Book review, movie criticism

Monday, November 2, 2015

Amir Naderi, Cut



Amir Naderi, Cut (2011)

Τελικά δεν ήταν μόνο ο Αμπάς Κιαροστάμι που γύρισε το τελευταίο έργο του «Like someone in love» (2012) στην Ιαπωνία, προηγήθηκε ο Αμίρ Ναντερί με τη δική του «Μαχαιριά» («The cut» είναι και ο τίτλος της τελευταίας ταινίας του Fatih Akin).
Το έργο είναι ένας ύμνος στον κινηματογράφο, και αναφέρεται στις θυσίες που υφίστανται οι κινηματογραφιστές προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.
Είναι πραγματικά αξιολύπητοι. Χρειάζονται χρήματα, πολλά χρήματα, ενώ εγώ σαν συγγραφέας το μόνο που χρειάζομαι είναι μολύβι και χαρτί (σχήμα λόγου, αυτό ήταν παλιά, γιατί τώρα το μόνο που χρειάζομαι είναι ένας υπολογιστής και μια σύνδεση στο διαδίκτυο). Και όταν για κάποιο λόγο δεν βρεθούν τα χρήματα, βυθίζονται στην απελπισία. Ο Ακίρα Κουροσάβα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας όταν κάποια στιγμή είδε τις κάνουλες της χρηματοδότησης να κλείνουν. Όμως οι αμερικάνοι που φαίνεται ότι κάποιες φορές ξεχωρίζουν τον καλό σινεμά άνοιξαν τις δικές τους κάνουλες. Χάρη σ’ αυτούς γύρισε τα τελευταία αριστουργήματά του.
Ο Shuji είναι ένας παθιασμένος κινηματογραφιστής. Με μια ντουντούκα γυρνάει στους δρόμους καταγγέλλοντας τη σημερινή κατάσταση του σινεμά. Οι κινηματογραφιστές δεν κάνουν πια έργα ποιοτικά, γυρίζουν ελαφρές ταινίες για διασκέδαση. Στην ταράτσα του σπιτιού του οργανώνει κινηματογραφικές προβολές στις οποίες μαζεύονται αρκετοί νέοι. Στο τέλος κάθε προβολής συζητάνε για την ταινία.
Ο αδελφός του που χρηματοδότησε τρεις ταινίες του εκτελέστηκε για χρέη. Αυτός είναι ο νόμος του υποκόσμου. Τα χρέη μεταβιβάζονται στον αδελφό του. Αν δεν τα εξοφλήσει μέχρι μια ορισμένη ημερομηνία θα τον εκτελέσουν κι αυτόν. Το σενάριο αυτό το είδαμε και στην ταινία «Απόλυτα 100» του Srdan Golubović που παρουσιάσαμε προχθές.
Νοιώθει τύψεις που δεν βρέθηκε σπίτι, να απαντήσει στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του που καταγράφηκαν στον τηλεφωνητή. Τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν και ζητούσε τη βοήθειά του.
Πώς να μαζέψει ένα τόσο μεγάλο ποσό;
Αρχικά ρισκάρει τη ζωή του με κάτι που φαινόταν σαν ρώσικη ρουλέτα, αλλά δεν ήταν. Ο μπράβος είχε ξεχάσει να γεμίσει το πιστόλι. Όμως ο άγραφος νόμος τιμής υποχρεώνει τον γκάγκστερ να πληρώσει. Στη συνέχεια πληρώνεται χρησιμοποιώντας το σώμα του σαν σάκο του μποξ για τους πυγμάχους. Την τελευταία μέρα του λείπουν ακόμη αρκετά χρήματα. Όμως με εκατό κτυπήματα, με τόσα γιεν το κτύπημα, θα τα μαζέψει.
Και η επινόηση του Ναντερί: σε κάθε κτύπημα φωνάζει και το όνομα μιας αγαπημένης του ταινίας. Η επινόησή του αυτή για να μας πει ποιες είναι οι εκατό αγαπημένες του ταινίες λειτουργεί αποστασιοποιητικά, αλλιώς θα ήταν αβάσταχτο να τον βλέπουμε με ματωμένο το πρόσωπο από τα χτυπήματα.
Με κάθε κτύπημα πέφτει και ο τίτλος μιας ταινίας. Πάρα πολλές τις έχουμε δει, κάποιες άλλες τις έχουμε στα υπόψη. Από τους ιρανούς παραθέτει το «Close up» του Κιαροστάμι και το «A simple event» του Sohrab Shahid Saless. Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να δω ανάμεσα σ’ αυτές και το «Xala» του Ousmane Sembène. Είδα και μια ταινία που αποφάσισα να ξαναδώ, και για την οποία θα κάνω ξεχωριστή ανάρτηση. Αυτή σαν έκπληξη.
Πολλοί στα ταξίδια τους επισκέπτονται τους τάφους μεγάλων νεκρών του πνεύματος και της τέχνης. Δεν νομίζω ότι θα πάω ποτέ στο Τόκιο, είδα όμως τον τάφο του Κουροσάβα, του Μιτσογκούτσι και του Όζου, τους οποίους επισκέφτηκε ο Shuji. Έχω ξαναδεί όλα τα έργα του πρώτου. Του δεύτερου και του τρίτου που δεν τα έχω δει όλα με περιμένουν, έχω μάλιστα τυπώσει τον κατάλογό τους για να τσεκάρω κάθε ένα που θα βλέπω, όπως έκανα και με τα έργα του Κουροσάβα, και μετανιώνω εκ των υστέρων που δεν έγραψα γι’ αυτά.
Η τέχνη χρειάζεται θυσίες. Ξεπληρώνει το χρέος του αδελφού του με τον φοβερό τρόπο που είπαμε. Από τους δανειστές του ζητά τώρα δικό του δάνειο. Πόσα; Είναι πολύ μεγάλο το ποσό, δεν ξέρουμε ακριβώς την ισοτιμία του γιεν. Τι το θέλει;
Μα τι άλλο, να γυρίσει ταινία.
Του το δίνουν.
Αν ήταν να κάνω τη δική μου επιλογή με τις 100 ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο, θα έβαζα ανάμεσά τους και την ταινία του Αμίρ Ναντερί «Water, wind, dust». Τι λέω, ανάμεσα στις 20. Όχι, ανάμεσα στις 10.
Έχω αναρτήσει στο blog μου για αρκετές ταινίες του Amir Naderi. Όλες τις ταινίες για τις οποίες γράφω τις παραθέτω σε κατάλογο με τους σχετικούς συνδέσμους σε μια ιστοσελίδα μου. Για κάποιους σκηνοθέτες τις καταχωρώ σε ενιαίο αρχείο σε μια άλλη ιστοσελίδα. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Ναντερί.
  Ξέχασα να γράψω, ανάμεσα στις 100 ήταν και ο "Θίασος"

Cary Fukunaga, Beasts of no nation



Cary Fukunaga, Beasts of no nation (2015)

Ένας αμερικανός, με πατέρα γιαπωνέζο (τρίτης γενιάς μετανάστης) και μητέρα σουηδέζα, γυρίζει ένα έργο για την Γκάνα.
Ελάχιστα πράγματα ξέρω για την πολιτική κατάσταση στις χώρες της Αφρικής. Στην ταινία δεν ξέρω ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί, οι κυβερνητικοί ή οι αντάρτες; Συναισθηματικά είμαι με τους αντάρτες. Οι κυβερνητικοί είναι δικτάτορες, που ανέτρεψαν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση καθώς αυτή αδυνατούσε να καταστείλει το αντάρτικο. Στην Ουρουγουάη συνέβη το ίδιο με τους Τουπαμάρος, για τους οποίους ο Κώστας Γαβράς γύρισε την ταινία «Κατάσταση πολιορκίας» (1973), με μουσική του Μίκη. Όμως οι Τουπαμάρος ήταν αντάρτες πόλεων, ενώ αυτοί εδώ είναι αντάρτες της ζούγκλας.
Όχι, δεν είναι με το μέρος τους ο σκηνοθέτης. Τους παρουσιάζει να στρατολογούν μικρά παιδιά, παιδιά που έχασαν τους γονείς τους εξαιτίας των συγκρούσεων, και τα μετέτρεψαν σε αδίστακτους δολοφόνους. Παρακολουθούμε συγκλονιστικές σκηνές καθώς ένα τέτοιο παιδί μας αφηγείται την ιστορία του.
Είχα διαβάσει παλιά στις εφημερίδες για τα παιδιά-στρατιώτες. Διάβασα γι’ αυτά και σε ένα μυθιστόρημα, το «Ο Αλλάχ είναι υποχρεωμένος» του Αμαντού Κουρουμά, που και σ’ αυτό ο αφηγητής είναι ένα παιδί-στρατιώτης. Αντιγράφω από τη βιβλιοκριτική μου:
«Όταν δεν έχει κανείς πατέρα, μητέρα, αδελφό, αδελφή, θεία, θείο, όταν δεν έχει τίποτα μα τίποτα, είναι πολύ πιο εύκολο να γίνει παιδί-στρατιώτης. Τα παιδιά-στρατιώτες είναι γι αυτούς που δεν έχουν να περιμένουν τίποτα σε τούτη γη αλλά ούτε και στους ουρανούς του Αλλάχ» (σελ. 147).
Ίσως να έχει πάρει τέλος αυτή η ιστορία με τα παιδιά στρατιώτες. Όμως δεν μαθαίνουμε και πολλά πράγματα για τη μαύρη Αφρική, καθώς κάθε τι που συμβαίνει εκεί το αντιμετωπίζουμε σαν «κάτι τρέχει στα γύφτικα».

Νίκος Καζαντζάκης, Νικηφόρος Φωκάς



Νίκος Καζαντζάκης, Νικηφόρος Φωκάς

Την ίδια χρονιά που δημοσιεύτηκε ο «Οδυσσέας», το 1927, δημοσιεύτηκε και ο «Νικηφόρος Φωκάς». Ίσως να γράφηκε επίσης την ίδια χρονιά, όπως ο «Οδυσσέας».
Σε προηγούμενη ανάρτησή μου για τον Χριστόφορο Κολόμβο έγραφα ότι δεν είναι ιδιαίτερα κατάλληλο πρόσωπο σαν σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου και εξηγούσα τους λόγους. Κάτι ανάλογο μπορούμε να πούμε και για τον Νικηφόρο Φωκά, ότι δηλαδή δεν είναι τραγικό πρόσωπο, δεν μπορούμε να νοιώσουμε γι’ αυτόν το αίσθημα του «ελέου» που νιώθουμε για τους τραγικούς ήρωες, όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης.
Όμως πολλοί χριστιανοί, ελπίζω όχι όλοι, θα τον θεωρήσουν ως τραγικό πρόσωπο.
Ο Νικηφόρος Φωκάς, προς δόξαν του Χριστού, φορολογούσε άγρια το λαό για να χρηματοδοτεί τις εκστρατείες του εναντίον των απίστων.
«Σκλάβοι, σκοπό δεν έβαλα στην άγρια τη ψυχή μου
τις άπατες να μάχουμαι κοιλιές σας να χορταίνω
και σε ντροπές ειρηνικές να πέφτετε γελώντας!
Κι όντας σωρούς σας φέρνω στον Ιππόδρομο
τα κούρσα των βαρβάρων,
να χαχανίζετε κοπρολαλώντας.
Γιατ’ είμαι βασιλιάς, δεσπότης των Ρωμαίων!
δεν είμαι τσέλιγκας εγώ σε οκνά κοπάδια
γιδοπρόβατα·
ο γίσκιος είμαι του Θεού στη γης την άδεια,
και χρέος μου σε λιόβατα
βουνά και μες στα χιόνα
τους άπιστους να πολεμώ και να σκοτώνω! (σελ. 391).
Ήταν τόσο πιστός ο Νικηφόρος Φωκάς ώστε στο τέλος της ζωής του ετοιμαζόταν να κλειστεί σε μοναστήρι και να παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του τον Λέοντα. Ήταν τόσο καταπιεσμένος ο λαός, ώστε τον μισούσε αφάνταστα. Στο έργο βλέπουμε να τον γιουχαΐζουν και να τον πετροβολούν. Τη δολοφονία του την δέχτηκε με μεγάλη χαρά.
Όμως ενώ χωλαίνει ο Νικηφόρος Φωκάς ως τραγικό πρόσωπο, αναδεικνύεται περίτρανα η νιτσεϊκή αντίληψη που έχει ο Καζαντζάκης για τη γυναίκα: δεν είναι είπαμε η μούσα, στέκεται πάντα εμπόδιο στις υψηλές επιδιώξεις του άντρα. Και, σκέφτομαι τώρα, μούσα είναι, ή μπορεί να είναι, μόνο για τους καλλιτέχνες, για τους ανθρώπους της δράσης μάλλον είναι εμπόδιο. Η παλλακίδα στο «Αντίο παλλακίδα μου» το ήξερε αυτό πολύ καλά και γι’ αυτό αυτοκτόνησε, για να μην έχει την έγνοια της ο αγαπημένος της πριν τη μεγάλη μάχη με την αμφίρροπη έκβαση. Στην περίπτωση όμως του Φωκά είναι κάτι χειρότερο: επικίνδυνη. Αυτή μηχανεύτηκε την εξόντωσή του σε συνεργασία με τον Ιωάννη Τσιμισκή· ο οποίος βέβαια δεν την έβαλε μετά δίπλα στο θρόνο του, παραήταν γριά γι’ αυτόν, αλλά και επικίνδυνη: την έστειλε σε μοναστήρι.
«ΘΕΩΦΑΝΩ: Παλεύεις με ίσκιους και φαντάσματα, κι αφήνεις
το μόνο σίγουρα αγαθό στη γης, τη σάρκα·
δεν τη λυπάσαι; δεν τη θες; για κοίταξέ με!» (σελ. 393).
Τον παρασύρει σε ένα τελευταίο πήδημα, που του στοίχισε τη ζωή.
Υποτίθεται όμως ότι δεν έπεσε αμαχητί στην αγκαλιά της.
«ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: Λιγοθυμάει το μισητό γλυκό κορμί της
μοσκομυρίζοντας μες στην τραχιά μου αγκάλη·
Κύριε, φωνάζω σου στερνή φορά, βοήθεια!
ολάνθιστος γκρεμός της γυναικός το σώμα! (σελ. 464).
Η Ιουδήθ της παλαιάς διαθήκης είναι το ιστορικό προηγούμενο, ενώ η Καρλότα Κορντέ που δολοφόνησε τον Μαρά είναι το ιστορικό επόμενο. Δεν ξέρω για μεθεπόμενο, αλλά κι αν δεν υπάρχει σίγουρα θα υπάρξει.
Το μόνο που σώζει στη συνείδησή μου τον Νικηφόρο Φωκά είναι ότι μας απάλλαξε, εμάς τους κρητικούς, από τους Σαρακηνούς· τους ίδιους Σαρακηνούς που εξεδίωξε η Ισαβέλλα και ο Φερδινάνδος από την Ισπανία πεντακόσια χρόνια αργότερα· για την ακρίβεια, τα τρισέγγονά τους.
Και εδώ έχουμε ανισοσύλλαβους ιαμβικούς στίχους, όμως επί πλέον έχουμε και κάτι άλλο. Συχνά συναντούμε ομοιοκαταληξία, είτε ζευγαρωτή είτε σταυρωτή. Ακόμη υπάρχει και μια υποψία στροφών, που καταλήγουν σε ημιστίχια δίνοντας ένα εφέ εντυπωσιακού τέλους. Οι ίαμβοι αυτοί, ιδιαίτερα προς το τέλος του έργου, έχουν μια εξαιρετική μουσικότητα.
«ΣΑΡΑΚΗΝΗ: …Γιατί με σιδερένιο αλέτρι,
βαριά πατώντας την παλάμη ετούτος,
οργώνει το άγιο των προγόνων ψυχομέτρι,
και καίγοντας το αμύθητό μου πλούτος
σπέρνει στα σπίτια των πατέρων μου τα ηλιόκαλα
διπλόφουχτα το αλάτι και τα κόκαλα.
Μα θες δε θες, Αλλάχ, θ’ ακούσεις
του άγριου σαρακηνού μου σπλάχου την κραυγή,
και με διπλό τσεκούρι εγδικητής θα κρούσεις
τη γη! (σελ. 327).
Και ένα τελευταίο απόσπασμα:
«ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: …Έσφαξα, ναι, μωρά παιδιά, φυλές ξεπάστρεψα
πάνω απ’ το πρόσωπο της γης, για να δοξάσω
και να στηλώσω το Θεό στο μαύρο χώμα...» (σελ. 456).
Αυτό δεν κάνουν και οι τζιχαντιστές;
Λάθος: Αυτοί το κάνουν για να στηλώσουν τον Αλλάχ…
Πόσο ακριβής ιστορικά είναι η παρουσίαση αυτή του Νικηφόρου Φωκά, αλλά και κάθε απεικόνιση ενός πραγματικού προσώπου; Υπάρχει ασφαλώς μια απόκλιση, που δεν είναι όμως πάντα εύκολο να ξέρουμε πόση είναι αυτή.

Sunday, November 1, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Οδυσσέας



Νίκος Καζαντζάκης, Οδυσσέας

  «Ο Οδυσσέας» που γράφηκε έξι χρόνια μετά το «Χριστό», το 1927, είναι μια άλλη ποιητική εκδοχή του τέλους της Οδύσσειας. Το μόνο «καζαντζακικό» στοιχείο που θα δούμε είναι η παρουσίαση του Τηλέμαχου ως ενός γιου που θέλει να ξεφύγει από τη σκιά του πατέρα που, έστω και απών, τον καταδυναστεύει.
«ΑΘΗΝΑ: Η δύναμή του φούσκωσε, δε δέχεται
στον ίσκιο του γονιού να μαραγκιάζει·
στη Σπάρτη πάει να μάθει το χαμό σου·
να ρίξει πια, καιρός, από τους ώμους
το μέγα σου κουφάρι, ν’ ανασάνει…
Που πέθανε, καλά ’ναι πεθαμένος» (σελ. 405)
Βέβαια στο τέλος του έργου βλέπουμε πατέρα και γιο συντροφιασμένους να σχεδιάζουν την εξόντωση των μνηστήρων. Το εφέ της μεταμφίεσης και της αναγνώρισης καθώς και η τραγική ειρωνεία (οι μνηστήρες δεν ξέρουν ποιος είναι ο γέρος και τι τους περιμένει, ενώ εμείς ξέρουμε), τόσο συνηθισμένα σε λογοτεχνικές «αφηγήσεις» περασμένων αιώνων αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά. Οι στίχοι, όπως και στον «Χριστό», είναι ιαμβικοί, όμως ανισοσύλλαβοι. Δεν είναι όλοι οι στίχοι αψεγάδιαστοι, όπως στον «Ερωτόκριτο» για παράδειγμα. Και έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που εντοπίσαμε είδα ότι τον σπάζει με διασκελισμό:
«Γυναίκες είδα ξωτικές, κι αμέρωτα
ποτάμια…»(σελ. 429)
Παρεμβάλει όμως ένα δημοτικό τραγούδι, ίσως ριζίτικο; με πρωταγωνιστή το χάρο που παίρνει στις ψυχές.
«…κι ο Χάρος φανερώθηκε στον κάμπο καβαλάρης.
Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο ’ν’ και το άλογό του…» (σελ. 474).
Αγάπη πού ’ρθει πάρωρα σα μήλο δίφορό ’ναι
Απού πομένει στα κλαδιά και τα πουλιά το τρώνε
  Αυτή τη μαντινάδα έχει σαν μότο ο Κωστής Φραγκούλης, ο γνωστός σε μας τους κρητικούς ως Ανταίος, στη ποιητική συλλογή του «Τα δίφορα». Τα ποιήματα που εμπεριέχονται σ’ αυτή, γραμμένα στον ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο του ριζίτικου είναι σωστά διαμάντια, αλλά «πάρωρα», γραμμένα σε μια εποχή που η ποίηση γράφεται διαφορετικά. Αν ο Φραγκούλης έγραφε την εποχή της Κρητικής Αναγέννησης, η αν έγραφε «διαφορετικά», όπως οι Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης κ.λπ., θα είχε κατακτήσει μια περίοπτη θέση στον ελληνικό Παρνασσό. Τώρα έχει απλώς κατακτήσει μια περίοπτη θέση στον κρητικό Παρνασσό, τον Ψηλορείτη.
  Δεν μου αρέσει η ποίηση και το ποιητικό δράμα, και ήξερα από την αρχή ότι οι έμμετρες τραγωδίες του Καζαντζάκη δεν θα μου άρεσαν όσο οι γραμμένες σε πεζό λόγο. Όμως μου αρέσει το ότι έγραφε κόντρα στο ρεύμα. Βέβαια με την «Οδύσσεια» έτρεφε φιλοδοξίες, αλλά δεν μπορεί να μην ένοιωθε ότι οι έμμετρες τραγωδίες του ήταν λίγο πολύ καταδικασμένες. Τι μέλλον μπορούσαν να έχουν στην εποχή μας, όταν και οι έμμετρες τραγωδίες της κλασικής αρχαιότητας παίζονται σε πεζή μετάφραση;
  Όμως ας παραθέσουμε κάποια από τα αποσπάσματα που ξεχωρίσαμε.
  «ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ: Και λες οι θεοί μαζί μου θα ’ρθουν;
ΟΔΥΣΣΕΑΣ:                               θα ’ρθουν,
όντας νικάς! Τους ξέρω· πάντα τρέχουν
πίσω απ’ τον νικητή, να φαν ψοφίμια,
σαν τα κοράκια» (σελ. 437).
  Και όχι μόνο οι θεοί. Και οι «πελάτες» τρέχουν πίσω από τους νικητές στις εκλογές.
  Και ένας καζαντζακικός στίχος:
«Μάθε να σπας τα σύνορα του ανθρώπου» (σελ.437). 
  Το θέμα της Αναγκαιότητας και της Ελευθερίας κάνει και εδώ την εμφάνισή του.
  «ΟΔΥΣΣΕΑΣ (μόνος)
                                Ελευτερία,
πώς αναβράς σαν άγια νερομάνα
μέσα απ’ το μαύρο βύθος της Ανάγκης
και το φρυμένο νου μου δροσερεύεις!» (σελ. 482).
Παρεμπιπτόντως, ο ενδεκασύλλαβος είναι ο στίχος που απαντάται πιο συχνά.
  Υπάρχει και κάτι καινούριο που δεν υπάρχει στο «Χριστό»: Ο χορός. Είναι γυναικείος, και κάνει δυο φορές, έστω και σύντομα, την εμφάνισή του».
  «Ψηλά από πάνω απ’ τα σγουρά
κεφάλια σας η Δίκη
ξαπλώνει τα φτερά
και καμπανίζει στον αγέρα…» (σελ. 484).
  Ο Οδυσσέας κατατρύχει τον Καζαντζάκη. Σαν πρόωρη γέννα του φάνηκε ο «Οδυσσέας», στο μυαλό του έχει τώρα την «Οδύσσεια».

Νίκος Καζαντζάκης, Χριστός



Νίκος Καζαντζάκης, Χριστός

  Έχω δηλώσει ότι δεν μου αρέσει η ποίηση, και έχω γράψει σε προηγούμενη ανάρτησή μου ότι δεν σκόπευα να διαβάσω το ποιητικό του έργο. Τελικά διαβάζοντας τα «Σόδομα και Γόμορρα», έργο που απρόσμενα με ενθουσίασε, αποφάσισα να διαβάσω και τις έμμετρες τραγωδίες του και την «Οδύσσεια».
Ξεκινώ, όπως και με τις μη έμμετρες, χρονολογικά, από τις πρωιμότερες στις υστερότερες. Και η πρώτη έμμετρη τραγωδία του είναι ο «Χριστός».
Απογοητεύθηκα. Στο έργο βρήκα μόνο ψήγματα από τη σκέψη του. Αλλά, Καζαντζάκης είναι αυτός, τώρα που με έπιασε η όρεξη πρέπει να τον διαβάσω, να αποκτήσω μια πιο πλατειά εικόνα για το έργο του, έστω και διαβάζοντας έργα του που δεν με ενθουσιάζουν.
Ας δώσουμε όμως μια περίληψη του έργου.
Όπως και στο Βούδα, το έργο κινείται σε δυο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο έχουμε τον τυπικάρη (είναι εκείνος που διευθύνει την ακολουθία σε ένα μοναστήρι), που απευθύνεται στο εκκλησίασμα, πριν γίνει το μυστήριο, που αποτελεί το δεύτερο επίπεδο. Με αυτά τα λόγια του ξεκινάει το έργο:
  «Όσοι είναι κατηχούμενοι, να φύγουν!
Γυναίκες και παιδιά, να φύγουν!
Σημαδιακοί, θεατρίνοι, αρρώστοι,
κι όσοι κρυφά με αρσενικά για θηλυκά
δαιμόνια σμίγουν,
κι όσοι δε νιώθουν την καρδιά τους καθαρή,
να φύγουν!»
Σημαδιακοί, θεατρίνοι, αρρώστοι!!!! Ούτε οι ναζί δεν είχαν τέτοιο ρατσισμό. Εν τάξει οι άρρωστοι και οι ανάπηροι, αλλά και οι θεατρίνοι;
Στο δεύτερο επίπεδο είναι το όραμα που βλέπουν αυτοί που μένουν – πόσοι να έμειναν άραγε; - και που είναι σκηνές από την ανάσταση του Χριστού. Σ’ αυτές παρελαύνουν όλα τα πρόσωπα, οι μαθητές του που παίρνουν την εντολή να διαδώσουν το λόγο του, η μητέρα του και η Μαρία η Μαγδαληνή. Ο τυπικάρης παίζει σ’ αυτό το επίπεδο το ρόλο του αφηγητή, που συνδέει και σχολιάζει τις σκηνές.
Αυτό που βλέπω να ξεφεύγει από τις γραφές, σε επίπεδο νοήματος και όχι απλής εικονογράφησης βέβαια, είναι η προσωπογράφηση του Ιούδα, ίδια με εκείνην που του κάνει, χρόνια αργότερα, στον «Τελευταίο Πειρασμό», σύμφωνα με το «κατά Ιούδα» ευαγγέλιο. Ο Ιησούς αναθέτει στον Ιούδα μια βαριά αποστολή, να τον προδώσει στους Ρωμαίους για να ολοκληρωθεί ο προορισμός του.
«Συχώρα με, έπρεπε, ο θλιμμένος κόσμος τούτος
για να σωθεί, πικρή χολή κι οι δυο να πιούμε:
εγώ να σταυρωθώ και εσύ να με σταυρώσεις…
Τα χέρια μου στο μέγα μέτωπό σου, Γιούδα,
βαριά απιθώνω· υπομονή και δύναμη όση,
Απόστολε άμοιρε, μπορέσεις, αρματώσου:
Προδότη θα σε κράζουν στους αιώνες… » (σελ. 108-109).
Αλλά και τους μαθητές τους παρουσιάζει όπως και στον «Τελευταίο Πειρασμό», συμφεροντολόγους. Όταν ζορίσουν τα πράγματα υποκρίνονται πως δεν τον φώναξαν. Η Μαγδαληνή τους ξεμπροστιάζει, μιλώντας στο Χριστό:
«Μην τους ακούς· όλοι σε φώναζαν, Χριστέ μου,
να κατεβείς σα βασιλιάς να τους μοιράσεις,
χαράζοντας με το σταυρό, ως ψωμί, τον κόσμο·
και τώρα αναδιπλώνουν το λαιμό κι αρνιούνται!
Μα χτύπα τους, Χριστέ, μην τους λυπάσαι! (σελ. 65-66)
  Να παραθέσουμε και ένα καζαντζακικό «ψήγμα», απ’ τα λίγα που εντοπίσαμε.

Τι, μόνο εγώ τον πιο μεγάλο πειρασμό
νικώντας, την ελπίδα… (σελ. 74).
Για τον Σολωμό πειρασμός είναι η ομορφιά της φύσης, που απειλεί να ξεστρατίσει τους «Ελεύθερους πολιορκημένους» από τον υψηλό σκοπό τους, την υπεράσπιση της πόλης.
Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη…
Το έκτο αυτό απόσπασμα του Γ΄σχεδιάσματος που είναι ένας ύμνος στις ομορφιές της φύσης πώς το τιτλοφορεί; «Ο Πειρασμός».
Η τραγωδία είπαμε ότι είναι έμμετρη. Είναι γραμμένη σε ιαμβικό μέτρο, όμως με ανισοσύλλαβους στίχους. Κυριαρχεί ο δεκατρισύλλαβος, αλλά συναντούμε και δεκαπεντασύλλαβους, δεκατετρασύλλαβους, δωδεκασύλλαβους και ενδεκασύλλαβους στίχους.
Είπαμε, θα το πιούμε το ποτήρι αυτό μέχρι τον πάτο, σαν το Χριστό, θα διαβάσουμε και τις υπόλοιπες έμμετρες τραγωδίες, όπως και την «Οδύσσεια».