Book review, movie criticism

Monday, February 1, 2021

Γκυ ντε Μωπασάν, Δυο νουβέλες

Γκυ ντε Μωπασάν, Δυο νουβέλες, (μετ. Φοίβος Ι. Πιομπίνος), Ίκαρος 2008, σελ. 192

 


  Τι καλά που έκανα και διάβασα τις «Δυο νουβέλες» καπάκι μετά τις «Πόρνες»!

  Ποιες είναι αυτές οι δυο νουβέλες;

  Είναι οι «Οικογενειακή υπόθεση» και «Οι κληρονόμοι».

  Εδώ δεν υπάρχουν Πρώσοι, εδώ δεν υπάρχουν πόρνες, υπάρχουν μόνο αστοί, τους οποίους ο Μωπασάν σαρκάζει αδυσώπητα.

  «Ο Εμίλ Ζολά είχε ονομάσει το ρεύμα που βάφτισε νατουραλισμό “φέτα ζωής”», αντιγράφω από μια ιστοσελίδα.

  Μόνο που όλες οι φέτες δεν είναι ίδιες, όπως και τα κομμάτια από μια τούρτα. Κάποια έχουν κερασάκι, κάποια όχι. Αυτό το ξέρω καλύτερα από τον κινηματογράφο. Για παράδειγμα ο Sergei Loznitsa επιλέγει φέτες στις οποίες πρωταγωνιστούν κακοί και μοχθηροί ήρωες. Το ίδιο και ο Ιερώνυμος Μπος, τα πρόσωπα που ζωγραφίζει δεν έχουν καμιά σχέση με τα πρόσωπα που ζωγραφίζουν οι ιμπρεσιονιστές.

  Ο νατουραλισμός επιλέγει, όπως ο Λοζνίτσα, επίσης αρνητικούς ήρωες. Δεν θα συμπαθήσουμε την «Τερέζα Ρακέν» που σκοτώνει μαζί με τον εραστή της τον άντρα της, ούτε την πόρνη «Νανά», που σκορπά, έστω και αθέλητα, το θάνατο. Ούτε τους ήρωες του Μωπασάν θα συμπαθήσουμε, που αν και δεν καταφεύγουν στο έγκλημα όλες τους οι κινήσεις είναι γεμάτες υποκρισία κα συμφεροντολογικό υπολογισμό.

  Υπάρχει μια εξαίρεση: οι πόρνες.

  Μπουρδελόβιος ο ίδιος όπως διαβάζω στην σύνδεσμο της βικιπαίδειας, θα γράψει με συμπάθεια γι’ αυτές.

  Στην «Οικογενειακή υπόθεση» βλέπουμε το ζευγάρι να ανησυχεί, μετά το θάνατο της γιαγιάς, ότι θα έλθει η αδελφή να διεκδικήσει πράγματα που δεν τα δικαιούται κατά τη γνώμη τους. Έτσι θα την ειδοποιήσουν με καθυστέρηση, μεταφέροντας πρώτα από το διαμέρισμα της γιαγιάς ένα εκκρεμές και ένα κομμό.

  Σαρδόνιος ο Μωπασάν, παρουσιάζει τη γιαγιά να έχει πάθει νεκροφάνεια, αφήνοντάς τους όλους κατάπληκτους όταν την βλέπουν μπροστά τους. Πάλι καλά που δεν έπαθαν συγκοπή, όπως εκείνος ο Αιγύπτιος στον νεκροθάλαμο όταν είδε να σηκώνεται ο νεκρός, πριν χρόνια.

  «Ἐσὺ θὰ μοῦ ξανανεβάσεις ἀμέσως τὸ κομὸ καὶ τὸ ἐκκρεμές μου», λέει στο γιο της. «Ναι μαμά», ψελλίζει σαστισμένος αυτός.

  Πιο πριν είχε προλάβει να κρύψει τα κηδειόχαρτα.  

  Η «Κληρονομιά» είναι πολυπρόσωπη νουβέλα, σχεδόν τριπλάσια σε έκταση από την «Οικογενειακή υπόθεση.

  Ο Κασελέ είναι υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία. Έχει μια κόρη, την Κορά, την οποία θέλει να καλοπαντρέψει.

  «…ὁ ὡραῖος Μάζ, τὸ λιοντάρι τοῦ τμήματος, γυρόφερνε τὸν μπαρμπα-Κασελὲν μὲ φανερὴ πρόθεση. Ὁ πονηρὸς ὅμως πρώην λοχίας, ποὺ εἶχε ὀργώσει ὁλόκληρη τὴν ὑφήλιο, ἤθελε γιὰ τὴν κόρη του ἕνα παιδὶ μὲ μέλλον, ἕνα παιδὶ ποὺ θὰ γινόταν διευθυντὴς καὶ ποὺ θὰ ἀνέβαζε τὴν ἐκτίμηση τῶν ὑπαλλήλων γι’ αὐτόν, τὸν Σεζάρ, τὸν πρώην ὑπαξιωματικό. Ὁ Λεσὰμπλ ἐξυπηρετοῦσε θαυμάσια τὰ σχέδιά του, γι’ αὐτὸ ἀπὸ καιρὸ γύρευε ἕναν τρόπο νὰ τὸν προσελκύσει στὸ σπίτι του».

  Δεν δυσκολεύτηκε. Όλοι ήξεραν ότι ο Κασελέ περιμένει μια μεγάλη κληρονομιά από την μεγαλύτερη κατά δέκα χρόνια αδελφή του. Βέβαια πρέπει πρώτα να πεθάνει.

  Όλα πάνε κατ’ ευχήν.

  Σχεδόν.

  Η αδελφή πεθαίνει.

  Όχι, δεν έχουμε εδώ νεκροφάνεια, πεθαίνει πραγματικά.

  Προσπαθούν να δείξουν όσο πιο πολύ μπορούν πενθούντες, ενώ από μέσα τους τρίβουν τα χέρια τους από χαρά,.

  Να δούμε και τη διαθήκη.

  Η αδελφή δεν αφήνει την περιουσία της ούτε στον αδελφό αλλά ούτε και στην κόρη, αλλά στα εγγόνια που θα γεννηθούν. Διαφορετικά, η περιουσία της θα μοιραστεί σε ευαγή ιδρύματα, τα οποία κατονομάζει.

  Το πρόβλημα είναι ότι εδώ και δυο χρόνια που είναι παντρεμένοι, η Κορά δεν έχει μείνει έγκυος. Ποιος φταίει;

  Αρχίζουν οι διαπληκτισμοί.

  Ο γιατρός αποφαίνεται ότι φταίει ο άντρας. Είναι αρκετά αδύναμος, κάτι παρουσιάζει και η καρδιά του, πρέπει να δυναμώσει, η εξοχή είναι ό,τι πρέπει.

  Το τέλος προοικονομείται. Ήδη στις αρχές της νουβέλας διαβάσαμε ότι «…ἡ δεσποινὶς Κορὰ ἐνδιαφερόταν κρυφὰ γιὰ τὸν ὡραῖο Μάζ».

  Είναι τριών μηνών έγκυος με την λήξη της τρίχρονης προθεσμίας, δεν υπάρχει πρόβλημα. Χαρούμενοι απολαμβάνουν την κληρονομιά ενώ ο Μαζ αραιώνει τις επισκέψεις, καθώς και εκείνοι δεν έχουν μεγάλη διάθεση να τον πολυβλέπουν. Εξετέλεσε το ρόλο του στο ακέραιο.

  Πάνω από ένας αιώνας έχει περάσει από τότε που ο Wang Xiaoshuai γύρισε την ταινία «In love we trust». Σ’ αυτήν, ο άντρας συναινεί προκειμένου να σωθεί ένα κοριτσάκι που πάσχει από λευχαιμία. Εδώ θα γίνει πίσω από την πλάτη του.     

  Όμως να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα.  

  «Κατόπιν, ὅπως συμβαίνει ἀναπόφευκτα ὅταν κανεὶς βρίσκεται παρέα μ’ ἕναν γιατρό, ὁ Καραβὰν ἔθιξε τὸ θέμα τῶν ἀσθενειῶν, ἐλπίζοντας ἔτσι νὰ σταχυολογήσει δωρεάν, μὲ τὴν κατάλληλη διπλωματία καὶ χωρὶς ν’ ἀφήσει νὰ φανεῖ ἡ πονηριά του, μικρὲς συμβουλὲς ἢ καὶ καμιὰ γνωμάτευση. Γιατὶ ἡ μητέρα του τὸν ἀνησυχοῦσε τὸν τελευταῖο καιρό. Πάθαινε συχνὲς καὶ παρατεταμένες συγκοπές· καὶ μολονότι ἐνενήντα χρονῶν γριά, δὲν ἤθελε οὔτε ν’ ἀκούσει γιὰ γιατρό».

  Στη μέθοδο Assimil για εκμάθηση ρωσικών την οποία διάβαζα φοιτητής, υπήρχαν και ανέκδοτα. Θυμάμαι ένα απ’ αυτά.

  -Γιατρέ, είμαι κρυωμένος, βήχω, φταρνίζομαι… Τι κάνετε εσείς όταν είστε κρυωμένος;

  -Ό,τι και εσύ, βήχω και φταρνίζομαι.

  Αμέσως πιο κάτω:

  «Ἡ μεγάλη της ἡλικία συγκινοῦσε τὸν Καραβάν, ποὺ ἐπαναλάμβανε ἀκατάπαυστα στὸν γιατρὸ Σενέ: -Ξέρετε πολλοὺς ποὺ νὰ ἔχουν φτάσει αὐτὰ τὰ χρονάκια; Κι ἔτριβε τὰ χέρια του μὲ ἱκανοποίηση, ἲσως ὄχι τόσο ἐπειδὴ ἤθελε νὰ βλέπει τὴν καλή του τὴν κυρούλα νὰ στρογγυλοκάθεται ἐπὶ τῆς γῆς, ὅσο ἐπειδὴ ἡ μακροζωία τῆς μητέρας του ἦταν σὰν ὑπόσχεση καὶ γιὰ τὴ δική του μακροημέρευση».

  Ε, δεν είναι όλοι οι γιοι έτσι, «όχι τόσο…».

  «Ἡ Μαρὶ-Λουὶζ κι ὁ Φιλὶπ-Ὠγκύστ, ποὺ γύριζαν ἀπὸ τὸ δρόμο, χτυπιόντουσαν, ἀπὸ σκαλὶ σὲ σκαλί, μὲ φάπες καὶ κλοτσιές. Ἡ μητέρα τους ὅρμησε ἀγριεμένη καί, ἁρπάζοντας καὶ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὸ χέρι, τοὺς τράνταξε δυνατὰ καὶ τοὺς ἔσπρωξε μὲς στὸ διαμέρισμα».

  Αυτή τη «φέτα ζωής» επιλέγει ο Μωπασάν. Προφανώς τα δυο αδέλφια δεν ανέβαιναν τις περισσότερες φορές τις σκάλες «με φάπες και κλοτσιές».

  «Οἱ τέσσερις γυναῖκες κατευθύνθηκαν πρὸς τὴ νεκρικὴ κάμαρα. Ὅλες τους μπῆκαν μέσα ἀκροπατώντας, ράντισαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη μὲ ἁλατόνερο τὸ σεντόνι, γονάτισαν, σταυροκοπήθηκαν μουρμουρίζοντας μιὰ προσευχὴ κι ἔπειτα σηκώθηκαν πάνω μὲ μάτια διεσταλμένα καὶ κοίταζαν χάσκοντας κάμποση ὥρα τὸ λείψανο, ἐνῶ ἡ νύφη τῆς νεκρῆς, μ’ ἕνα μαντίλι στὸ πρόσωπο, καμωνόταν πὼς τὴν εἶχαν πιάσει λυγμοὶ ἀπελπισίας».  

  Το απόσπασμα το παρέθεσα για δυο λόγους: για το «Καμωνόταν πως την είχαν πιάσει λυγμοί απελπισίας» και για το λαογραφικό στοιχείο, το ράντισμα του σεντονιού όπου κείτεται ο νεκρός με αλατόνερο.

  «Ἡ Μαρὶ-Λουὶζ ὀργάνωσε εὐθὺς μιὰ πρώτη ξενάγηση, μὲ πέντε κορίτσια καὶ δύο ἀγόρια, τὰ πιὸ μεγάλα καὶ πιὸ τολμηρά. Τὰ ἀνάγκασε νὰ βγάλουν τὰ παπούτσια τους γιὰ νὰ μὴν τὰ τσακώσουν. Ἡ ὁμάδα γλίστρησε μὲς στὸ σπίτι κι ἀνέβηκε γοργὰ πάνω σὰν στρατιὰ ποντικῶν».

  Η Μαρί-Λουίζ παρουσιάζει τη νεκρή γιαγιά της στα παιδιά σαν αξιοθέατο.

  «Μόλις βρέθηκαν καὶ οἱ τρεῖς μόνοι τους στὸ διαμέρισμα, ὁ Κασελὲν εἶπε χαμηλόφωνα: -Τώρα ποὺ ἡ ὑπηρέτρια πῆγε νὰ ξαπλώσει, μποροῦμε νὰ δοῦμε μήπως ὑπάρχει τίποτα κρυμμένο στὰ ἔπιπλα».

  Εμ βέβαια, δεν ήταν μόνο η διαθήκη, μπορεί η γριά να είχε κάπου κρυμμένο ένα κομπόδεμα.

  «Ἡ νύχτα ἔπεφτε, γεμίζοντας σκοτάδι τὸ μικρὸ δωμάτιο. Κι ὅταν ἡ κάμαρα ἔγινε κατασκότεινη, ὁ Λεσὰμπλ ξεθάρρεψε καὶ ζήτησε τὴ συγχώρεσή της μὲ τρόπο ποὺ ἀναπτέρωσε τὶς προσδοκίες τους. Ὅταν ξανασηκώθηκαν, ἐκεῖνος εἶχε ξαναβρεῖ τὴ συνηθισμένη του φωνὴ καὶ ὄψη, σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ τίποτα. Ἀπεναντίας ἡ γυναίκα του ἔδειχνε πιὸ τρυφερή, μιλοῦσε μὲ γλυκύτερο ἀπ’ ὅ,τι συνήθως τρόπο καὶ κοίταζε τὸν ἄντρα της μὲ βλέμμα ὑποταγμένο, σχεδὸν χαϊδευτικό».

  Τι συνέβη στο διάστημα πριν ξανασηκωθούν;

  Σωστά μαντέψατε, έκαναν έρωτα. Ένας σημερινός συγγραφέας δεν θα έχανε την ευκαιρία για γαργαλιστικές περιγραφές, φυσικά στο όνομα του ρεαλισμού.

  Η σάτιρα είναι συχνά χιουμοριστική. Το χιούμορ, το έχω ξαναγράψει, μου αρέσει ιδιαίτερα σε ένα βιβλίο. Αυτός είναι ο λόγος που μου αρέσει τόσο ο Μυριβήλης. Εδώ θα το συναντήσουμε περισσότερο στην «Οικογενειακή υπόθεση», πολύ λιγότερο όμως στην «Κληρονόμο». Ίσως γι’ αυτό μου άρεσε και λιγότερο.

  Κάθε βιβλίο του Μωπασάν που θα πέφτει στα χέρια μου θα το διαβάζω.

 

Guy de Maupassant, Οι πόρνες

Guy de Maupassant, Οι πόρνες (μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου), Ροές 2018 σελ. 190

 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

  Θυμάμαι ότι μου άρεσε πάρα πολύ ο «Φιλαράκος», όμως περισσότερο μου άρεσε η «Χοντρούλα», ή καλύτερα η Φραουλίτσα («Boule de Suif»), παρότι είναι διήγημα. Το διάβασα αφού είδα την ταινία του Κέντζι Μιτζόγκουτσι «Oyuki the virgin» (1935), η οποία είναι εμπνευσμένη απ’ αυτό.

  Γιατί μου άρεσε περισσότερο:

  Στο «Φιλαράκο» ο Μωπασάν σατιρίζει τη χυδαιότητα και τον αμοραλισμό της αστικής τάξης μετά την Κομμούνα. Όμως στη «Φραουλίτσα» ο Μωπασάν εκφράζει επί πλέον το μίσος του για τους Πρώσους κατακτητές και τη συμπάθεια που τρέφει για τις πόρνες.

  Στις «Πόρνες», συγκέντρωση σε μια συλλογή των διηγημάτων του Μωπασάν που έχουν σαν κεντρικούς χαρακτήρες πόρνες, τα βλέπουμε επίσης και τα τρία: συμπάθεια για τις πόρνες, μίσος για τους Πρώσους, σάτιρα των αστών.

  Εννιά είναι τα διηγήματα, ας τα πάρουμε με τη σειρά.

  Στο πρώτο διήγημα «Μαντμουαζέλ Φιφί» φαίνεται ήδη από την τίτλο η σάτιρα των Πρώσων. Ο μαντμουαζέλ Φιφί στην πραγματικότητα είναι ένας σκληρός αξιωματικός και την σκληρότητά του αυτή θα την πληρώσει με τη ζωή του. Η μια από τις πέντε πόρνες τις οποίες κάλεσαν για να διασκεδάσουν θα του καρφώσει ένα μαχαίρι στο λαιμό και θα το σκάσει. Ο παπάς του χωριού θα τη γλιτώσει κρύβοντάς τη στο καμπαναριό.

  -Δικές μας κι όλες οι γυναίκες της Γαλλίας! φώναξε [Ο μαντμουαζέλ Φιφί].

  -Αυτό… αυτό δεν είναι αλήθεια, οι γυναίκες της Γαλλίας δεν σας ανήκουν.

  -Ωγαία μας τα λες μικγρή μου, αλλά τι ήγθες να κάνεις εδώ;

  -Εγώ, εγώ! Εγώ δεν είμαι γυναίκα, εγώ είμαι μια πουτάνα· ό,τι πρέπει για τους Πρώσους!» (σελ. 30).

  Το διήγημα δεν τελειώνει με τη σωτηρία της.

  Ξαναγύρισε στο μπουρδέλο, όμως «Από εκεί την έβγαλε ύστερα από λίγο καιρό ένας ανοιχτόμυαλος πατριώτης, που την αγάπησε για την ωραία της πράξη, κι έπειτα, αφού τη λάτρεψε γι’ αυτό που ήταν η ίδια, την παντρεύτηκε και την έκανε Κυρία ισάξια πολλών άλλων κυριών» (σελ. 34).

  Έτσι τελειώνει το διήγημα.

  Στην «Οδύσσεια μας πόρνης» η πόρνη διηγείται την ιστορία της στον άνθρωπο που την έσωσε από μια έφοδο της αστυνομίας.

  «Στην επαρχία οι άνθρωποι είναι πονηροί, οι κύριος Λεράμπλ όμως ήταν ένα θρήσκο γεροντάκι που κάθε Κυριακή πήγαινε στην εκκλησία. Τέλος πάντων, ποτέ του δεν τον είχα ικανό για κάτι τέτοιο! Να όμως που μια μέρα θέλει να με κάνει δική του μέσα στην κουζίνα μου. Του αντιστέκομαι. Φεύγει» (σελ. 38-39).

  Όμως δεν θα αποφύγει το βιασμό από δυο άτομα που προθυμοποιήθηκαν να την πάρουν μαζί τους στην άμαξά τους. Μετά θα γίνει μετρέσα ενός «γερο-δικαστή που με γλυκοκοίταζε καθώς με δίκαζε…» (σελ. 44).

  Και θα καταλήξει να κάνει πεζοδρόμιο.

  «Τότε ήταν που ήρθα στο Παρίσι.

  Αχ, εδώ, κύριε, η ζωή είναι δύσκολη. Δεν τρώει κανείς κάθε μέρα, ξέρετε. Μαζευτήκαμε πολλές εδώ» (σελ. 46).

  Κι εδώ το ίδιο, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

  «-Λοιπόν, δεν θ’ ανέβεις σπίτι μου, γλυκέ μου; -Όχι, σ’ το είπα ήδη. -Καλά λοιπόν! Ωρεβουάρ! Όπως και να ’χει, σ’ ευχαριστώ και δεν σου κρατάω κακία. Σε βεβαιώνω όμως πως κάνεις λάθος» (σελ. 46).

  Μήπως πράγματι έκανε λάθος;

  «Κακόμοιρο κορίτσι».

  Έτσι τελειώνει το διήγημα, συνοψίζοντας τα αισθήματα που τρέφει ο Μωπασάν γι’ αυτά τα κορίτσια.

  Στο «Κρεβάτι Νο 29» του νοσοκομείου είναι μια πόρνη, ετοιμοθάνατη από τη σύφιλη. Ο φίλος της που πηγαίνει να τη δει την αντιμετωπίζει με περιφρόνηση.

  «-Αυτά τα καθάρματα, οι Πρώσοι! μουρμούρισε αυτή. Με πήραν σχεδόν δια της βίας και με δηλητηρίασαν… -Δεν έκανες λοιπόν καμιά θεραπεία; -Όχι, θέλησα να εκδικηθώ, έστω κι αν ήταν να ψοφήσω απ’ αυτό! Και τους δηλητηρίασα κι εγώ, όλους, όλους, όσο περισσότερους μπορούσα. Όσο καιρό αυτοί βρίσκονταν στη Ρουέν, εγώ δεν έκανα καμιά θεραπεία… Εμένα, βλέπεις, μου άξιζε περισσότερο το παράσημο, περισσότερο απ’ ό,τι σε σένα, εγώ σκότωσα περισσότερους Πρώσους από σένα!» (σελ. 63, 64 και 70).  

  Πιο πριν διαβάσαμε:

  «Δεν καταλαβαίνω γιατί ο κόσμος ανέχεται αυτούς τους δημόσιους φονιάδες που βγάζουν στο σεργιάνι τα φονικά τους όπλα» (σελ. 53).

  Αυτοί είναι οι στρατιωτικοί. Δεν σατιρίζει μόνο τους αστούς ο Μωπασάν.

  Η «Ντουλάπα» είναι ένα διήγημα ολότελα συγκινητικό.

  Η πόρνη, όταν έχει πελάτη, κρύβει το γιο της σε με μια ντουλάπα. Δεν φτάνουν τα λεφτά για να νοικιάσει δυο δωμάτια. Όταν ο πελάτης την παίρνει για όλη τη βραδιά ο μικρός έχει πρόβλημα, τον παίρνει ο ύπνος πάνω στην καρέκλα που κάθεται και πέφτει στο πλάι κάνοντας θόρυβο. Έτσι αποκαλύφθηκε στον πελάτη.

  «Το παιδί εξακολουθούσε να κλαίει. Ένα φουκαριάρικο, καχεκτικό και ντροπαλό παιδί, ναι, ήταν πράγματι το παιδί της ντουλάπας, της παγερής και σκοτεινής ντουλάπας, το παιδί που πήγαινε κάθε τόσο να ζεσταθεί λιγάκι στο κρεβάτι όταν έμενε για λίγο αδειανό. Μου ερχόταν κι εμένα να βάλω τα κλάματα. Έτσι, γύρισα να κοιμηθώ στο σπίτι μου».

  Έτσι τελειώνει το διήγημα.

  Στο «Λιμάνι» αποκαλύπτεται ότι η πόρνη είναι αδελφή του πελάτη.

  «…έμεινε καθισμένη σε μια καρέκλα, στα πόδια της εγκληματικής κλίνης, κλαίγοντας όπως κι αυτός, ως το πρωί».

  Έτσι τελειώνει και αυτό το διήγημα.

  Μετά από χρόνια συναντάει τον «Φίλο του τον Πασιάνς».

  Τον καλεί σπίτι του.

  Εντυπωσιάζεται από τους πίνακες.

  «Με κοίταξε βαθιά στα μάτια, με το πονηρό ύφος που παίρνει κανείς για να κάνει ερωτικές εκμυστηρεύσεις και, με μια πλατιά, κυκλική χειρονομία, μια χειρονομία που θύμιζε Ναπολέοντα, μου έδειξε το πολυτελές σαλόνι του, το πάρκο του, τις τρεις γυναίκες που τριγύριζαν στο βάθος του κήπου, κι έπειτα με φωνή θριαμβευτική που απέπνεε περηφάνια είπε: -Και να σκεφτείς ότι ξεκίνησα από το μηδέν… με τη γυναίκα μου και την κουνιάδα μου».

  Έτσι τελειώνει το διήγημα, στο οποίο η σάτιρα του Μωπασάν κυριολεκτικά απογειώνεται.

  Η «Σα Ιρά» ήταν πόρνη. Ένας από τους πελάτες της ήταν και ο Ροζέ, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο.

  «Μου έδινε ένα μικρό βοήθημα για να μεγαλώσω το παιδί, αλλά ήξερα καλά πως αυτός ο νεαρός δεν θα με στήριζε στο παραμικρό, αφού δεν είχα ξαναδεί ποτέ, μα ποτέ, τόσο ακαμάτη άνθρωπο. Μέσα σε δέκα χρόνια, φαντάσου πως είχε περάσει μόνο ένα μάθημα».

  Ένας συνάδελφος στην Γκράβα, πάνε τρεις δεκαετίες, είχε το γιο του φοιτητή στην Κρήτη. Μηχανόβιος όπως κι εγώ, αλλά με χιλιάρα μηχανή. Περνάει ένας χρόνος, περνάει δεύτερος, περνάει τρίτος… περνάνε εφτά χρόνια και του λέει. -Τι θα γίνει γιε μου, ακόμη να πάρεις το πτυχίο; -Ξέρεις πατέρα, δεν έχω περάσει κανένα μάθημα.

 Δεν ξέρω αν έπαθε την ίδια στιγμή τον έμφραγμα, εγώ είχα φύγει από το 40ο λύκειο για το 61ο, αλλά σε τρεις μήνες πέθανε.

  Αν θυμηθώ το όνομά του θα το γράψω, έστω και μετά την ανάρτηση.

  Τελικά το θυμήθηκα μετά από μια ώρα: Ιορδάνης.

  Ο φουκαράς έκανε ελεύθερο κάμπινγκ στις Ροβιές στην Εύβοια, για οικονομία, για να μπορεί να στέλνει στον κανακάρη του. Απ’ αυτόν έμαθα για αυτό το κάμπινγκ, πήγαμε κι εμείς μια χρονιά. Ο Μανώλης ήταν δυο χρονών.

  Αλλά τι έγινε με την Σα Ιρά;

  Συνεχίζει την αφήγησή της.

  «Όταν η οικογένειά του είδε ότι δεν θα κατέληγε πουθενά, του είπε να επιστρέψει στο σπίτι του, στην επαρχία. Εμείς όμως κρατήσαμε επαφές αλληλογραφώντας για χάρη του παιδιού. Κι έπειτα, στις τελευταίες εκλογές, πάνε δυο χρόνια τώρα, δεν θα το πιστέψεις, μαθαίνω πως βγήκε βουλευτής στα μέρη του. Κι έπειτα, έβγαλε λόγους στη Βουλή. Αμ, σωστά το λένε πως στο βασίλειο των τυφλών… Για να σου τελειώσω όμως, πήγα και τον βρήκα, κι αυτός αμέσως με βοήθησε να πάρω το καπνοπωλείο ως κόρη εκτοπισμένου [κομμουνάρου, μετά την Κομμούνα] (σελ. 128).

  Μετά τους στρατιωτικούς στο στόχαστρο της σάτιρας του Μωπασάν μπαίνουν οι πολιτικοί.

  Μια «Νύχτα Χριστουγέννων» ο αφηγητής, μετά από ένα ρεβεγιόν, παίρνει την πόρνη σπίτι του να περάσει τη βραδιά. Ξαφνικά αυτή βάζει τις φωνές, πονούσε η κοιλιά της.

  Αποδείχτηκε ότι κοιλοπονούσε;

  Η διαφορά;

  Πονάει η κοιλιά μας όταν μας έχει πιάσει κόψιμο. Κοιλοπονάει η έγκυος όταν είναι να γεννήσει.

  «Την κράτησα στο σπίτι. Έβγαλε ενάμιση μήνα στο κρεβάτι μου. Το παιδί; Το έστειλα σε κάποιους χωρικούς στο Πουασσύ. Μου στοιχίζει πενήντα φράγκα το μήνα. Αφού πλήρωσα στην αρχή, τώρα είμαι αναγκασμένος να το πληρώνω ώσπου να πεθάνω. Και, αργότερα, θα με θεωρεί και πατέρα του. Το αποκορύφωμα όμως της ατυχίας μου, όταν η κοπέλα έγινε καλά.. με αγάπησε, με αγάπησε σαν τρελή, η αλιτήρια!» (σελ. 137).

  Παρά την αγανάκτηση, δεν κρύβεται η καλή του καρδιά.

  Τι έκανε «Τα είκοσι πέντε φράγκα της ηγουμένης», η οποία τον είχε ερωτευθεί, όταν πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε για καιρό γιατί είχε σπάσει το πόδι του; Πήγε αμέσως σε ένα μπουρδέλο και τα ήπιε. Τσακώθηκε με μια πόρνη η οποία «Όρμησε και του έριξε μια γροθιά στην κοιλιά, τέτοια γροθιά που ο Παβιγύ έχασε την ισορροπία του, ταλαντεύθηκε στα πόδια του κρεβατιού, πήρε μια τούμπα…» (σελ. 147).

  Να μην παραθέσω όλο το απόσπασμα, έσπασε και το άλλο πόδι.

  Φαντάζεστε την έκπληξη της ηγουμένης όταν τον ξαναείδε στο νοσοκομείο.

  Δεν θυμάμαι πώς είχε κτυπήσει ο γιος μου, δεν πήγαινε ακόμη στο δημοτικό, και τον έτρεχα στο Παίδων. Ο γιατρός του έκανε ράμματα και φύγαμε. Δεξιά στην έξοδο έχει μια παιδική χαρά, η οποία ήταν κλειστή. Δίνει μια, ξεφεύγει από το χέρι μου και τρέχει κατά την παιδική χαρά. Ορμάει πάνω στην πόρτα η οποία ήταν κλειδωμένη, πέφτει κάτω και κτυπάει ακριβώς στο σημείο που είχε τα ράμματα.

  Φαντάζεστε την έκπληξη του γιατρού όταν τον ξαναείδε μπροστά του.

  Πριν περάσουν καλά καλά πέντε λεπτά.

  Ακόμη έχει το σημάδι.

  Όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά. Θα ξεκινήσω αμέσως να διαβάζω τις δυο νουβέλες του Μωπασάν, εκδόσεις Ίκαρος, «Οικογενειακή υπόθεση» και «Η κληρονομιά».