Book review, movie criticism

Monday, April 2, 2018

Mijke de Jong, Leyla M. (2016)


Mijke de Jong, Leyla M. (2016)


  Η ιστορία δεν είναι πραγματική, όμως το θέμα είναι πραγματικό.
  Η Leyla, με γονείς που έχουν έλθει από το Μαρόκο, βλέποντας να την αντιμετωπίζουν ρατσιστικά ριζοσπαστικοποιείται θρησκευτικά, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της. Παντρεύεται έναν τζιχαντιστή, φεύγουν για την Ιορδανία, και εκεί διαπιστώνει ποιος ήταν ο σκοπός αυτής της φυγής: ο άνδρας της είχε αποφασίσει να πεθάνει σαν μάρτυρας, σε κάποια αποστολή αυτοκτονίας. Την αγαπάει, της δίνει το διαβατήριο της επιστροφής της, παρόλο που το πρωτόκολλο έλεγε ότι θα έπρεπε να μείνει εκεί. Η ίδια βέβαια δεν είχε ενθουσιαστεί καθόλου με τον τρόπο που την αντιμετώπιζαν σαν γυναίκα. Στην τελευταία σκηνή, έχοντας μόλις επιστρέψει στο Άμστερνταμ, τη βλέπουμε μπροστά στον ανακριτή, με δάκρυα στα μάτια, να μην μπορεί να απαντήσει στις ερωτήσεις του.
  Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε: «Ο επαναπατρισμός νέων ανθρώπων όπως η Λεϊλά Μ. δημιουργεί αντιπαραθέσεις στην Ευρώπη. Καθώς το ISIS εξακολουθεί να χάνει τη δυναμική του στη Μέση Ανατολή, νέοι που άφησαν την πατρίδα ζητούν επιείκεια και αποδοχή. Κάθε χώρα της ΕΕ έχει επιλέξει να αντιμετωπίσει διαφορετικά αυτές τις υποθέσεις».
  Θα κάνω κάποια σχόλια.
  Η Λεϊλά γίνεται ισλαμίστρια αντιμετωπίζοντας τον ρατσισμό.
  Το ισλάμ ευαγγελίζεται την εξάπλωσή του σε όλο τον κόσμο, ιδανικά τον προσηλυτισμό όλων στη θρησκεία του Αλλάχ.
  Εδώ βλέπουμε μια αντίφαση.
  Το ισλάμ αντιμετωπίζει «ρατσιστικά» τους μη μουσουλμάνους. Ας θυμηθούμε το χαράτσι, τις έμμεσες πιέσεις εξισλαμισμού, που στη Σενεγάλη έγιναν με την απειλή της εκτέλεσης, όπως είδαμε στην ταινία «Ceddo» (1977) του σενεγαλέζου Ουσμάν Σεμπένε.
  Δεν είναι ο χριστιανισμός που καταπιέζει τους μαύρους στην Αμερική, όπως πιστεύουν πολλοί που ασπάζονται τον μουσουλμανισμό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον πυγμάχο Κάσιους Κλέι που έγινε Μοχάμεντ Άλι. Έτυχε οι καταπιεστές να είναι χριστιανοί. Εμείς οι έλληνες δεν γνωρίσαμε τον μουσουλμανικό ρατσισμό αλλά κάτι χειρότερο, τη μουσουλμανική κατάκτηση και καταπίεση. Εμείς οι κρητικοί μάλιστα δυο φορές, μια το 828, που κράτησε σχεδόν 150 χρόνια και σε αυτό το διάστημα η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού είχε ασπαστεί τον μουσουλμανισμό. Δεν πιστεύω ότι πείστηκε για την ανωτερότητά του σε σχέση με τον χριστιανισμό, απλά εξαναγκάστηκε, ίσως όχι με τον ίδιο βάρβαρο τρόπο που εξαναγκάστηκαν οι σενεγαλέζοι. Στη συνέχεια είχαμε τους τούρκους.
  Σε μια προηγούμενη ανάρτησή μου γράφω: «Το έχω ξαναγράψει, κάτι που το ξεχνάμε εύκολα. Αυτοί που κυρίως πολεμούν το φονταμενταλιστικό ισλάμ δεν είναι οι διάφορες υπηρεσίες της Δύσης αλλά οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι. Αυτοί απέτρεψαν στην Αίγυπτο τους αδελφούς-μουσουλμάνους από το να καταλάβουν την εξουσία. Και βέβαια στην Αλγερία ήταν η ίδια η κυβέρνηση που συγκρουόταν μαζί τους. Η Γιασμίνα Χαντρά στα πρώτα της βιβλία αναφέρεται σ’ αυτή τη σύγκρουση».
  Οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι, σαν τους γονείς της Λεϊλά, είναι μια ελπίδα. Σίγουρα υπάρχουν άλλοι τέτοιοι γονείς που τα κατάφεραν. Γιατί θα υπάρξει μεγάλο πρόβλημα, προπαντός για τους ίδιους τους μουσουλμάνους, αν γιγαντωθεί ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Είναι σίγουρο ότι θα εκθρέψει σαν αντίδραση τον ακροδεξιό ρατσισμό, με απρόβλεπτες εξελίξεις.



Agustí Villaronga, Pa negre (Μαύρο ψωμί, 2010)


Agustí Villaronga, Pa negre (Μαύρο ψωμί, 2010)


  Είναι η δεύτερη ταινία που βλέπω του Αγκουστί Βιγιαρόνγκα (1953 - ), μετά την «Αβέβαιη δόξα» που παίχτηκε πέρυσι στους κινηματογράφους.
  Κοιτάζω το βιογραφικό του, βλέπω ότι ο καταλανός σκηνοθέτης γύρισε μόλις τέσσερις ταινίες μυθοπλασίας για τον κινηματογράφο, και ότι αυτή είναι η τρίτη του. Εκτός από την πρώτη, ταινία φαντασίας, όλες βασίζονται σε μυθιστορήματα.
  Όπως και στην «Αβέβαιη δόξα» το φόντο, ο ισπανικός εμφύλιος, βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο. Και μάλιστα ο σκηνοθέτης ετοιμάζει ανατροπές με βάση την αφηγηματική αναμονή.
  Η ιστορία διαδραματίζεται μετά το τέλος του εμφύλιου. Οι νικημένοι δημοκρατικοί βρίσκονται στο στόχαστρο των φαλαγγιτών. Αυτή την εντύπωση έχουμε για τον πατέρα, ότι στοχοποιήθηκε για τον φόνο ενός φαλλαγίτη λόγω των φρονημάτων του.
  Αμ δε.
  Η ιστορία είναι και εδώ μια ιστορία έρωτα, και επίσης όχι μόνο.
  Η μητέρα διάλεξε τον πατέρα και όχι τον δήμαρχο. Αυτός δεν το έχει ξεχάσει, και φυσικά θα πάρει την εκδίκησή του.
  Η πλούσια της περιοχής έβαλε κάποιους, ανάμεσα στους οποίους και τον πατέρα, να εκφοβίσουν κάποιον με τον οποίο είχε σχέσεις ο ομοφυλόφιλος αδελφός της. Απειλούν να τον ευνουχίσουν. Του τυλίγουν τους όρχεις με ένα σκοινί που έχουν για αυτή τη δουλειά, για τα γουρούνια. Ο πατέρας, συνειδητά ή ασυνείδητα, τραβάει δυνατά το σκοινί με αποτέλεσμα να τον ευνουχίσουν πραγματικά. Η γυναίκα του είχε σχέσεις μ’ αυτόν, πριν βέβαια πέσει στη δική του αγκαλιά.
  Η πλούσια τον πληρώνει για τη σιωπή του, να μη μαθευτεί ότι αυτή τους έβαλε. Και επειδή για τον άλλο που κρατούσε την άλλη άκρη του σχοινιού δεν μπορεί να είναι σίγουρη, τον πείθει να τον σκοτώσει.
  Τελικά αυτός τον σκότωσε. Και το έσκασε, γιατί ανεξάρτητα από τις ενδείξεις, θα τον στοχοποιούσαν σαν δημοκρατικό.
  Η ταινία είναι γεμάτη εφέ του απροσδόκητου, με σταδιακές αποκαλύψεις, καθώς παρακολουθούμε την πλοκή μέσα από τα μάτια του μικρού γιου, ενός δεκατριάχρονου νεαρού.
  Η ταινία δεν μου άρεσε, και θα εξηγήσω το γιατί. Έχει σχέση με τους δικούς μου προσληπτικούς μηχανισμούς. Θέλω να ταυτίζομαι με τους ήρωες. Και στο τέλος της ταινίας έπαψα να ταυτίζομαι με τον νεαρό αυτό.
  Ανεξάρτητα από το παρελθόν τους, οι γονείς είναι ολότελα αφοσιωμένοι σ’ αυτόν. Η μητέρα κοπιάζει στο εργοστάσιο που δουλεύει για να τα βγάλουν πέρα. Ο πατέρας, όταν συλλαμβάνεται, ανταλλάσσει την σιωπή του και αποδέχεται την εκτέλεσή του, βάζοντας όμως έναν όρο στην πλούσια: να υιοθετήσει το γιο του, πράγμα που αυτή επιδίωκε από πάντα διακαώς ως άτεκνη, και να τον σπουδάσει.
  Ο νεαρός αγανακτεί με τις αποκαλύψεις. Η μητέρα του με έρωτες; Ο πατέρας του δολοφόνος;
  Στο τελευταίο επεισόδιο τον βλέπουμε στο σχολείο στο οποίο φοιτάει. Έρχεται η μητέρα του να τον δει. Βιάζεται να την ξεφορτωθεί. Την παρακολουθεί από το τζάμι ενός παραθύρου καθώς απομακρύνεται. Θολώνει το τζάμι με την ανάσα του για να μην τη βλέπει. Επιστρέφοντας στην τάξη απαντάει στον τιμωρημένο μαθητή που στέκει στον διάδρομο και τον ρωτάει ποια ήταν αυτή η γυναίκα: «Κάποια από το χωριό μου».
  Δεν θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο ο σκηνοθέτης την αγάπη για αυτόν τον γιο, τόσο της μητέρας του όσο και του πατέρα του. Και τι εισέπραξαν; Την απόρριψή του.
  Να εξηγούμαστε, η ταινία δεν μου άρεσε για το τέλος που είχε. Μέχρι τότε την εύρισκα ιδιαίτερα συναρπαστική.
 

Sunday, April 1, 2018

Minwei Li, Hou Yao, Romance of the west chamber (西厢记1927)




  Μου αρέσει να βλέπω κινηματογράφο συγκροτημένα, όχι απλώς μια ταινία που μου συνέστησαν· πράγμα βέβαια που το κάνω πάρα πολλές φορές. Αλλά το πιο συγκροτημένο που έχω κάνει μέχρι τώρα είναι να βλέπω σκηνοθέτες πακέτο, δηλαδή όλες – ή σχεδόν όλες – τις ταινίες τους, ώστε να αποκρυσταλλώνω μια άποψη για τον ίδιο και το έργο του. Όμως στο μυαλό μου ήταν ένα project, να δω συγκροτημένα τον κινέζικο κινηματογράφο.
  Τα κίνητρα ήσαν τέσσερα. Το πρώτο, μια εξάσκηση της γλώσσας. Τα κινέζικα είναι η γλώσσα που σπούδασα περισσότερο - με εξαίρεση βέβαια τα αγγλικά όπου έχω πτυχίο αγγλικής φιλολογίας, το πρώτο μου πτυχίο – κοντά δέκα χρόνια στον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάδας-Κίνας, το μισό advanced, πέντε από τα έξι βιβλία. Όμως καθώς είναι «κινέζικα», την ξέρω λιγότερο από όλες τις άλλες (στο σύνολό τους είναι οκτώ). Το δεύτερο, μου αρέσει ο κινέζικος κινηματογράφος. Ο συγχωρεμένος ο Αγγελόπουλος είχε πει – έχω ανεβάσει εκ νέου το σχετικό απόσπασμα από το βίντεο στο youtube – ότι ο παγκόσμιος κινηματογράφος περνάει κρίση, και τον σώζει ο ιρανικός και ο κινέζικος. Από τον ιρανικό έχω δει πάρα πολλές ταινίες, όλες – ή σχεδόν όλες -των κορυφαίων σκηνοθετών. Έχω σαν στόχο να γράψω μια σύντομη εισαγωγή στον ιρανικό κινηματογράφο, αλλά πότε δεν ξέρω. Μετά τον ιρανικό κινηματογράφο λοιπόν σειρά έχει ο κινέζικος. Το τρίτο είναι ότι, καθώς έχω γράψει ένα βιβλίο για το κινέζικο θέατρο («Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας», ΑΛΔΕ 2010), δεν θα ήταν άσχημο να διευρύνω τις γνώσεις μου για την κινέζικη κουλτούρα με τον κινηματογράφο. Και το τέταρτο, καθώς το διδακτορικό μου είναι οι αφηγηματικές τεχνικές και διαβάζω κινέζικη πεζογραφία, καλό θα ήταν να μελετήσω και τον κινηματογράφο, μια και αρκετά κινέζικα πεζογραφήματα έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη.
  Ξεκίνησα να υλοποιήσω αυτό το σχέδιο πριν δυόμισι χρόνια. Όμως έμεινα στην αρχή αρχή. Συγκεκριμένα, είδα μόνο μια ταινία, την πιο παλιά σωζόμενη κινέζικη ταινία, το «Laborers love» (1922) του Zhang Shichuan. Αποφάσισα λοιπόν να συνεχίσω διαβάζοντας παράλληλα για τον κινέζικο κινηματογράφο από τρία βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου. Η επιλογή θα γίνεται με ταινίες που αναφέρονται σ’ αυτά τα βιβλία, με ταινίες που έχω ήδη κατεβάσει και με ταινίες που θα βρω έχοντας και σαν οδηγό ένα κατάλογο με τις 100 πιο σημαντικές κινέζικες ταινίες. Υπάρχουν πάρα πολλές στο youtube, όμως πρέπει να βάλεις τον κινέζικο τίτλο για να τις βρεις.
  Η επόμενη ταινία που αποφάσισα να δω, η επόμενη που είχα χρονολογικά, είναι μια μεταφορά του «Ρομάντσου του δυτικού δωματίου», ενός από τα αριστουργήματα της κινέζικης λογοτεχνίας. Σε κάποια ιστοσελίδα είδα ότι αποδίδεται σε δυο σκηνοθέτες, στον Minwei Li και στον You Hao, ενώ οι περισσότερες αναφέρουν μόνο τον You Hao. Εκτός από τον σύνδεσμο που παραθέτω στον τίτλο για τον Minwei Li, από το imdb βρήκα και έναν άλλο από την γερμανική βικιπαίδεια. Και φυσικά από την κινέζικη. Με το όνομα Lai Man-Wai βρήκα ένα άλλο λήμμα, αγγλικό.
  Δυο λόγια για την πλοκή.
  Ο Chang Kung καταλύει σε ένα μοναστήρι καθοδόν προς το Πεκίνο, για τις αυτοκρατορικές εξετάσεις (κάτι ανάλογο με τον δικό μας ΑΣΕΠ, με τη διαφορά ότι έχει ιστορία αιώνων). Παρακαλάει για τη φιλοξενία όταν αντικρίζει την Γινγκ Γινγκ, την οποία ερωτεύεται. Πλακώνουν οι ληστές, και η πανικόβλητη μητέρα τάζει σαν γυναίκα την κόρη της σ’ αυτόν που θα τους σώσει. Αυτός, με έξυπνο τρόπο, ζητάει μια τριήμερη αναβολή από τους ληστές μέχρι να κάνουν τις θυσίες για τον νεκρό πατέρα της, ενώ στο μεταξύ στέλνει μήνυμα σε ένα στρατηγό φίλο του που βρίσκεται εκεί κοντά. Όμως η μητέρα, μετά τη σωτηρία τους, αρνείται να του τη δώσει ως γυναίκα, γιατί ανήκουν στην υψηλή κοινωνία ενώ αυτός είναι ένας απλός λόγιος. Να πάει πρώτα να δώσει εξετάσεις, και αν πετύχει και γίνει αξιωματούχος θα του τη δώσει.
  Έτσι και γίνεται. Ο νεαρός επιστρέφει αφού πέτυχε με διάκριση στις εξετάσεις με αποτέλεσμα να του δοθεί μια πολύ υψηλή θέση και η μητέρα να συγκατατεθεί για το γάμο.  
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους. 
  Καθώς έχουν σωθεί μόνο πέντε καρούλια από τα δέκα, δηλαδή ουσιαστικά η μισή ταινία, είπα να δω πιο πρώτα μια μεταγενέστερη μεταφορά που ασφαλώς θα ήταν ολόκληρη. Έτσι είδα την ομώνυμη ταινία του Griffin Yueh Feng, γυρισμένη το 1965, ταινία xiqu pian (σι τσου πιάν, 戏曲片), opera film, στην οποία παραθέτω και την υπόθεση του έργου του Wang Shifu, του κινέζου δραματουργού.
  Η ταινία των Minwei Li και Hou Yao δεν είναι opera film για δυο λόγους. Ο πρώτος, είναι βουβή ταινία. Ο δεύτερος, έχει «μυθιστορηματικές» σκηνές. Η σκηνή με τους ληστές εδώ παίρνει έκταση, βλέποντας τη σύγκρουσή τους με τους στρατιώτες. Στη δεκαετία του ’20 οι wuxia pian (γου σιά πιαν, 武侠片), οι πολεμικές ταινίες, ήταν πολύ της μόδας, όπως και σήμερα. Καθώς όμως το έργο είναι ερωτική κωμωδία ο αρχηγός των ληστών μοιάζει με chou, το κωμικό πρόσωπο στην όπερα του Πεκίνου.    
  Είδαμε και το «Xi xiang yan tan» (西言谈, Συζητήσεις στη δυτική πτέρυγα, 1997)  του Yee-Hung Lam, που όμως είναι γνωστό και με τον τίτλο του θεατρικού έργου. History, Romance, το χαρακτηρίζει το IMDb, όμως στην πραγματικότητα είναι μια soft-adult ταινία. Οι ερωτικές σκηνές δεν είναι ακριβώς πορνό, όμως είναι αρκετά τολμηρές. Είναι όμως σαν τσόντα στην ίδια την ταινία, που ακολουθεί αρκετά πιστά θα έλεγα το θεατρικό έργο.
  Πώς βγάζω αυτό το συμπέρασμα.
  Πολλές σκηνές είναι ίδιες με αυτές της ταινίας του Griffin Yueh Feng. Θεωρώ πιο πιθανόν να έχουν και οι δυο ως πηγή το θεατρικό έργο από το να αντιγράφει ο Lam σκηνές από την ταινία του Yueh Feng· αν και δεν αποκλείεται, αλλά για ελάχιστες.
  Επίσης δεν παραλείπει το επεισόδιο με τον ανιψιό, στον οποίο την είχε τάξει ο πατέρας της. Αυτός ο ανιψιός διαδίδει ότι ο Chang Chuen Sui (με αυτό το όνομα τον βλέπουμε εδώ, ενώ η Ying Ying γίνεται Ann Ann) παντρεύτηκε στην πρωτεύουσα. Όμως ο Chang Chuen Sui επιστρέφει πριν αυτός προλάβει να την παντρευτεί και βεβαιώνει ότι πρόκειται για συκοφαντία, για να τελειώσει το έργο με το γνωστό happy end. Δεν βλέπουμε όμως τον ανιψιό να αυτοκτονεί όπως θέλει η πέμπτη πράξη του έργου του Γουάνγκ Σιφού, ούτε τη βραδιά του γάμου ούτε άλλη μέρα. Όσο για κάποια άλλα επεισόδια που είδαμε στην ταινία του Lam αλλά όχι του Feng Yueh, δεν ξέρουμε αν είναι προσθήκες του σκηνοθέτη ή είναι παρμένα από το έργο του Wang Shifu.  

Δημήτρης Γκουζιώτης, Συράκος Δανάλης, ταξίδι στο φως, 2017


Δημήτρης Γκουζιώτης, Συράκος Δανάλης, ταξίδι στο φως, 2017


  Τον Δημήτρη Γκουζιώτη τον πρωτογνώρισα από το βιβλίο του «Το ντοκιμαντέρ». Αφού γίναμε φίλοι στο facebook, είδα και αρκετά ντοκιμαντέρ του. Μου συνέστησε μάλιστα καλές ελληνικές ταινίες που αγνοούσα, καθώς στη συνείδησή μου ελληνικός κινηματογράφος=Θόδωρος Αγγελόπουλος και ελάχιστοι άλλοι. Κάποιες τις είδα και έγραψα γι’ αυτές.
  Χθες βράδυ στο «Στούντιο» είδαμε το ντοκιμαντέρ-βιογραφία του για τον Συράκο Δανάλη.
  Ο Συράκος Δανάλης ήταν ένας διακεκριμένος, τρεις φορές βραβευμένος, διευθυντής φωτογραφίας σε πάρα πολλές ελληνικές ταινίες. Στο θαυμάσιο ντοκιμαντέρ του Γκουζιώτη ο Δανέλης μας μιλάει για τη ζωή του και για τη δουλειά του. Ο μέσος θεατής ξέρει κάμποσα πράγματα για σκηνοθέτες και σκηνοθεσία, αλλά αγνοεί πράγματα για τους υπόλοιπους παράγοντες που συντελούν στη δημιουργία ενός φιλμ. Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι και η φωτογραφία.
  Η αφήγηση του Δανάλη είναι μια ιστορία της φωτογραφίας στον ελληνικό κινηματογράφο, τις τεχνικές δυσκολίες που πέρασε, που δεν είχαν να κάνουν μόνο με την τεχνολογία αλλά και με τον χαμηλό προϋπολογισμό που είχαν συνήθως οι μη εμπορικές ταινίες, που δεν επέτρεπε στους σκηνοθέτες τους να έχουν ακριβό εξοπλισμό. Αυτός ήταν και ο λόγος που πάρα πολλές ταινίες γυριζόντουσαν ασπρόμαυρες.
  Ο Δανάλης ήταν ιδιαίτερα επινοητικός στη λύση προβλημάτων, και μας αφηγείται για χαρακτηριστικά πλάνα και πώς έλυσε το πρόβλημα της λήψης τους. Αφού μας λέει για τα κόλπα που επινόησε, βλέπουμε και το πλάνο της ταινίας. Στον Τάκη Κανελλόπουλο γίνονται οι περισσότερες αναφορές, και συγκεκριμένα για τις ταινίες του «Ουρανός» (1962), «Εκδρομή» (1966) και «Παρένθεση» (1968).
  Ακούμε αρκετά ενδιαφέρονται πράγματα στην ταινία. Για παράδειγμα, μια ακόμη περίπτωση για το πώς «μαγειρεύονται» τα βραβεία στα διάφορα φεστιβάλ. Είχε κανονιστεί να πάρει το βραβείο ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ για τον «Παπαφλέσσα». Με επιμονή του Δανάλη που ήταν στην επιτροπή πήρε το βραβείο ο Βέγγος για εκείνη την περίφημη ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση». «Ψηφίστε κατά συνείδηση», είπε στα άλλα μέλη.
  Χαρακτηριστική επίσης είναι και η μαρτυρία του για τον Φίνο. Ο Φίνος γύρισε μια ποιοτική ταινία για τον Μυστρά. Δεν είχε καθόλου απήχηση στον κόσμο. Ορκίστηκε, ο Δανέλης ήταν παρών, ότι δεν θα έκανε ποτέ πια ποιοτική ταινία παρά μόνο εμπορικές. Και κράτησε το λόγο του.
  Στα εξηνταπέντε του βγήκε στο σύνταξη. Όμως βρήκε δυο δημιουργικές απασχολήσεις. Η μια ήταν να φτιάχνει καλλιτεχνικούς καθρέπτες και η άλλη να φτιάχνει ξυλόγλυπτα καραβάκια. Έκανε μάλιστα και δυο εκθέσεις με αυτά.
  Πέθανε πλήρης ημερών το 2017, στα 90 του, στην Αίγινα όπου έμενε με την γυναίκα του, την ηθοποιό Άννα Γεραλή, από το 2005. Στην Αίγινα, να το θυμίσουμε κι αυτό, βρήκε καταφύγιο για αρκετά χρόνια της ζωής του και ο Νίκος Καζαντζάκης, πριν οι εδώ ίντριγκες τον αναγκάσουν να εξοριστεί στην Αντίμπ της Γαλλίας.
  Εξαιρετικό το ντοκιμαντέρ του Γκουζιώτη, κατάφερε να εκμαιεύσει πολύ σημαντικά πράγματα από τον Δανάλη.
  Και, συμπληρώνω τώρα, κέρδισε το τρίτο βραβείο στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Ιεράπετρας (καλοκαίρι 2018). 

Saturday, March 31, 2018

Griffin Feng Yueh (岳枫), Xi xiang ji (Το ρομάντζο του δυτικού δωματίου, 1965)


Griffin Feng Yueh (), Xi xiang ji (Το ρομάντζο του δυτικού δωματίου, 1965)


  Η ταινία είναι μεταφορά ενός από τα κορυφαία κινέζικα θεατρικά έργα, «Η ιστορία της δυτικής πτέρυγας» (西厢记), που συχνά μεταφράζεται και ως «Το ρομάντζο του δυτικού δωματίου», γραμμένο από τον Wang Shifu (1250-1337;).
  Στο βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» δίνω μια περίληψή του.
  «Αν ο Guan Hanqing (Γκουάν Χαντσίν) είναι ο Αισχύλος της Κίνας, ο Wang Shifu, ή Fe Xu, είναι ο κινέζος Σοφοκλής. Προέρχεται και αυτός από το Tatu (Peiping), και, όπως ο Guan Hanqing, πρέπει να γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της δυναστείας Yuan. Έγραψε 22 έργα, όμως η φήμη του στηρίζεται στην Ιστορία του δυτικού δωματίου, έργο σε τέσσερα μέρη, ενώ τότε η πρακτική ήταν το διμερές δράμα. Στο έργο αυτό ο Guan Hanqing πρόσθεσε ένα πέμπτο μέρος, με happy end, για το οποίο άλλοι τον έψεξαν και άλλοι τον επαίνεσαν.
  Στο πρώτο μέρος ο Chang Chunjui ή Chang Sheng συναντά στο ναό την όμορφη Ying Ying, την κόρη ενός πρώην πρωθυπουργού, και την ερωτεύεται. Στο δεύτερο μέρος τη σώζει από κάποιους ληστές, χωρίς να αμειφθεί για την πράξη του. Η Hung Niang, η υπηρέτρια της Ying Ying, το θεωρεί άδικο, και του ζητά να παίξει τη νύχτα το μαντολίνο του για να δουν την αντίδραση της Ying Ying. Αυτή, ακούγοντας το μαντολίνο, συγκινείται. Στο τρίτο μέρος ο Chang Sheng με τη βοήθεια της Hung Niang στέλνει ένα ερωτικό ποίημα στην Ying Ying, και της ζητάει να συναντηθούν. Στο τέταρτο μέρος, όταν η μητέρα της Ying Ying μαθαίνει τα καθέκαστα, στέλνει τον Chang Sheng στην πρωτεύουσα να πάρει μέρος στις κρατικές εξετάσεις, κάτι σαν το δικό μας ΑΣΕΠ, και αν πετύχει, να παντρευτούν. Στο δρόμο ο Chang Sheng διανυχτερεύει σε ένα πανδοχείο, ονειρεύεται ότι κρατάει στην αγκαλιά του την Ying Ying, αλλά ξυπνάει και βλέπει ότι έχει αγκαλιάσει τον λυράρη ακομπανιαδόρο του. Τότε συνειδητοποιεί ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο.
  Το πέμπτο μέρος που πρόσθεσε ο Guan Hanqing έχει, όπως είπαμε, ευτυχισμένο τέλος. Ο Chang Sheng πετυχαίνει στις εξετάσεις, όμως ο Cheng Huan, που θέλει να κερδίσει την Ying Ying, διαδίδει ψεύτικα ότι ο Chang Sheng παντρεύτηκε στην πρωτεύουσα. Μαθεύεται όμως η αλήθεια, και την βραδιά του γάμου των δυο νέων ο Cheng Huan αυτοκτονεί, απελπισμένος που δεν πέτυχε το σχέδιό του.
  Το έργο είναι πολύ μεγάλο, και συνήθως παίζεται κάθε μέρος χωριστά, πάντα με επιτυχία. Είναι από τα πιο αγαπητά στη νεολαία, καθώς ο δραματουργός έχει καταφέρει να δώσει τις πιο λεπτές αποχρώσεις στο ερωτικό συναίσθημα, κυρίως της κοπέλας, η οποία πρέπει να κρατήσει την έκφρασή του μέσα στα όρια της αξιοπρέπειας και της κομφουκιανής ηθικής».
  Αυτό που κατάφερε να δώσει ο δραματουργός το έδωσε με επίσης πολύ επιτυχημένο τρόπο και ο Γιουέ Φενγκ, δηλαδή την έκφραση του έρωτα της κοπέλας «μέσα στα όρια της αξιοπρέπειας και της κομφουκιανής ηθικής».
  Η ταινία μένει στα τέσσερα πρώτα μέρη, για να τελειώσει με την επιστροφή του Τσανγκ Σενγκ και το γάμο του με την Γινγκ γινγκ. Όσο για τον Τσενγκ Χουάν με τον οποίο την είχε αρραβωνιάσει ο πατέρας της δεν εμφανίζεται καθόλου.
  Εξαιρετική η Ching Lee στο ρόλο της υπηρέτριας, που πείθει την μητέρα της Γινγκ γινγκ να κρατήσει την υπόσχεσή της και να την παντρέψει με τον Τσενγκ Χουάν αφού αυτός τους γλίτωσε από τους ληστές.
  Η ταινία είναι σαν μεταφορά κινέζικης όπερας. Οι ενδυμασίες, το στυλιζαρισμένο παίξιμο, και φυσικά το τραγούδι, θυμίζουν έντονα την όπερα του Πεκίνου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι υπάρχει μια χορωδία που όμως, αντίθετα με το χορό της αρχαίας τραγωδίας, εδώ τραγουδάει «αφηγηματικά» και όχι λυρικά.
 Έχουμε δει άλλες δυο ταινίες του Griffin Yueh Feng, το «Άσπρο φίδι», κινηματογραφική μεταφορά της περίφημης όπερας του Πεκίνου, και τον «Βιασμό του ξίφους», ένα επίσης μουσικό έργο με την Ching Lee σε πρωταγωνιστικό ρόλο.
  Σιγά σιγά θα δω και άλλες ταινίες του.   
  Εδώ είναι η ανάρτησή μου για την ταινία του 1927, που έγινε μετά. 

Rayhana Obermeyer, A mon age je me cache encore pour fumer (Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω, 2016)


Rayhana Obermeyer, A mon age je me cache encore pour fumer (Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω, 2016)


  Η ταινία μου θύμισε το «Εντός ορίων», που από προχθές προβάλλεται στους κινηματογράφους, για δυο λόγους: ο πρώτος, η ίδια πρωταγωνίστρια, η Hiam Abbass, σε μια επίσης εξαιρετική ερμηνεία, υποδυόμενη μια παρόμοια περσόνα. Ο δεύτερος, και εδώ η δράση τοποθετείται σε ένα κλειστό χώρο, ένα χαμάμ το οποίο διευθύνει η Abbass. Δίνει εντολές, κατευθύνει τις άλλες γυναίκες, προσπαθεί να τα προλάβει όλα· και κυρίως να προστατεύσει μια νεαρή γυναίκα που είναι έγκυος, και ο αδελφός της, φονταμενταλιστής μουσουλμάνος (η υπόθεση τοποθετείται στο Αλγέρι, το 1995), ζητάει να τη σκοτώσει γιατί πρόσβαλε την τιμή της οικογένειας.
  Και εδώ επίσης γύρω από το υποτυπώδες σασπένς - θα την ξετρυπώσει τελικά; - πλέκονται τα διάφορα επεισόδια, επεισόδια δεικτικά που διεκτραγωδούν τη θέση της γυναίκας σε μια ισλαμική κοινωνία. Ο τίτλος εξάλλου της ταινίας είναι ιδιαίτερα ενδεικτικός.
  Θα αναφέρουμε μόνο ένα επεισόδιο. Ένα κοριτσάκι, μουγγό, το βάζει στα πόδια όταν γίνεται αναφορά στο κοράνι. Γιατί; Η Abbass εξηγεί. Βίασαν και σκότωσαν τις αδελφές της και ξεκοίλιασαν την έγκυο μητέρα της φονταμενταλιστές ισλαμιστές κραυγάζοντας το γνωστό «Αλλάχ ακμπάρ», ο Αλλάχ είναι μεγάλος.
  Στο χαμάμ έρχεται κάποια στιγμή και μια ισλαμίστρια. Της λένε: το δικό σας ισλάμ δεν είναι ίδιο με το δικό μας.
  Το έχω ξαναγράψει, κάτι που το ξεχνάμε εύκολα. Αυτοί που κυρίως πολεμούν το φονταμενταλιστικό ισλάμ δεν είναι οι διάφορες υπηρεσίες της Δύσης αλλά οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι. Αυτοί απέτρεψαν στην Αίγυπτο τους αδελφούς-μουσουλμάνους από το να καταλάβουν την εξουσία. Και βέβαια στην Αλγερία ήταν η ίδια η κυβέρνηση που συγκρουόταν μαζί τους. Η Γιασμίνα Χαντρά στα πρώτα της βιβλία αναφέρεται σ’ αυτή τη σύγκρουση.
  Οι γυναίκες αποχωρούν από το χαμάμ παριστάνοντας όλες τις έγκυες. Ο αδελφός, χωρίς να το αντιληφθεί, ορμάει στην πρώτη έγκυο που βλέπει και την μαχαιρώνει. Η Abbass, αμέσως μετά, θα ορμήσει πάνω του και θα τον μαχαιρώσει.
  Δεν ήταν η αδελφή του. Είναι εκείνη που αφηγείται την ιστορία, νεκρή πια, από την ταράτσα του σπιτιού της, σε ένα εξαιρετικό ποιητικό τέλος, με τις μαντίλες που έχει αφαιρέσει από τις γυναίκες να πετάνε σαν κοράκια στον ουρανό.
  Και βέβαια στο μυαλό μου ήλθε επίσης μια άλλη ταινία, την οποία μάλιστα χρησιμοποίησα σε μια εισήγησή μου σε ένα συνέδριο, «Οι σιωπές του παλατιού» της Μουφίντα Τλατλί, που αναφέρεται και αυτή στην καταπίεση της γυναίκας στην Αλγερία. Η απελευθέρωση από τους γάλλους δεν έφερε και την απελευθέρωση της γυναίκας.
  

 

Friday, March 30, 2018

Julien Rambaldi, Bienvenue à Marly-Gomont (The African doctor, 2016)


Julien Rambaldi, Bienvenue à Marly-Gomont (The African doctor, 2016)



  Πραγματική ιστορία, που δίνεται όμως με αρκετά στοιχεία κωμωδίας.
  Ο γιος αφηγείται την ιστορία του πατέρα του, που την βλέπουμε σαν αναδρομή. Ο πατέρας του, από το Ζαΐρ, έχοντας μόλις πάρει το πτυχίο της ιατρικής, ψάχνει για δουλειά. Θα βρει σε ένα μικρό χωριό. Δεν είναι ό,τι καλύτερο, όμως αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να φέρει την οικογένειά του και να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα. Έχει καλύτερη προσφορά στην πατρίδα του, προσωπικός γιατρός του προέδρου, όμως στη Γαλλία τα παιδιά του θα έχουν την ευκαιρία για μια καλύτερη μόρφωση.
  Δεν θα γίνει αποδεκτός αμέσως από τους κατοίκους του χωριού. Θα τα καταφέρει σιγά σιγά, και προπαντός όταν ξεγεννήσει μια έγκυο γυναίκα που της ήλθαν πρόωρα οι σπασμοί και δεν προλάβαινε να πάει στο νοσοκομείο.
  Μπορεί να γέλασα πολύ μ’ αυτή την κωμωδία, όμως μου άφησε και μια πικρή γεύση. Για μια ακόμη φορά βλέπω ότι ο ρατσισμός καλά κρατεί. Και βέβαια όχι σε ακροδεξιές οργανώσεις αλλά στον απλό κόσμο.