Book review, movie criticism

Sunday, February 9, 2020

Jan Komasa, Corpus Christi (2019)


Jan Komasa, Corpus Christi (2019)

  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.
  Το «Σώμα του Χριστού» βασίζεται, όπως διαβάζουμε στην αρχή της ταινίας, σε πραγματικά γεγονότα. Ποια είναι αυτά;
  Να κάνω εδώ το σχόλιο: Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για όλα, μόνο για ελάχιστα, για αυτά που αποτελούν τον κεντρικό άξονα της πλοκής.
  Και ποια είναι αυτά σ’ αυτό το έργο;
  Ένας νεαρός που έχει αποφυλακισθεί με αναστολή και εργάζεται σε ένα ξυλουργείο, έχει μια έφεση στα θεία (πιστεύω ότι κάποιο γονίδιο υπάρχει σ’ αυτό, αλλά ας μην το συζητήσουμε τώρα) και βοηθάει τον παπά της φυλακής στη θεία λειτουργία. Κάποια «γεγονότα», που δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι είναι αυτά της ταινίας, τον οδήγησαν να δραπετεύσει και να παρουσιαστεί τελικά ως ένας περιπλανόμενος ιερέας. Θα αναλάβει προσωρινά καθήκοντα στο χωριό όπου τον οδήγησαν τα πόδια του, μια και ο ιερέας του είναι άρρωστος. Αναπτύσσει κοινωνικό έργο με αποτέλεσμα να γίνει πολύ αγαπητός, μέχρι βέβαια που τον εντόπισαν και οδηγήθηκε ξανά στη φυλακή.
  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος θα πραγματευθώ την ταινία σε σύγκριση με το «Marmulak», τη σαύρα, ιρανική ταινία του Kamal Tabrizi.
  Ένας κατάδικος το σκάει και εδώ από τη φυλακή μεταμφιεσμένος σε παπά, για να καταλήξει σε ένα χωριό όπου επίσης κατακτάει τη συμπάθεια των κατοίκων του με το κοινωνικό του έργο. Αλλά κι αυτός θα εντοπισθεί τελικά και θα οδηγηθεί στη φυλακή. Αυτός που θα τον οδηγήσει είναι ένας αστυνομικός, σε αντίθεση με την ταινία του Κομάσα όπου αυτός που οδηγεί τον Ντάνιελ στη φυλακή είναι ο στρατιωτικός ιερέας τον οποίο βοηθούσε στα καθήκοντά του.
  Και η μεγάλη διαφορά: η πολωνική ταινία είναι drama, δηλαδή κοινωνική, ενώ η ιρανική ταινία είναι μια από τις πιο ξεκαρδιστικές κωμωδίες που έχω δει ποτέ.   
  Μα τόσο ξεκαρδιστική λοιπόν;
  Ναι, τόσο ξεκαρδιστική. Δεν έχω την πολυτέλεια να βλέπω ταινίες για δεύτερη φορά, αλλά αυτή ήθελα να την ξαναδώ, και έπεισα το γιο μου να τη δούμε μαζί.
  Καθώς είμαι φαν του ιρανικού κινηματογράφου έχω δει άλλες τρεις ταινίες του Ταμπριζί, την «Μητρική αγάπη», μια ταινία που μου άρεσε πάρα πολύ όπως και στον εκδότη μου τον Αλέξανδρο, το «Ανεμίσιο χαλί» και τη «Γλυκιά γεύση της φαντασίας».  
  Όμως υπάρχει κάτι επί πλέον στην ταινία του Κομάσα.
  Ο Ντάνιελ προκάλεσε κάποια φορά τη μήνη του κόσμου. Γιατί; Διότι επέμενε να θάψει τον οδηγό ενός αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν άλλα έξι άτομα, οδηγώντας τα στο θάνατο. Όμως τελικά θα καταφέρει να κάμψει την αντίσταση κάποιων, και μάλιστα αυτών που αντιστέκονταν πιο σθεναρά, όπως η μητέρα της κοπέλας, με την οποία βλέπουμε να αναπτύσσεται ένα ειδύλλιο. Και βέβαια θα δούμε ερωτικές σκηνές, που φαίνεται ότι είναι πια απαραίτητες σε κάθε ταινία, αξιώσεων και μη.
  Να συνέβη πράγματι το τροχαίο;
  Ο σκηνοθέτης σίγουρα θα ξέρει.
  Το ζήτημα που θίγει είναι σημαντικό: Εν τάξει, ο οδηγός ευθύνεται για το τροχαίο, όμως δεν έκανε έγκλημα εκ προμελέτης, ατύχημα ήταν, να μην τον καταδικάσουμε στο πυρ το εξώτερο. Δυστυχώς σε τέτοιες περιπτώσεις πολλοί αντιμετωπίζουν σαν εγκληματία τον υπεύθυνο ενός τροχαίου που στοιχίζει ζωές.
  Μου άρεσε πολύ η ταινία (αρχικά έγραψα «πολύ καλή ταινία» αλλά το διέγραψα, μια και πεποίθησή μου είναι ότι «περί ορέξεως κολοκυθόπιττα»), πιστεύω ότι θα αρέσει και σε σας. Το 7,8 που έχει στο IMDb δείχνει ότι άρεσε σε πάρα πολλούς.

Saturday, February 8, 2020

Terrence Malick, Άγνωστος κόσμος (The new world, 2005)




  Εν όψει της προβολής της ταινίας του «Μια κρυφή ζωή», στις 13 του Φλεβάρη.
  Μου αρέσουν τα ρομάντζα, έτσι χαρούμενος ξεκίνησα να βλέπω τον «Νέο κόσμο».
  Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται στη Βιρτζίνια, στις αρχές του 17ου αιώνα, τότε που άρχισε ο εποικισμός της. Το θέμα της είναι το μεγαλείο του έρωτα. Το μοτίβο είναι τα σύνορα της αγάπης.
  Δεν είναι τυχαίο που επιλέχτηκε αυτό το μοτίβο, γιατί μ’ αυτό μπορεί να αναδειχθεί περισσότερο το μεγαλείο του έρωτα. Για ποιο λόγο; Μα γιατί κάθε σύνορο είναι δύσκολο να το υπερβεί κανείς, χρειάζεται μεγάλη δύναμη και αποφασιστικότητα, και προπαντός το βαθύ ερωτικό αίσθημα που αψηφά αντιξοότητες και δυσκολίες. Τον έρωτα αυτό τον έχει η ινδιάνα, όχι όμως και ο λευκός άποικος. Νοιώθει τύψεις που την άφησε να τον ερωτευθεί, και όταν αποφασίζεται να σταλεί σε αποστολή αφήνει παραγγελιά να της πουν, αφού περάσουν δυο μήνες, ότι πνίγηκε.
  Η ινδιάνα βυθίζεται σε απελπισία, την οποία ο μεγάλος Μάλικ δίνει πολύ ανάγλυφα. Όμως, μια και τον νομίζει νεκρό, όταν ένας άλλος λευκός άποικος της κάνει πρόταση γάμου, αυτή δέχεται. Αυτός ξέρει ότι δεν τον αγαπά, αλλά της λέει ότι δεν πειράζει, σιγά σιγά θα τον αγαπήσει.
  Θα κάνουν ένα γιο. Θα ταξιδέψουν στην Αγγλία, όπου θα γίνουν δεχτοί από το βασιλιά. Θέλουν την περίπτωσή τους να την αναδείξουν ως σύμβολο του εκπολιτισμού και εκχριστιανισμού των ινδιάνων, καθώς και των φιλικών τους σχέσεων με τους λευκούς.
  Όταν κάποια στιγμή μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της τελικά δεν πέθανε αλλά ζει, συγκλονίζεται. Λέει στον άντρα της ότι δεν μπορούν πια να είναι ζευγάρι, αφού ο αγαπημένος της ζει. Αυτός είναι πρόθυμος να της δώσει διαζύγιο, έτσι λέει στον κυβερνήτη. Δεν θέλει να την υποβάλλει σε μια τεράστια ηθική δοκιμασία. Στην ίδια λέει ότι ίσως θέλει να τον δει για μια ακόμη φορά.
  Και θα τον δει, εκεί, στην Αγγλία.
  -Ήξερες ότι ήμουν δεσμευμένος (promised), έτσι δεν είναι; Της λέει. -Ναι, είναι η απάντηση.
  Όπως είπαμε ο Μάλικ εστιάζει μόνο στις σημαντικές σκηνές. Δεν μας λέει πιο πριν αν το έμαθε και πώς.
  Κάνω μια παρέκβαση: το τέλος της μου θύμισε τον «Βέρθερο» και την «Ανάσταση». Στον «Βέρθερο» η αγαπημένη αποφασίζει να μείνει με τον σύζυγο, παρά την αγάπη που νιώθει γι’ αυτόν. Στην «Ανάσταση» η αγαπημένη, που ο διαφθορέας της είναι διατεθειμένος να την παντρευτεί για να επανορθώσει, θα αποποιηθεί την προσφορά του παρόλο που τον αγαπάει. Θα δεχθεί την πρόταση ενός άλλου κατάδικου. Δυο ερωτευμένες γυναίκες θα βιώσουν τη ματαίωση του έρωτά τους.
  Εν τάξει, την απαισιόδοξη ματιά του Μάλικ την ξέρω από τις προηγούμενες ταινίες του, όμως εδώ περίμενα μια ανατροπή, να ευοδωθεί το ρομάντζο. Σαν θεατές έχουμε ταυτισθεί με τον αγαπημένο της και όχι με το σύζυγό της, στη βάση ενός ψυχολογικού μηχανισμού που μας κάνει να ταυτιζόμαστε μ’ αυτόν που εμφανίζεται περισσότερο στην οθόνη.
  Και καλά το ότι δεν ευοδώθηκε το ρομάντζο, ήταν ανάγκη ο Μάλικ να πεθάνει την ηρωίδα του κατά την επιστροφή της στην Αμερική; Αυτό δεν συμβαίνει καθόλου κατά το εικός και το αναγκαίο.
  Δεν είχα διαβάσει ακόμη το λήμμα της βικιπαίδειας, σχεδόν πάντα το διαβάζω μετά. Πριν δω την ταινία διαβάζω μόνο το IMDb, για να πάρω μια ιδέα για την πλοκή.
  Βέβαια οι ακριβείς ημερομηνίες που δίνει θα έπρεπε να με υποψιάσουν, όπως και το γεγονός ότι, όπως έχω παρατηρήσει, τουλάχιστον οι μισές ταινίες, αν όχι οι περισσότερες, στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Και πράγματι, πρόκειται για αληθινή ιστορία, αν και κάποιοι αμφισβήτησαν την εγκυρότητά της, τουλάχιστον όπως την αφηγείται ο «αγαπημένος», ο captain John Smith, στα απομνημονεύματά του. Όμως είναι πραγματικό γεγονός ότι η νεαρή ινδιάνα πέθανε στο πλοίο κατά την επιστροφή. [Και η σύμπτωση: διαβάζοντας σήμερα για τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, αφού τέλειωσα το «Φθινόπωρο» που θα παρουσιαστεί σε μια λέσχη ανάγνωσης, μαθαίνω ότι πέθανε κι αυτός πάνω στο πλοίο, από τροφική δηλητηρίαση. Είπαμε, έχω μια εμμονή με τις συμπτώσεις, και σε ένα αυτοβιογραφικό μου κείμενο έχω δώσει ως υπότιτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης»].
  Ο Μάλικ λοιπόν ήθελε να μείνει πιστός στην ιστορική αλήθεια.
  Και τώρα κάποια σχόλια.
  Οι στοχασμοί των χαρακτήρων σε voice over, τους οποίους ακούσαμε και στη «Λεπτή κόκκινη γραμμή», είναι και εδώ κυρίαρχοι. Αυτό, συνειδητοποιώ τώρα, δίνει μια «πεζογραφική» διάσταση στην ταινία, γιατί μόνο στην πεζογραφία μπορούμε να μαθαίνουμε για τους στοχασμούς και τους αναστοχασμούς των ηρώων, είτε από τους ίδιους είτε από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή. Στο θέατρο, ο μόνος, απ’ όσο ξέρω, που το επιχείρησε με quasi-aside, είναι ο Ευγένιος Ο’ Νηλ στο «Παράξενο ιντερλούδιο», έργο το οποίο μετάφρασα πριν δεκαετίες.
  Πολλές φορές μιλάω για την ποιητικότητα και την εικαστικότητα μιας ταινίας, θεωρώντας τους δυο όρους αν όχι ταυτόσημους, τουλάχιστον αλληλοεπικαλυπτόμενους. Τώρα πάλι συνειδητοποιώ ότι η εικαστικότητα για την οποία μιλάω έχει να κάνει με μια ιμπρεσιονιστική εικαστικότητα, με μια λυρική ανάδειξη της φύσης, και όχι με μια εξπρεσιονιστική εικαστικότητα, που αναδεικνύει το μουντό και το σκοτεινό (Φέρτε στο μυαλό σας την «Κραυγή» του Münch). Δεν είναι τυχαίο που η φύση κυριαρχεί στα έργα του Μάλικ σαν φόντο της δράσης, εδώ όμως επιπλέον λειτουργεί και σαν μια «συμβολιστική» ανάδειξη του έρωτα των δυο νέων [πάλι ο Χατζόπουλος].
  Μου έκανε εντύπωση που δεν είδα καμιά ερωτική σκηνή, μια εποχή που τύφλα να ’χουν οι ερωτικές σκηνές των πορνό μπροστά στις ερωτικές σκηνές των «κανονικών» ταινιών, και δεν αναφέρομαι βέβαια μόνο στα «Εννιά τραγούδια» του Winterbottom. Επιλογή του Μάλικ;
  Φαντάζομαι πως ναι, όμως ανασχετικός παράγοντας, αν υποθέσουμε ότι είχε τέτοιες προθέσεις, ήταν το νεαρό της ηλικίας της πρωταγωνίστριας. Δεν την έκανα κάτω από δεκαοκτώ χρονών, όμως διαβάζοντας στη βικιπαίδεια για την ταινία και το βιογραφικό της μαθαίνω ότι ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών όταν γυρίστηκε η ταινία.
  Οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Μάλικ σεβαστοί μεν αλλά με αφήνουν αδιάφορο, όπως και οι πολεμικές σκηνές της «Λεπτής κόκκινης γραμμής», έχω δει καλύτερες, όμως δεν θυμάμαι να έχω δει πιο καλογυρισμένο ρομάντζο. Υποτιμημένο τόσο στη συνείδηση των θεατών όσο και των κριτικών, δεν εκπλήσσομαι που ο «Νέος κόσμος» δεν είχε την επιτυχία των προηγούμενων έργων του, όμως, διαβάζω επίσης, από κάποιους κριτικούς θεωρήθηκε ως μια από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για τη «Λεπτή κόκκινη γραμμή».

Friday, February 7, 2020

Terrence Malick, Η λεπτή κόκκινη γραμμή (The thin red line, 1998)




  Εν όψει της προβολής της ταινίας του «Μια κρυφή ζωή», στις 13 του Φλεβάρη.
  Την ταινία την είδαμε οικογενειακώς στο θερινό σινεμά (στη θέση του τώρα είναι μια καφετέρια) της Ιεράπετρας. Μας άρεσε πάρα πολύ, όπως και σε όλους τους θεατές. Αυτό φάνηκε και από το ότι σχεδόν οι μισοί σηκώθηκαν όρθιοι από την έκπληξη όταν άκουσαν τον Ηλία Κοτέα να λέει ελληνικά στους στρατιώτες του: Είσαστε τα παλληκάρια μου.
  Ελληνολατρεία του Μάλικ; Πιο πριν θα ακούσουμε για τη «ροδοδάκτυλο Ηώ». Αντιγράφω από την «κριτική» μου για την «Οδύσσεια».
  «ἦμος δ' ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς…». Μα όταν φάνηκε η ροδοδάχτυλη Αυγή που τη γεννούν τα ξημερώματα…
  Το στίχο αυτόν τον συναντήσαμε 2 φορές στην «Ιλιάδα» ενώ βρήκαμε και 3 άλλους στίχους με ίδια σημασία. Στην «Οδύσσεια» αντίθετα τον συναντήσαμε 20 φορές και 2 μόνο  παραλλαγές. Πιο ποιητική η «Οδύσσεια».  
  Είκοσι χρόνια χωρίζουν τη «Λεπτή κόκκινη γραμμή» από τις «Μέρες του Ουρανού», όμως ο Μάλικ επιμένει χολιγουντιανά με μια (αντι)πολεμική ταινία, βασισμένη σε ένα περίπου αυτοβιογραφικό βιβλίο. Όμως το voice over και ο εσωτερικός μονόλογος κάνουν τη διαφορά. Μεταφυσικά και υπαρξιακά ερωτήματα προβάλλονται εδώ, με τον Θεό να αποτελεί συχνά τον αποδέκτη αυτών των ερωτημάτων.
  Όμως δεν είναι μόνο τα ερωτήματα. Με χαρακτηριστικές σκηνές ο Μάλικ κάνει επίσης «βουβά» σχόλια. Οι ειδυλλιακές σκηνές στην αρχή της ταινίας στο εξωτικό περιβάλλον του Γουαλνταλκανάλ, δεν είναι μόνο για το αργό (Jo) ξεκίνημα της ιστορίας, αλλά κυρίως για να τεθούν αντιστικτικά στη φρίκη του πολέμου που θα δούμε στη συνέχεια (το Kyu, που ακολουθεί το Ha, δηλαδή την πορεία προς το βουνό μέχρι να πέσουν πάνω στα πυρά των γιαπωνέζων). Η σκηνή που οι στρατιώτες προσπερνούν τον ιθαγενή είναι πολύ χαρακτηριστική. Καθώς προσπερνάει ο ιθαγενής, ο στρατιώτης τον κοιτάζει με περιέργεια (το frame).
  Ειρωνεία;
  Κανονικά ο ιθαγενής θα έπρεπε να κοιτάξει με περιέργεια: τι γυρεύετε όλοι εσείς εδώ, αμερικάνοι και γιαπωνέζοι; Αφού αυτή η γη δεν σας ανήκει, είναι δική μας.
  Ο νεοσσός που σέρνεται μισοκαμένος από τη φωλιά του είναι επίσης χαρακτηριστική σκηνή, όπως και η σκηνή του πτηνού που πετάει πάνω από τους στρατιώτες. Δεν φοβάται ότι θα το πυροβολήσουν, δεν βγήκαν για κυνήγι αλλά για να σκοτωθούν μεταξύ τους.
  Ο φόβος του θανάτου, τόσο για τους επιτιθέμενους αμερικανούς όσο και για τους αιχμάλωτους γιαπωνέζους, παρουσιάζεται σε όλη του την ένταση, όπως και η αγωνία των πληγωμένων μπροστά στον αναπότρεπτο θάνατο.
  Υπάρχει και η σάτιρα βέβαια: ο «ηρωισμός» του ταγματάρχη, που περίμενε αυτή τη στιγμή για να κερδίσει τη δόξα, στέλνοντας τους στρατιώτες του σαν πρόβατα επί σφαγή. Ο λοχαγός όμως (Ηλίας Κοτέας) δεν έχει καμιά διάθεση να τους θυσιάσει. Οι στρατιώτες του τον αγαπούν γι’ αυτό, όμως ο ταγματάρχης θα τον αντικαταστήσει και θα τον στείλει πίσω, να υπηρετήσει σε κάποια νομική υπηρεσία (είναι δικηγόρος). Πιστεύει ότι τέτοια άτομα δεν κάνουν για τη μάχη, στην οποία πρέπει να δείχνεται κανείς ανελέητος, τόσο απέναντι στους εχθρούς όσο και απέναντι στους άνδρες του.
  Οι ειδυλλιακές σκηνές που θυμάται σε αναδρομή ο στρατιώτης Bell με τη γυναίκα του δεν τίθενται μόνο σαν ιντερμέτζο και σαν αντίστιξη στις σκηνές μάχης, αποτελούν ταυτόχρονα και μια σάτιρα αντίστοιχων σκηνών που βλέπουμε συχνά σε πολεμικές ταινίες. Αυτό βέβαια θα αποκαλυφθεί στο τέλος, όταν παίρνει ένα γράμμα από τη γυναίκα του που του ζητάει να της δώσει διαζύγιο. Δεν άντεχε τη μοναξιά, τα έφτιαξε με κάποιον σμηναγό. Η εθελοντική συμμετοχή του σε μια σχεδόν αυτοκτονική αποστολή ήταν μια περίπου αναπόφευκτη συνέπεια.
  Οι πολεμικές ταινίες είναι αγαπημένο μου είδος, και προπαντός όταν σκηνοθετούνται από έναν σκηνοθέτη σαν τον Τέρενς Μάλικ. Όλοι σας είδατε το «1917», αλλά κανείς σας δεν είδε «Το χαμένο στενό». Να μην ξαναλέμε πάλι για τον αμερικάνικο πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, στον οποίο προσπαθώ να αντιστέκομαι όσο μπορώ, χωρίς να τα καταφέρνω πάντα.  
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Μέρες του ουρανού»