει ο πεσιμισμός» (σελ. 60).
 Ο χριστιανισμός, μας λέει, έκανε τον άνθρωπο μαλθακό. Ξεχνάει όμως ο Νίτσε ότι τις αρένες με τις μονομαχίες και τις ζωομαχίες δεν τις επινόησαν οι αγαπημένοι του Έλληνες, αλλά οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι. Ακόμη ότι στις τραγωδίες ποτέ δεν παρουσιαζόταν φόνος στη σκηνή, αλλά πάντα off-stage.
Το μόνο «τελετουργικό» υπόλειμμα αυτής της αρχαίας βαρβαρότητας είναι οι ταυρομαχίες. Α, ναι, και οι δημόσιες εκτελέσεις στο Ιράν. Καιρός να καταργηθούν.
«…τη μνησικακία: αυτό το λουλούδι που ανθίζει σήμερα μ’ όλη του την ομορφιά στους αναρχικούς και στους αντισημίτες, μ’ όλο που είναι διαφορετική η μυρωδιά του» (σελ. 68).
Είναι να σηκώνεται η τρίχα αμφοτέρων όταν διαβάζουν αυτές τις γραμμές, βλέποντας ότι ο Νίτσε τους βάζει στο ίδιο τσουβάλι.  
Οι δυο πρώτες πραγματείες ήταν για μένα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Βέβαια τις ιδέες που εκτίθενται εκεί τις βρήκα και στα άλλα του βιβλία. Το θέμα της τρίτης και τελευταίας πραγματείας «Ποιο είναι το νόημα κάθε ασκητικού ιδανικού» με ξένισε λίγο. Υπάρχουν σήμερα ασκητικά ιδανικά; Υπάρχει κανείς σήμερα που να εμπνέεται από «τα τρία εμβλήματά του: φτώχεια, ταπεινοσύνη, αγιότητα»; (σελ. 108). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σταχυολόγησα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα.
«Το φιλόσοφο τον αναγνωρίζουμε από το ότι αποφεύγει τρία λαμπερά και θορυβώδη πράγματα: τη δόξα, τους ηγεμόνες και τις γυναίκες» (σελ. 110).
Είναι ολοφάνερο («ηγεμόνες») ότι μιλάει για άλλες εποχές.
«Όποιος κατέχει, κατέχεται» (σελ. 111).
Κι εγώ που θεωρούσα εντελώς πρωτότυπο αυτό που είπε ο Σαρτρ: Τα πράγματα μας κατέχουν.
«Οι Μπόγκος λένε: η γυναίκα είναι ύαινα» (σελ. 125).
Ύαινα ξέρω τι είναι, οι Μπόγκος ποιοι είναι δεν ξέρω.
«Παντού βλέπεις τον αγώνα των άρρωστων ενάντια στους υγιείς» (σελ. 126).
Από τις βασικές αντιλήψεις του Νίτσε. Άρρωστοι είναι οι σκλάβοι και οι χριστιανοί. Υγιείς είναι οι δυνατοί, οι αριστοκράτες, οι ευγενείς.
  «…εκείνο το βερολινέζο, τον απόστολο της εκδίκησης, τον Ευγένιο Ντύρινγκ…» (σελ. 126). Δεν είναι μόνο ο Ένγκελς, του τη βγαίνει και ο Νίτσε, από τα δεξιά όμως.
  «Ο Γκαίτε ισχυριζόταν πως υπήρχαν μόνο τριάντα έξι δραματικές καταστάσεις» (σελ. 145).
Ο Etienne Souriau αντίθετα ισχυρίζεται πως υπάρχουν 200.000.
  Σαν πάρα πολλές μου φαίνονται όμως.
  Στο τέλος της πραγματείας αυτής ο Νίτσε καταφέρεται κατά της επιστήμης. Διαβάζοντας τις σχετικές σελίδες έκανα τη σκέψη πως η φιλοσοφία είναι μια θρησκεία που ντύνεται τα ρούχα της επιστήμης. Όταν όμως η επιστήμη κάνει την εμφάνισή της τρέπεται σε φυγή. Τι τη σώζει; Η ποίηση. Και ο Ζαρατούστρα, το κορυφαίο (κατά γενική αντίληψη) έργο του Νίτσε, είναι ποιητικό.
  Το έχω ξαναγράψει, κάποια στιγμή άρχισα να χάνω το ενδιαφέρον μου για τη φιλοσοφία και να με ενδιαφέρει περισσότερο η επιστήμη. Θεωρώ πιο έγκυρα αυτά που γράφει ο Ντώκινς στο «Εγωιστικό γονίδιο» για την αγάπη για τον πλησίον παρά αυτά που γράφει ο Νίτσε στη Γενεαλογία. Αλλά ας μη συνεχίσω το θέμα.        

Sunday, September 27, 2015

Raoul Peck, Sometimes in April



Raoul Peck, Sometimes in April (2004)

  Το στόρι ήταν το πρόσχημα για να παρουσιάσει ο Αϊτινός Raoul Peck, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, τη γενοκτονία που έγινε στη Ρουάντα το 1994. Στα γράμματα της αρχής μαθαίνουμε το ιστορικό πλαίσιο. Οι Χούτου, η πλειοψηφία του πληθυσμού, ζούσαν ειρηνικά με τους Τούτσι μέχρι την κατάκτηση της χώρας που έως τότε ήταν γερμανική αποικία από τους Βέλγους. Οι Βέλγοι επέβαλαν τον φυλετικό διαχωρισμό της χώρας κατά τη γνωστή τακτική του «διαίρει και βασίλευε», πράγμα που είχαν προσπαθήσει να κάνουν και οι Γάλλοι στο Μαρόκο με τους Άραβες και τους Βερβέρους. Έδωσαν την πρωτοκαθεδρία στους Τούτσι, προκαλώντας την μνησικακία των Χούτου. Το 1959 που έφυγαν οι Βέλγοι παρέδωσαν την εξουσία στους Χούτου, οι οποίοι έβγαλαν το άχτι τους απομονώνοντας και σφάζοντας τους Τούτσι. Εκατοντάδες χιλιάδες Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου πήραν το δρόμο της εξορίας. Το 1988 οι εξόριστοι ίδρυσαν το Απελευθερωτικό Μέτωπο της Ρουάντα, για να διεκδικήσουν την πατρώα γη. Το 1990 εξαπέλυσαν την επίθεσή τους η οποία ανασχέθη με την στρατιωτική υποστήριξη που πρόσφεραν στους Χούτου το Βέλγιο και η Γαλλία. Ένας κύκλος πολέμου και σφαγών ακολούθησε μέχρι που τα Ηνωμένα Έθνη επέβαλαν το 1993 μια συμφωνία ανάμεσα στις δυο πλευρές για κοινή διακυβέρνηση. Όμως οι σκληροπυρηνικοί Χούτου, για να διατηρήσουν την εξουσία τους οργάνωσαν την πιο τρομερή γενοκτονία της ιστορίας. Πιθανότατα, μαθαίνουμε από την ταινία, αυτοί κρύβονται πίσω από την κατάρριψη του αεροπλάνου του μετριοπαθούς προέδρου. Οι δυτικοί παρέμειναν απαθείς μπροστά σ’ αυτή τη σφαγή, αφού δεν διακυβεύονταν δικά τους συμφέροντα.
Θυμάμαι, εκείνη την εποχή, τον αρχηγό του Απελευθερωτικού Μετώπου της Ρουάντα να δηλώνει σε δημοσιογράφο, που τον ρωτούσε για τα προελαύνοντα στρατεύματά του: -Πρέπει να σώσω το λαό μου από τη σφαγή. Μέχρι όμως να καταλάβουν τη χώρα ένα εκατομμύριο περίπου Τούτσι, σε διάστημα λιγότερο από τρεις μήνες, είχαν σφαγιασθεί.
Επίσης θυμάμαι ένα ντοκιμαντέρ με κάποιον δυτικό δημοσιογράφο που είχε φρικιάσει μπροστά στη σφαγή. Ένα ορφανοτροφείο βρισκόταν υπό άμεση απειλή. Παρακάλεσε τον αρχηγό των Χούτου να αποτρέψει τη σφαγή των ορφανών. Και όντως μεσολάβησε. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στο καθολικό σχολείο όπου φοιτούσε η κόρη του Augustin, λοχαγού στον στρατό των Χούτου αλλά με γυναίκα Τούτσι, όπου σφαγιάσθηκαν όλες οι μαθήτριες αδιάκριτα, καθώς οι μαθήτριες Χούτου αρνήθηκαν να διαχωρισθούν. Ο αδελφός του Augustin, o Ηonoré, ο οποίος έβγαζε πύρινους λόγους στον ραδιοφωνικό σταθμό παροτρύνοντας τους Χούτου στη σφαγή των Τούτσι, θα προσπαθήσει να σώσει την οικογένεια του αδελφού του. Δεν θα τα καταφέρει. Μετά τη νίκη του Απελευθερωτικού Μετώπου θα το σκάσει στο εξωτερικό, αλλά θα συλληφθεί μετά από τρία χρόνια. Θα δικασθεί για εγκλήματα πολέμου. Από τη φυλακή θα γράψει στον αδελφό του (στην αρχή της ταινίας) να τον επισκεφτεί, να του πει τι έγινε με τους δικούς του. Αυτός αρχικά θα αρνηθεί, θεωρώντας τον ως ένα από τους υπεύθυνους για τη γενοκτονία. Αργότερα θα υποχωρήσει και θα τον επισκεφθεί. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αποτελείται από flash back, όπου βλέπουμε πώς διαδραματίσθηκαν τα φοβερά γεγονότα. Οι μαρτυρίες των θυμάτων στις δίκες που ακολούθησαν ήσαν συγκλονιστικές.
«Ποτέ πια», είναι το γνωστό σλόγκαν που κυκλοφορεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Εγώ όμως που γνωρίζω ιστορία, τόσο πολύ που με κάνει ολότελα απαισιόδοξο, ξέρω ότι αυτό θα συμβεί, και θα ξανασυμβεί. Και οι γενοκτόνοι δεν θα καθίσουν υποχρεωτικά στο σκαμνί του κατηγορουμένου, όπως οι ναζί και οι εξτρεμιστές Χούτου, γιατί θα είναι οι νικητές. Έγινε και στο παρελθόν, δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να βρούμε παραδείγματα.
«αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών», θυμήθηκα τους στίχους του Σεφέρη από την Ελένη ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω πριν αναρτήσω.
Όχι, δεν είναι καθόλου αλήθεια. Θα τον ξαναπιάσουν, ήδη στη Συρία τον έχουν πιάσει, με αποτέλεσμα να κατακλυσθεί η Ευρώπη από λαθρομετανάστες που προσπαθούν να γλιτώσουν τη φρίκη του πολέμου.