Book review, movie criticism

Thursday, October 15, 2009

Γιουσούφ Ιντρίς, Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς

Τίτλος, Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς
Συγγραφέας, Γιουσούφ Ιντρίς
Μετάφραση, Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις, Ψυχογιός 2000
Σελ. 269

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ιστορία αγάπης με φόντο το φλεγόμενο Κάιρο από τις φλόγες της εξέγερσης ενάντια στην αγγλική αποικιοκρατία

Αλήθεια, πώς θα σας φαινόταν να βρίσκατε ένα μυθιστόρημα στον πάγκο ενός βιβλιοπωλείου με τον τίτλο «Ιστορία αγάπης»; Θα το αγοράζατε ποτέ; Δεν θα το βλέπατε με την ίδια δυσπιστία που βλέπετε ένα Άρλεκιν, και πιο παλιά ένα Βίπερ Νόρα; Ποιον ενδιαφέρουν σήμερα, στην Ελλάδα του 2006, ιστορίες αγάπης; Ιστορίες σεξ, ναι, αλλά αυτές τις βλέπεις καλύτερα σε ταινία με μεγαλύτερη ή μικρότερη δόση τσόντας, ή άντε κομεντί, να γελάσουμε και λίγο. Οι εκδόσεις Ψυχογιός τα ήξεραν όλα αυτά, γι αυτό και το μυθιστόρημα του μεγάλου αιγύπτιου συγγραφέα Γιουσούφ Ιντρίς με τίτλο Qisssat hubb, που μεταφράζεται σε Ιστορία αγάπης (το πώς το ξέρω, αν και δεν ξέρω αραβικά, είναι κι αυτό μια ιστορία αγάπης) το μετέφρασαν με τον τίτλο «Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς».
Η πόλη του έρωτα και της φωτιάς είναι το Κάιρο. Του έρωτα, γιατί εκεί διαδραματίζεται η ερωτική ιστορία που αφηγείται ο Ιντρίς. Της φωτιάς, γιατί διαδραματίζεται στα πλαίσια του αγώνα για την αποτίναξη του αγγλικού αποικιακού ζυγού, το 1952. Τέσσερα χρόνια μόλις πιο ύστερα ο Νάσερ θα εθνικοποιήσει τη διώρυγα του Σουέζ.
Το έργο δομείται πάνω στο σασπένς, τις ανατροπές και την περιπέτεια. Και όπως κάθε τριτοκοσμικό αγωνιστικό μυθιστόρημα, έχει happy end. Υποχρεωτικά. Στο δικό μας κόσμο μια ερωτική ιστορία με happy end είναι ύποπτη. Ακόμη και χωρίς happy end, όπως τα έργα της Μάρως Βαμβουνάκη. Αν και είναι ύποπτα μόνο για τους ειδικούς του χώρου που διαμορφώνουν τον «κανόνα», βιβλιοκριτικούς κ.λπ., και όχι για τους αναγνώστες. Αναρωτιέμαι μόνο πόσο θα πουλούσαν αν ήταν «Ιστορίες με καλό τέλος».
Ο ήρωας είναι μέλος της αιγυπτιακής αντίστασης. Η κοπέλα τον ερωτεύεται, θαυμάζοντας τον ήρωα. Του παρουσιάζεται κι αυτή σαν αγωνίστρια. Αυτός την ερωτεύεται. Όταν της αποκαλύψει τον έρωτά του, αυτή θα σοκαριστεί και προς στιγμή θα τον αποφύγει. Την επομένη όμως θα του παρουσιαστεί, και σε ένα γράμμα θα του αφηγηθεί όλη την αλήθεια, για το δικό της έρωτα. Και οι δυο μαζί θα προχωρήσουν στο εξής στον αγώνα.
Οι σελίδες που περιγράφουν τον έρωτα των δυο ερωτευμένων είναι από τις ωραιότερες που έχω διαβάσει σε μυθιστόρημα, θα τολμούσα να πω εφάμιλλες μ’ αυτές του Σταντάλ, στο «Μοναστήρι της Πάρμας». Νεαρός συγγραφέας ο Γιουσούφ Ιντρίς (1927-1992, το έργο εκδίδεται το 1956), έχει πρόσφατα ή συγχρονικά τα βιώματα, και σαν ικανότατος συγγραφέας που είναι μπορεί να τα αρθρώσει με τον πιο θαυμάσιο τρόπο.
«Γιατί στεγνώνει ο φάρυγγας και χτυπάει τόσο άρρυθμα η καρδιά κάθε φορά που περνάει αυτή η γυναίκα (η Φαουζία) από τη φαντασία του, ακούει το όνομά της ή φαντάζεται πώς ακούει το όνομά της; Ακόμα και όταν ο Μπαντίρ αναφέρει μια λέξη που περιέχει μέσα της το Φι και το Ζήτα, ή ακόμα και μόνο το Φι, συγκλονίζεται, γιατί; Και γιατί χωρίς να το καταλάβει συνέκρινε μαζί της κάθε γυναίκα που συνάντησε στο δρόμο του εκείνη την ημέρα στο ταξίδι του προς το Μπαμπ ελ Ουαζίρ κι έβγαινε πάντα εκείνη νικήτρια;» (σελ. 83).
Αυτές οι ρητορικές ερωτήσεις είναι ένας ανεξάντλητος «τόπος» της έκφρασης του έρωτα στη λογοτεχνία. Μου θύμισαν ανάλογες από τη δική μας;
Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...
Φοβούμαι ακόμη;.. Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...
Είναι η Αρετούσα από το «Βασιλιά το Ροδολίνο» της Κρητικής Αναγέννησης, καθώς ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει από ερωτική απελπισία.
Ένας άλλος «τόπος» της αιγυπτιακής λογοτεχνίας φαίνεται ότι είναι το νεκροταφείο. Σε ένα μνήμα κρύβεται ο ήρωας όταν δεν έχει πού αλλού να πάει. Σε νεκροταφείο επίσης σκοτώνεται ο καταδιωκόμενος στο «Ο κλέφτης και οι σκύλοι» (1961) του μεγάλου αιγύπτιου νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ.
Θα ήθελα να σημειώσω μιαν αντιστροφή. Ενώ στη λογοτεχνία, με κύριο εκπρόσωπο τον Καζαντζάκη και κύριο έργο τον «Τελευταίο Πειρασμό», η γυναίκα μπαίνει πάντα εμπόδιο στην υψηλή αποστολή του ήρωα, εδώ η γυναίκα όχι μόνο δεν μπαίνει εμπόδιο, αλλά σύρεται και η ίδια από τον ήρωα στην υψηλή αποστολή του.
Ο Σοφοκλής, για να αναδείξει το ηθικό ύψος της Αντιγόνης, τοποθετεί απέναντί της την Ισμήνη. Ο Ιντρίς, για να αναδείξει την αγωνιστικότητα του Χάμζα, τοποθετεί απέναντί του τον Μπαντίρ. Πλούσιος, συμβιβασμένος, θα διώξει το φίλο του από το σπίτι σε μια έκρηξη ζηλοτυπίας. Όμως, όπως και η Ισμήνη, μετανοιωμένος αργότερα θα βάζει αγγελίες στην εφημερίδα ζητώντας του να επιστρέψει. Με καλυμμένο τρόπο βέβαια, δήθεν ο πατέρας που αναζητά τον άσωτο υιό που έδιωξε από το σπίτι του, ζητώντας του συγνώμη.
Στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, ταξιδεύοντας στη λογοτεχνία, καλό είναι να μην αποζητούμε οικεία τοπία. Και η λογοτεχνία του τρίτου κόσμου προσφέρει ανοίκεια τοπία. Η ανοικείωση δεν είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό της λογοτεχνικότητας κατά τους Ρώσους φορμαλιστές;

Wednesday, October 14, 2009

Σύλβια Οκαλιόβα, Ζάπινγκ σε ιδέες του μέλλοντος

Σύλβια Οκαλιόβα, «Ζάπινγκ σε ιδέες του μέλλοντος», Εκδόσεις ΚΨΜ 2006

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Όταν έγραφα τη βιβλιοκριτική για τις «Περιπέτειες στο Φανταστικό Κάστρο» της Σύλβια Οκαλιόβα θεώρησα φυσικό μια Σλοβάκα να μάθει σε τέτοιο επίπεδο τα ελληνικά ώστε να γράψει ένα παιδικό βιβλίο, όμως έχοντας στα χέρια μου το τρίτο βιβλίο της (Το πρώτο ήταν το «Ο καινούριος άνθρωπος είναι βαθιά ερωτευμένος») με τίτλο «Ζάπινγκ σε ιδέες του μέλλοντος», το βρήκα εκπληκτικό! Το να γράφεις δοκιμιακά σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου σαν την ελληνική, η οποία δεν θεωρείται καθόλου εύκολη, είναι από μόνο του ένα επίτευγμα.
Όμως ας περάσουμε στο ίδιο το βιβλίο. Ξεπερνώντας τα ειδολογικά όρια, η Σύλβια μας παρέχει ερεθίσματα – αποσπάσματα από τα διαβάσματά της, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται, εκτός από τους κλασικούς του μαρξισμού και σύγχρονοι διανοούμενοι όπως ο Jeremy Fifkin, ο Paul Halpern, ο δικός μας Ευτύχης Μπιτσάκης κ.ά. μαζί με τις δικές της αντιδράσεις – σχόλια, ενίοτε ποιητικά, σε αυτά που παραθέτει. Μπορεί το έντυπο να υποβάλλει τη γραμμικότητα στην ανάγνωση, όμως καθώς τα αποσπάσματα θεωρητικά θα μπορούσαν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ζάπινγκ.
Όμως, μπορεί να μην υπάρχει οργανωτικό σχέδιο ανάπτυξης (γι αυτό και το ζάπινγκ), όμως υπάρχει ένας κεντρικός θεωρητικός πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται αυτές οι ιδέες. Και ο πυρήνας αυτός είναι η αρχή της δυαδικότητας. Η πραγματικότητα δομείται αντιθετικά, μας υπενθυμίζει σε κάθε σχόλιό της ο Σύλβια, βαίνοντας όμως σε συνθέσεις. Ξεκινώντας από την μαρξιστική παράδοση προσπαθεί να την υπερβεί, προτείνοντας μάλιστα και το ρήμα «διαλεκτίζομαι», ως φορτισμένο με το φιλοσοφικό νόημα της διαλεκτικής, μια και το «διαλέγομαι» από το οποίο παράγεται η λέξη «διαλεκτική» έχει μια ευρύτερη χρήση που υποβαθμίζει το βαθύ φιλοσοφικό νόημα που του προσέδωσαν οι μαρξιστές διανοούμενοι. Τη διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων την υποβάλλει και υφολογικά, σε φράσεις περίπου λογοπαίγνια: «Ήσυχη ένταση και έντονη ησυχία» (σελ. 15). «Από το χάος γεννιέται η τάξη και η τάξη παράγει το χάος» (σελ. 22).
Η Σύλβια μιλάει για τη θεωρία του χάους, ζητήματα αστροφυσικής, τη σύγχρονη βιοτεχνολογία και τις κοινωνικές εξελίξεις που συντελούνται στον όψιμο καπιταλισμό. Σε όλες τις ιδέες οι προσωκρατικοί συνδιαλέγονται με τους σύγχρονους διανοητές.
Ειδολογικά πρωτότυπο, αντικατοπτρικά τηλεοπτικό, το βιβλίο αυτό δίνει σε συντομία τα θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη διανόηση.
Θα κλείσουμε την παρουσίαση αυτή με μια ατάκα που μας άρεσε: Ο έρωτας είναι αγωνία, η αγάπη είναι σιγουριά.

Tuesday, October 13, 2009

Ελένη Γκίκα, Πλήθος είμαι

Ελένη Γκίκα, Πλήθος είμαι, Άγκυρα 2009, σελ. 367

H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα της πολυγραφότατης συγγραφέως, όπου το πραγματικό με το μυθιστορηματικό συμπλέκονται αξεδιάλυτα.

Πάλι με ένα προκλητικό, οξύμωρο τίτλο τιτλοφορεί η Ελένη Γκίκα το καινούριο της βιβλίο. Τίτλο οξύμωρο, που ο αναγνώστης καλείται να αποκρυπτογραφήσει, καθώς και το λάιτ μοτίφ με το οποίο τελειώνει κάθε κεφάλαιο: θα είμαι όλοι ή κανείς∙ θα είμαι ο άλλος. Αν καταφύγουμε στην ψυχανάλυση, θα μιλήσουμε ή για άρνηση του εγώ, ή για πολυδιάσπασή του, ή για ενδοβολή του άλλου. Αν πάλι το ψάξουμε φιλοσοφικά, μπορεί να καταφύγουμε στον υπαρξισμό του Σαρτρ και στην αντίληψή του ότι «οι πράξεις μας μάς δεσμεύουν», ότι με τις πράξεις μας νομοθετούμε για την ανθρωπότητα, ότι γνώμονας σε κάθε μας πράξη πρέπει να είναι οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, καθώς τους δείχνουμε ένα δρόμο, μια συμπεριφορά, μια στάση ζωής. Βλέποντάς το πάλι από θρησκευτική σκοπιά, θα μιλάγαμε για τη μυστικιστική εμπειρία της εξαφάνισης του εγώ καθώς ταυτίζεται με το σύμπαν. Μπορεί να είναι όλα αυτά ή τίποτα από αυτά, μπορεί να είναι κάτι άλλο, σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα τίτλο τον οποίο δεν μπορούμε να προσπεράσουμε χωρίς να τον σκεφτούμε.
Υφολογικά, είναι η γνωστή μας Ελένη, πυκνή, αφαιρετική, ελλειπτική. Γράφει σαν σε εσωτερικό μονόλογο. Σύντομοι περίοδοι, όπου το ρήμα συχνά απουσιάζει. Κυριαρχεί η εικόνα, ο στοχασμός πάνω στην εικόνα, και όχι η δράση. Το εφέ της επανάληψης δεν το συναντήσαμε παρά μόνο στην παραπάνω φράση, που, όπως είπαμε, επαναλαμβάνεται σε κάθε κεφάλαιο κλείνοντάς το. Στίχους επίσης συναντήσαμε ελάχιστους. Τους φυλάει μάλλον για το ποιητικό έργο που ετοιμάζει, όπως με πληροφόρησε από το blog της. Διατηρεί όμως τον διάλογο ανάμεσα στα βιβλία που διάβασε και στη ζωή της ηρωίδας της, εδώ με ακόμη πιο πρωτότυπο τρόπο: παραθέτει κομμάτια στα κεφάλαια του έργου (ταυτοποιούνται με αριθμούς) από τα «χειρόγραφα», όπως ονομάζει τις βιβλιοπαρουσιάσεις που παρεμβάλλονται ενδιάμεσα. Σ’ αυτά μιλάει για τη φίλη μας τη Μάρω (Βαμβουνάκη), για τον Ιβάν Κλίμα, για τον Ντοστογιέφσκι, τον Γιάννη Ξανθούλη, τη Δάφνη ντε Μωριέ, και ένα σωρό άλλους. Ανάμεσά τους και ο άγνωστός μου Helmut Krausser, που η παρουσίαση του έργου του «Έρως» με έβαλε στον πειρασμό να το αγοράσω (έχουμε ήδη γράψει και γι αυτό, αλλά προηγείται η Ελένη).
Scripta manet έλεγαν οι Ρωμαίοι, τα γραπτά μένουν, όμως υπάρχει διαφορά από γραπτό σε γραπτό. Μια βιβλιοπαρουσίαση θα μείνει με ασφαλέστερο τρόπο στις σελίδες ενός βιβλίου παρά στις σελίδες μιας εφημερίδας, η οποία στη χειρότερη περίπτωση θα καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ την επόμενη μέρα, και στην καλύτερη σε ένα κάδο ανακύκλωσης. Ένα βιβλίο όμως, ακόμη και αν εξαντληθεί και δεν επανατυπωθεί, θεωρητικά είναι προσβάσιμο σε κάποια βιβλιοθήκη για τον μελετητή αλλά και για κάθε απλό αναγνώστη που θα είχε πολύ μεγάλη επιθυμία να το διαβάσει.
Πολυδιαβασμένη η Ελένη Γκίκα, το βιβλίο αυτό όπως και όλα της τα βιβλία είναι σαν μια εγκυκλοπαίδεια. Διαβάζοντάς το, πέρα από την απόλαυση του κειμένου, αποκομίζει κανείς γνώσεις, αρκετές γνώσεις, από ενδιαφέροντα επεισόδια της ζωής των συγγραφέων (των οποίων τα βιογραφικά παρατίθενται και σε παράρτημα, ξεχωριστά), μέχρι ιστορικά ανέκδοτα και ενδιαφέροντα τσιτάτα. Ας παραθέσουμε κάποια:
Μοράβια: «Οι άνθρωποι διαιρούνται σε δυο κατηγορίες: σ’ εκείνους που όταν αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο πρόβλημα θέλουν να σκοτώσουν και σε εκείνους που θέλουν να σκοτωθούν» (σελ. 264).
Σωστό. Οι ψυχολόγοι λένε ότι η αυτοκτονία είναι μια πράξη επιθετικότητας που αντί να στραφεί στον άλλο στρέφεται στον εαυτό.
Βιρτζίνια Γουλφ: «Εάν η γυναίκα είχε ένα δικό της δωμάτιο, θα είχε γεννηθεί η αδελφή του Σαίξπηρ» (σελ. 231). Μα, αν δεν κάνω λάθος, ο Σαίξπηρ είχε αδελφή, οι γονείς του ήταν αρκετά εύποροι, είχαν μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια, μπορούσαν να κάνουν ακόμη δυο παιδιά χωρίς να τα στριμώξουν όλα στο ίδιο δωμάτιο. Ή μήπως κάνω λάθος;
Διονύσιος Σολωμός: «Δεν ζει κανείς καλά παρά μόνος, διότι η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας» (σελ. 169). Μόνο που αυτό το ορυχείο μπορεί κάποια στιγμή να πέσει να σε πλακώσει. Διάβασα ότι ο Σολωμός, στις τελευταίες μέρες της ζωής του, αλκοολικός, μη βρίσκοντας ποτό να πιει, ήπιε ένα μπουκάλι κολόνια.
Το παρακάτω το γράφω για να θυμηθώ να το προσθέσω σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό μου με τίτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης». Σε δέκα μέτρα απόσταση από το σημείο όπου ο Ταρκόφσκι έστησε την κάμερα στη «Θυσία» για να τραβηχτεί η σκηνή που το πλήθος τρέχει πανικόβλητο μετά από μια καταστροφή, δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε, «ο δε δολοφόνος του είχε διαφύγει μέσω εκείνης της σκάλας απ’ όπου στην ταινία κατέβαινε το τρομαγμένο πλήθος» (σελ. 277).
Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα βρείτε στο βιβλίο. Η ανάγνωσή του θα σας αποζημιώσει παντοιοτρόπως.

Monday, October 12, 2009

Νίκος Δαββέτας, Λευκή πετσέτα στο ρινγκ

Νίκος Δαββέτας, Λευκή πετσέτα στο ρινγκ, Κέδρος 2006, Σελ.203.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ο εμφύλιος δεν κατατρύχει μόνο αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτόν, οι οποίοι ακούραστα εκδίδουν τα απομνημονεύματά τους ή τον θεματοποιούν στις μυθοπλασίες τους (Κοτζιάς, Βαλτινός κ.λπ.), αλλά και νεότερες γενιές (Γαλανάκη, Σπανδωνής κ.ά.). Τον εμφύλιο έχει σαν θέμα και ο Νίκος Δαββέτας, γεννημένος το 1960, στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Λευκή πετσέτα στο ρινγκ».
Το μυθιστόρημα, που τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές υποψήφιο για τα βραβεία του «Διαβάζω», έχει ενδιαφέρουσες αφηγηματικές τεχνικές.
Κατ' αρχήν κινείται σε δυο χρόνους, χρησιμοποιώντας και στους δυο πρωτοπρόσωπη αφήγηση: Στο χρόνο του τώρα, με τον αφηγητή-δημοσιογράφο, και στο χρόνο του τότε, με τις μαρτυρίες των προσώπων καταγραμμένες σε δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο. Το μυθιστόρημα μάλιστα ξεκινάει εντυπωσιακά, με την αφήγηση μιας εκτέλεσης: Ο αφηγητής, ακολουθώντας κομματική εντολή, εκτελεί το άτομο που του έχουν υποδείξει.
Η μυθοπλασία δεν περιστρέφεται μόνο στο χρόνο του τότε, αλλά και στο χρόνο του τώρα. Ο αφηγητής, δημοσιογράφος ο οποίος έχει αναλάβει μια έρευνα για ένα ρεπορτάζ για τον εμφύλιο, παραθέτοντας τις μαρτυρίες ανθρώπων της γειτονιάς όπου γεννήθηκε, προσφυγογειτονιάς, αφηγείται και την δική του προσωπική ιστορία. Έτσι το «τώρα» του αφηγηματικού χρόνου δεν είναι το οιονεί στιγμιαίο της αφήγησης, όπως στα περισσότερα μυθιστορήματα, αλλά εκτείνεται στην χρονική περίοδο της δημοσιογραφικής έρευνας που φτάνει σχεδόν τον ένα μήνα. Μέσα σ' αυτό τον αφηγηματικό χρόνο κατά τον οποίο ο αφηγητής καταγράφει τις μαρτυρίες, συντελούνται και τα σημαντικά στη δική του προσωπική ζωή: το διαζύγιο με τη γυναίκα του, η μετακόμιση και το φλερτ με την κόρη του εντολέα της εκτέλεσης, με «μπάσο κοντίνουο» τα προβλήματα υγείας του (υποφέρει από προστάτη, με το μαρτύριο της συχνουρίας και του πόνου).
Το σασπένς που ενυπάρχει σε κάθε αφήγηση εδώ διπλασιάζεται ως σασπένς για τα αποτελέσματα μιας δημοσιογραφικής έρευνας, που καταλήγει σε διαφορετικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος. Θυμίζει το «Ρασομόν» του Ρ. Ακουτάγκαβα, γνωστότερο από την κινηματογραφική εκδοχή του Κουροσάβα. Εκεί όμως έχουμε τις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος. Εδώ το γεγονός παραμένει το ίδιο, και οι εκδοχές έχουν να κάνουν με τα κίνητρα και με την προσωπικότητα των εκτελεσμένων (γιατί τελικά η έρευνα εστιάζεται σε δυο εκτελέσεις). Γιατί εκτελέστηκε ο Μυστακίδης; Η πρώτη εκδοχή, ως συνεργάτης των Γερμανών. Η δεύτερη, ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ αριστερών: ο Μυστακίδης ήταν τροτσκιστής. Η τρίτη εκδοχή, ένα προσωπικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών, μια εκδίκηση. Όσο για τον Κωστένογλου τι ήταν; Ένας γιατρός της φτωχολογιάς, ή ένας παιδεραστής; Το επονιτάκι που σκότωσαν οι Χίτες, δεν το έκρυψε από φόβο ή το κατέδωσε ο ίδιος, όντας ο εραστής του;
Το μυθιστόρημα δίνει δυο τουλάχιστον εκδοχές αναγνωστικής πρόσληψης. Η πιο εμφανής, μια ακόμη καταγγελία του κόμματος, του τιμημένου… Η δεύτερη, μια συζήτηση πάνω στο πρόβλημα της αλήθειας, με την ιστορική αλήθεια σαν μεταφορά.
Εδώ βλέπουμε διάφορες όψεις του προβλήματος.
Κατ' αρχήν, οι δυσκολίες μιας δημοσιογραφικής έρευνας για την ανακάλυψη της αλήθειας. Έπειτα, η παραποίηση της αλήθειας για λόγους σκοπιμότητας. Κατόπιν, η πλαστογραφία για λόγους αναγνωσιμότητας-ακροαματικότητας (το ανώδυνο ημερολόγιο όπου καταγράφονται προβλήματα υγείας, και το οποίο πλαστογραφείται με εγγραφές πάνω στα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής). Τέλος, η αποσιώπηση της αλήθειας, όταν δεν μας βολεύει (ο αφηγητής παραιτείται από το ρεπορτάζ όταν μαθαίνει ότι και η μητέρα του πήρε μέρος στην εκτέλεση).
Το συναισθηματικό κλίμα στο έργο είναι ένα κλίμα απαισιοδοξίας. Δεν είναι μόνο η ανάπλαση του ζοφερού κλίματος μιας εποχής, της εποχής του εμφυλίου, αλλά και η ψυχολογική διάθεση του αφηγητή, ο οποίος ταλανίζεται ανάμεσα στα προβλήματα υγείας που τον βασανίζουν και στα προβλήματα του γάμου του. Έτσι, το happy end του τέλους, μόλις μιας σελίδας, σε θεατρικό διάλογο χωρίς αφήγηση, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη: Συζήτηση στο κρεβάτι, μετά τη συνουσία. Ποια ήταν η σύντροφος; Να υποθέσουμε η όμορφη Δώρα; Δεν έχει σημασία. Το σεξ είναι πάντα μια παρηγοριά, ο έρωτας μια ευτυχία.

Sunday, October 11, 2009

Νίκος Ορφανός, Στο ακρογιάλι

Νίκος Ορφανός
Στο ακρογιάλι
Εκδ. Υπερόριος 2006

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ο Νίκος Ορφανός, συνταξιούχος δάσκαλος τώρα, είναι ένα πολυτάλαντο άτομο με πλούσια δραστηριότητα. Συγγραφέας τεσσάρων διδακτικών βιβλίων, ερασιτέχνης μουσικός και ζωγράφος, δημοσιογράφος και πεζογράφος, μας αποκάλυψε τελευταία ότι έχει μεγάλο ταλέντο και στην ποίηση. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα έγραψε και εξέδωσε σε συγκεντρωτικό τόμο σεβαστό αριθμό ποιημάτων.
Διαβάζοντας τα ποιήματά του θυμήθηκα αυτά που διάβασα για την ενδομήτρια ζωή. Ο άνθρωπος στην αρχική του φάση μοιάζει με ψάρι, και σταδιακά παίρνει τη μορφή του ανθρώπου. Για να το πούμε με βιολογικούς όρους, μέσα στους εννιά μήνες της ενδομήτριας ζωής αναπαράγεται σε οντογενετικό επίπεδο η φυλογενετική εξέλιξη. Έτσι και ο ορφανός, ξεκινώντας από τον ομοιοκατάληκτο στίχο της παραδοσιακής ποίησης περνάει στον ανομοιοκατάληκτο στίχο της σύγχρονης ποίησης.
Αυτή την εξέλιξη βέβαια την μαντεύει κανείς, γιατί η κατάταξη τον ποιημάτων δεν έχει γίνει χρονολογικά αλλά θεματικά. Έτσι σε όλες τις ενότητες βλέπουμε τα διάφορα στυλ από τα οποία πέρασε ο Ορφανός.
Περιέργως ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού δεν φαίνεται να τον έλκυσε ιδιαίτερα. Υπάρχει μόνο ένα δείγμα, το «Απαντοχή»:
Και κράτα της Απαντοχής γερά το αργό τιμόνι,
δούλεψε της Υπομονής το φλογισμένη αμόνι,
παροτρύνει καβαφικά ο Ορφανός.
Όμως τα έμμετρα ποιήματα συναγωνίζονται σε αριθμό, αν δεν τον υπερβαίνουν κιόλας, τα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Κυριαρχούν ποιήματα με ιαμβικό στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία σε τετράστιχες στροφές, με εναλλαγή οκτασύλλαβου και επτασύλλαβου στίχου, όπως στο παρακάτω τετράστιχο, από το ποίημα «Χωριό μου».
Μες στις πυκνές σου φυλλωσιές
κρυμμένες αναμνήσεις
γίνονται της ψυχής δροσιές
το χρόνο σαν γυρίσεις.
Τετράστιχο αλλά σε τροχαϊκό μέτρο είναι και το παρακάτω, από το ερωτικό «Δειλινό»:
Ήταν κόκκινο το δείλι
κι έβαψε τα δυο σου χείλη.
Έλαμψαν χρυσά παλάτια
μες στα γαλανά σου μάτια.
Από τρία τετράστιχα αλλά σε ανάπαιστο αυτή τη φορά απαρτίζεται και ο «Ξωμάχος»:
Στους καιρούς μονομάχος
με χιονιά ή καταιγίδα
στην καρδιά με ελπίδα
ξεκινά ο ξωμάχος.
Ο ποιητής προτιμά το τετράστιχο ακόμη και στα ποιήματα που γράφει σε ελεύθερο στίχο, όπως το παρακάτω, από το εξαίσιο ερωτικό «Προδοσία».
Ξέρω δεν υπάρχει απάντηση.
Μα πώς γελάστηκα, πες μου,
προσμένοντας τη ρόδινη ανατολή,
όταν ο ήλιος ήταν πια στη δύση του;
Ο ερασιτέχνης ζωγράφος δεν μπορεί παρά να είναι αρκετά εικαστικός και στην ποίησή του. Από τις πιο δυνατές εικόνες της συλλογής, «αστική» στην κατά τα άλλα αρκαδική έκθεσή του, είναι και εκείνη που προσφέρει το παρακάτω τετράστιχο:
Στην απουσία των περαστικών
σβησμένη φωνή της μάνας
μ' απλωμένο το χέρι της ανέχειας
και το μωρό κοιμάται ανυποψίαστο.
Αυτή η λέξη «ανυποψίαστο» κρύβει μια εκρηκτική συγκίνηση.
Θεματικά ο εκδότης Γιώργος Βοϊκλής έχει κατατάξει τα ποιήματα σε τέσσερις ενότητες: Νόστος, Αναπόληση, Μνήμες, Μηνύματα. Ο νόστος παραπέμπει στη γενέθλια γη της Σάμου (υπάρχει και ομώνυμο ποίημα), ενώ η αναπόληση και η μνήμες στη νοσταλγία του παρελθόντος, στην «χαρμολύπη» (για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που χρησιμοποιεί συχνά ο Θεοδόσης Πυλαρινός αναλύοντας την ποίηση του Ηλία Κεφάλα) της εντρύφησης σε εικόνες και σκηνές ευτυχισμένων αναμνήσεων που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Το ερωτικό στοιχείο βρίσκεται διακριτικό σ' αυτή την ποίηση των αναμνήσεων και της νοσταλγίας:
Θυμάσαι;
Εκείνο το κρύο απόβραδο
έβρεχε ασταμάτητα.
Και προχωρούσες μουσκεμένη,
μα ανθισμένη, γοητευτική.
και στο αμέσως επόμενο ποίημα:
Μείνε, μην ξαναφύγεις, ορκίσου.
Χάθηκε πολύς χρόνος
κι έρχεται βαρύς ο χειμώνας,
είναι αργά για άλλα ταξίδια.
Ο καιρός που διαβαίνει αμείλικτος ξεμακραίνοντάς μας από πρόσωπα και τοπία αγαπημένα διαπερνάει σαν συνεκτικός ιστός τα ποιήματα του Ορφανού:
Ταξίδεψε ο καιρός
χελιδόνι φευγάτο
με φτερά κουρασμένα
των ταξιδιάρικων ονείρων.
και πιο κάτω, σε εξαίσιους αναπαιστικούς στίχους:
Περασμένη ζωή μου,
πριν καλά σε γνωρίσω,
χελιδόνι φευγάτο,
που δε θα 'ρθει πια πίσω.

Ο Ορφανός άργησε να εκδιπλώσει το ποιητικό του ταλέντο, όμως, έστω και αργά, μας έδωσε «πρωτόλεια» μιας μεγάλης ωριμότητας, όσο και αν φαίνεται οξύμωρη η έκφραση αυτή. Του ευχόμαστε και στην επόμενη συλλογή του.

Saturday, October 10, 2009

Νίκος Καραγεώργος, Στης άβυσσος της εσχατιές

Νίκος Καραγεώργος, Στης άβυσσος της εσχατιές, Αθήνα 2006, Εριφύλη

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα πανόραμα υφών και διακειμένων είναι η ποιητική συλλογή του Νίκου Καραγεώργου που φέρει τον τίτλο «Στης άβυσσος της εσχατιές». Πληθωρική σαν την ποίηση του Σικελιανού και του Παλαμά (Πατρίδες), αφηγηματική και φιλοσοφική σαν του Σεφέρη και του Καβάφη (Ο κανείς), κατά τόπους ερωτική (Ελένη), ενδοσκοπική και υπαρξιακή σαν την σύγχρονή μας ποίηση (Στης άβυσσος της εσχατιές), έλκεται σαν μαγνήτης από τα μέτρα και τις ομοιοκαταληξίες της πιο παλιάς μας ποίησης, και πιο ειδικά από τον δεκαπεντασύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού. Υπάρχουν άφθονοι δεκαπεντασύλλαβοι σπαρμένοι μέσα στα ποιήματά του. «Δέξου το γέλιο που αντηχεί, στο μνήμα των παιδιών τους», «Καθώς τ’ αηδόνια την αυγή αρνούνται να σωπάσουν» (σημειώστε το σεφερικό διακείμενο «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες», «Μικροί θεοί στη σύναξη των ώριμων οργίων» κλπ. Στην παρακάτω στροφή, που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει με τον ελεύθερο στίχο της σύγχρονης ποίησης, υπάρχει ένας αμφίβραχυς, ο δεύτερος στίχος, και δυο ίαμβοι, ο τρίτος και ο τέταρτος στίχος. Ακόμη και ο πρώτος και ο τελευταίος που τους πλαισιώνουν, μοιάζουν σαν ανολοκλήρωτοι δάκτυλοι:
«Όλα αγέρας.
η ύπαρξη μόνο,
αρχή και τέλος που έπεται.
Κι ο θάνατος που κυβερνά.
Χρόνε φοβέρα» (σελ. 19).
Οι οφειλές του Καραγεώργου είναι εξάλλου διάφανες στα moto που προτάσσει σε κάποια του ποιήματα: Ρεμπώ, Σικελιανός, Σεφέρης, Δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, Ηράκλειτος, Αισχύλος, ενώ οι διακειμενικές επιδράσεις φαίνονται από φράσεις και λέξεις μέσα στα ποιήματά του: «Πλάτρες», «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» (και ποιητών τα τραγούδια μας, ειδικά του Καραγεώργη, θα προσθέταμε), «Δειλός πάντα κι αδέξιος εραστής», «Του το ’χαν πει στον κλήδονα/ των γυναικών τα ενήδονα χείλη» κλπ.
Επειδή δεν είμαστε φετιχιστές της μοντέρνας ποίησης, μας άρεσε ιδιαίτερα το ποίημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, για την πρωτότυπη, φοβερά επινοητική, στιχουργική του φόρμα. Θα δώσουμε μια στροφή:
«Πάλεψα με τις ενοχές
του νου, που εκλιπαρούσαν
ντροπές. Και μέσ’ απ’ τις ζωές,
βουβά απομυζούσαν
στιγμές».
Ας δώσουμε και μια άλλη, γνωστή στροφή γνωστού ποιητή.
«Ας μη μου δώσει η μοίρα μου
εις ξένη γη τον τάφο
είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
εις την πατρίδα»
Τι κάνει εδώ ο Κάλβος; Σπάζει τον δεκαπεντασύλλαβο σε δυο στίχους δημιουργώντας έτσι την πρωτότυπη μορφικά στροφή. Ακριβώς το ίδιο κάνει και ο Καραγεώργος, μόνο που το κάνει σε δυο δεκαπεντασύλλαβους, στους οποίους προσθέτει ένα ακόμη στίχο, που στην παραπάνω στροφή είναι μόνο μια λέξη.
Ο Καραγεώργος είναι ένας ποιητής που γνωρίζει άρτια την ποιητική μας παράδοση. Ο υφολογικός πλούτος της συλλογής αυτής αποκαλύπτει ένα ταλέντο που βρίσκεται σε αναζήτηση μιας πιο προσωπικής φωνής. «Την οργή των ερώτων να φοβάσαι/ και της μηχανής το κροτάλισμα, ποιητή» (σελ. 46). Και την επίδραση, αν δεν σε διακρίνει ήδη η αγωνία της, όπως είπε ο Harold Bloom.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Friday, October 9, 2009

Pedro Almodovar, Los abrazos rotos

Pedro Almodovar, Los abrazos rotos (Ραγισμένες αγκαλιές) (2009)

Ο Αλμοδόβαρ είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, έτσι δεν μπορούσα παρά να δω την καινούρια του ταινία. Δεν θα έγραφα, αν δεν ήταν του Αλμοδόβαρ, αλλά μια και την είδα, θα γράψω δυο κουβέντες.
Η ταινία χαρακτηρίζεται ως θρίλερ, και ως τέτοια πρέπει να τη δει κανείς, για να μην του δημιουργηθούν λαθεμένες αφηγηματικές αναμονές. Είναι γεμάτη σασπένς, καθώς παρακολουθούμε την ιστορία να την οποία αφηγούνται αποσπασματικά οι ήρωες, γεμίζοντας σιγά σιγά τα κενά. Και το μεγαλύτερο σασπένς βέβαια είναι πώς τυφλώθηκε ο ήρωας. Θλιβερές ιστορίες, με τους ήρωες να βιώνουν τη ματαίωση του έρωτά τους, εκτός ίσως από την Πηνελόπη Κρουζ που φρόντισε να πεθάνει νωρίς.
Η Πηνελόπη (δεν θυμάμαι το όνομα της ηρωίδας που υποδύεται) εκδίδεται κατά καιρούς για να καλύψει τις ανάγκες της. Ο ηλικιωμένος εργοδότης της καραδοκεί, και αρπάζει την ευκαιρία όταν η Πηνελόπη έχει ανάγκη από πολλά χρήματα για τη νοσηλεία του πατέρα της. Δεν αργεί όμως να πέσει στην αγκαλιά ενός σκηνοθέτη με τον οποίο γυρνάει μια ταινία. Ο ερωτευμένος εργοδότης της, πεθαίνοντας από ζήλεια, θα προσπαθήσει να την εμποδίσει. Όντας ο παραγωγός, θα καταστρέψει στο μοντάζ την ταινία του σκηνοθέτη-αντίζηλου. Σε τροχαίο σκοτώνεται η Πηνελόπη ενώ ο σκηνοθέτης (μαθαίνουμε επί τέλους το πώς) τυφλώνεται. Υπάρχει μια γυναίκα δίπλα του η οποία, διαβάζω σε κείμενο της Πόλυ Λυκούργου στο Έθνος, είναι μια ερωτευμένη γυναίκα καταδικασμένη στο ρόλο της φίλης. Νόμιζα ότι ήταν η πρώην του. Με τα θρίλερ δεν τα πάω καλά, μου ξεφεύγουν πράγματα. Τέλος πάντων. Η γυναίκα αυτή σώζει το αρχικό υλικό και με αυτό, μαθαίνουμε στο τέλος, ο ήρωάς μας θα ξαναφτιάξει την ταινία.
Συναρπαστικό θρίλερ που καθηλώνει, αλλά που φοβάμαι ότι μετά από λίγο καιρό θα το ξεχάσω. Σαφώς είναι μια συναρπαστική ιστορία, ιστορία πάθους και ματαίωσης. Όμως πολύ πιο συναρπαστική, όπου αναδεικνύεται πολύ καλύτερα τόσο το ερωτικό πάθος όσο και η ερωτική ματαίωση, είναι το Habla con ella (Μίλα της). Αυτή την ταινία δεν θα την ξεχάσω ποτέ.