Book review, movie criticism

Friday, March 23, 2018

Albert Dupontel, Au revoir la-haut (Ραντεβού εκεί ψηλά, 2017)


Albert Dupontel, Au revoir la-haut (Ραντεβού εκεί ψηλά, 2017)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Crime, drama χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb, όμως εγώ θα πρόσθετα και το comedy, αφού υπάρχει ένα διάχυτο χιούμορ στην ταινία.  
  Λίγες ημέρες πριν την παύση πυρός του Α΄ Παγκοσμίου ο Αλμπέρ Μεϊγιάρ σώζει τη ζωή του Εντουάρ Περικούρ. Ο υπολοχαγός Πραντέγ, διατάζοντας μια παράλογη επίθεση, θα οδηγήσει στον φοβερό τραυματισμό του: το κάτω σαγόνι του έχει αποκοπεί. Ο Αλμπέρ τον περιποιείται, ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου, γιατί ο Εντουάρ δεν θέλει να επιστρέψει στους δικούς του. Ο πατέρας του, μεγαλοπαράγοντας, ήταν πολύ καταπιεστικός και δεν έτρεφαν τα καλύτερα αισθήματα ο ένας για τον άλλο.
 Ο Πραντέγ κάνει μια περιουσία με τα πτώματα του θυμάτων τα οποία ξεθάβει (οι γερμανοί τελικά δεν ήσαν οι πρώτοι διδάξαντες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο) ενώ ο Αλμπέρ και ο Εντουάρ, ο οποίος έχει ένα τεχνητό σαγόνι και φοράει πάντα μια μάσκα, διαφορετική κάθε φορά, σκαρφίζονται μια μεγάλη απάτη: να πουλήσουν μνημεία στους συγγενείς των θυμάτων του πολέμου μέσα από ένα κατάλογο με σχέδια, τα οποία όμως δεν σκοπεύουν να κατασκευάσουν. Απεναντίας θα σουφρώσουν τα χρήματα και θα το σκάσουν στο εξωτερικό.
  Τι θα γίνει με τους απατεώνες;
  Είπαμε, το έργο είναι και κωμωδία, έτσι θα την πληρώσει ο κακός ενώ οι καλοί θα γλιτώσουν.
  Τι θα γίνει με το ειδύλλιο του Αλμπέρ με την υπηρέτρια των Περικούρ; Και οι σχέσεις πατέρα και γιου δεν θα αποκατασταθούν;
  Όχι, δεν θα κάνω το σπόιλερ, να πάτε να δείτε την ταινία.
  Η οποία είναι εξαιρετική. Θα τη λέγαμε one man show μια και ο Albert Dupontel δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας στο ρόλο του συνονόματού του ήρωα, αν δεν ξεχωρίζαμε και τη σκηνοθεσία, την οποία υπογράφει ο ίδιος. Κανονική διάρκεια των πλάνων και των επεισοδίων, κανονικός ρυθμός χωρίς κοιλιά, την απολαύσαμε πραγματικά χωρίς να μας κουράσει στο ελάχιστο. 
 

Γιάννης Καλπούζος, Γινάτι, ο σοφός της λίμνης


Γιάννης Καλπούζος, Γινάτι, ο σοφός της λίμνης, Ψυχογιός 2018, σελ. 566


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Romance, crime, history, mystery, το καινούριο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου

  Έχουμε γράψει για επτά βιβλία του Γιάννη Καλπούζου, με τελευταίο τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Σειρά έχει σήμερα το «Γινάτι, ο σοφός της λίμνης».
  Ο Καλπούζος είναι από τους καλύτερους έλληνες πεζογράφους μας και σίγουρα ο πιο πολυδιαβασμένος, αφού τα βιβλία του έχουν εκπληκτικό τιράζ. 50.000 αντίτυπα η πρώτη έκδοση, διαβάζω στο εξώφυλλο.
  Ο Καλπούζος, μετά το «Ιμαρέτ» που τιμήθηκε με το βραβείο αναγνωστών, επιστρέφει και πάλι στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Ήπειρο, όχι όμως στη γενέτειρά του την Άρτα όπου τοποθετείται η δράση στο Ιμαρέτ.
  Θα αντιγράψω μια περίοδο από την προηγούμενη ανάρτησή μου για το προηγούμενο μυθιστόρημά του «Σέρρα, η ψυχή του πόντου»:
  «Το μεγάλο χάρισμα του Καλπούζου είναι η φοβερή επινοητικότητα στην πλοκή. Βρισκόμαστε μπροστά σε συνεχή σασπένς και ανατροπές, που κρατούν αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον».
  Ναι, αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό των μυθιστορημάτων του. Κατ’ εξοχήν κινηματογραφικό, θα μπορούσαν να γυριστούν ταινίες. Αναρωτήθηκα κάποια στιγμή γιατί ο Καλπούζος δεν γράφει σενάρια, αλλά αμέσως μετά βρήκα, νομίζω, την απάντηση. Η επινοητικότητα στη σύνθεση των ιστοριών του θα χαραμιζόταν σε ένα σενάριο, καθώς το σενάριο δεν χαρακτηρίζεται σαν λογοτεχνία και ελάχιστα σενάρια εκδόθηκαν σε βιβλία.
  Το έργο χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο ως μυθιστόρημα και όχι ως ιστορικό μυθιστόρημα. Ο λόγος είναι ότι τα ιστορικά γεγονότα βρίσκονται όχι σε δεύτερο αλλά σε τρίτο πλάνο, σε αντίθεση με τη «Σέρρα». Υπάρχουν βέβαια, αλλά τους δίνεται πολύ μικρή έκταση σε σχέση με το βάρος τους. Η μικρασιατική εκστρατεία στην οποία συμμετείχε και ο Ζώτος, ο ήρωας της ιστορίας, δίνεται σε ελάχιστες σελίδες. Απεναντίας γίνεται εκτενής αναφορά και σχολιασμός στην τοπική ιστορία, που οι ηπειρώτες ασφαλώς θα ξέρουν αλλά οι υπόλοιποι αγνοούμε εν πολλοίς. Δεν ήξερα για παράδειγμα για τις αυτονομιστικές απόπειρες των Βλάχων στην περιοχή. Επίσης αγνοούσα την έκταση της ληστοκρατίας εκείνη την εποχή. Για την ανταλλαγή των πληθυσμών βέβαια ήξερα, αλλά λεπτομέρειες, για το πόσο «ρίχτηκαν» οι πρόσφυγες με το να μην πάρουν ούτε τα μισά από όσα άφησαν οι τούρκοι δεν το ήξερα.
  «Μας αδίκησαν… έλεγε ο Νεοκλής. Τα εκατόν εβδομήντα καταστήματα των μουσουλμάνων στα Γιάννενα δόθηκαν σε ντόπιους. Μοίρασαν και τα τσιφλίκια στους ακτήμονες κι ό,τι περίσσεψε σ’ εμάς. Από τα ογδόντα τόσα χιλιάδες στρέμματα που άφησαν οι μωαμεθανοί στην Ήπειρο ούτε τα μισά δεν διανεμήθηκαν σε πρόσφυγες» (σελ. 543-544).
   Ένας άνδρας δυο γυναίκες είναι και εδώ ο σκελετός της ιστορίας, όπως και στη «Σέρρα». Και βέβαια η καρδιά του Ζώτου είναι δοσμένη στη Χαβαή, η Σαραλίν ήταν μια περαστική περιπέτεια, τότε που ο Ζώτος δεν ήταν σίγουρος για την ευόδωση της σχέσης του με την Χαβαή.
  Και ενώ το πρώτο μισό του μυθιστορήματος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ρομάντζο, το δεύτερο μισό είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με κάμποσους νεκρούς, ενώ όλο σκεπάζεται από ένα μυστήριο, ή μάλλον πολλά μυστήρια, με πρώτο το αν η μητέρα του απάτησε τον άντρα της όπως πιστεύει η τοπική κοινωνία. Και βέβαια, χωρίς να είναι το στόρι προσχηματικό, ο Καλπούζος «αναπλάθει» την εποχή, παραθέτοντας στοιχεία της καθημερινής και της κοσμικής ζωής (αναφέρεται σε θιάσους που ήλθαν από την Αθήνα, σε κινηματογραφικές προβολές, κ.λπ.) και ιστορώντας επεισόδια από την τοπική ιστορία όπως η πυρπόληση του Διοικητηρίου Ιωαννίνων, τη ληστεία χρηματαποστολής της Εθνικής Τράπεζας και εκτελέσεις ληστών με τα κεφάλια τους να εκτίθενται σε δημόσια θέα. Και φυσικά και από την πολιτική ζωή:
  «Ο κυρ Γιώργος με το μπακάλικο της Ανεξαρτησίας έχει στο ίδιο κάδρο φωτογραφία του Βενιζέλου στη μια πλευρά και του βασιλιά στην άλλη και το αναποδογυρίζει ανάλογα με το ποιος κυβερνάει» (σελ. 374-375).
  Και εδώ βρίσκουμε ένα αγαπημένο μου μοτίβο για το οποίο έχουμε ξαναγράψει, τα «σύνορα της αγάπης», ο έρωτας δύο νέων που τους χωρίζουν θρησκευτικά και/ή εθνικά σύνορα. Η Χαβαή είναι μουσουλμάνα ενώ ο Ζώτος χριστιανός.
  Ένα άλλο θέμα που θίγεται εδώ ιδιαίτερα έντονα είναι το ζήτημα της ταυτότητας που έχει απασχολήσει πολύ, κοινωνικούς ανθρωπολόγους και μη. Δεν είναι μόνο το ότι επιλέγουν κάποιοι την ταυτότητά τους ανάλογα με το συμφέρον τους, πότε έλληνες πότε ρουμάνοι, αλλά και το ότι οι ρίζες τους συχνά είναι διάφορες. Μπορεί ένας τούρκος του οποίου μια γιαγιά ήταν χριστιανή και κάποιοι πρόγονοί του εξισλαμισμένοι χριστιανοί να είναι ένας μουσουλμάνος; Διαβάζουμε:
  «Ο Κενάν έμεινε στη Θεσσαλονίκη και πήρε ελληνική υπηκοότητα. Λέγεται ότι του προξενεύουν τη Ρεφέτ, την κόρη του Μουσταφά Πασά και αδελφή του Ρεμζή. Η μάνα του είναι ελληνικής καταγωγής, πλην μουσουλμάνα. Αυτός τι λογίζεται; Έλληνας, Αλβανός ή Τούρκος; Κι αν τελικά παντρευτεί τη Ρεφέτ, τα παιδιά τους τι θα ’ναι;» (σελ. 340).
  Χαρακτηριστική είναι η ταινία «Το μαχαίρι» (1991) του σέρβου Μιροσλάβ Λέκιτς, ενώ ο Αμίν Μααλούφ με το βιβλίο του «Οι φονικές ταυτότητες» δείχνει την πιο ζοφερή πλευρά του ζητήματος.
  Και ποιος είναι έλληνας;
  Στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις, όμως σίγουρα δεν είσαι Έλληνας αν δηλώσεις βορειοηπειρώτης ενώ είσαι Αλβανός για να βολευτείς. Όμως ασφαλώς είσαι Έλληνας αν νοιώθεις Έλληνας, όπως οι βλάχικης καταγωγής εθνικοί ευεργέτες Αβέρωφ, Ζάππας, Στουρνάρας, Αρσάκης και άλλοι.
  Όπως και στα άλλα έργα του, το τοπικό και ιστορικό χρώμα δίνεται και με την παράθεση τραγουδιών της εποχής.
  «Αλησμονιούνται τα φιλιά, ’στοχιούνται κι οι αγάπες/ συναπαντιούνται και μιλούν σαν ξένοι, σαν διαβάτες» (σελ. 531).
  Παρέθεσα αυτούς τους στίχους γιατί τους άκουσα να τους τραγουδάει ο Σπύρος Σηφογιωργάκης σε ένα δίσκο του με κρητικά που είχα κουβαλήσει μαζί μου στο στρατό (είπαμε, έφεδρος αξιωματικός). «Ξελησμονιούνται κι οι φιλιές, αρνιούνται κι οι αγάπες/ κι αν απαντήξουν και ποθές, περνούνε σαν διαβάτες».
  Επίσης διαβάζουμε πολλές παροιμίες, που δίνουν μια ρεαλιστικότητα στους διαλόγους.
  «Ο θεός να σε φιλάει από νέο πλούσιο και παλιό διακονιάρη» (σελ. 521)
  Τέλος ο Καλπούζος μας δίνει αρκετές ετυμολογίες λέξεων, κάποιες από τις οποίες αγνοούσα.
  «Χαμαιτύπη,  θα πει πόρνη. Επειδή στην αρχαία Κόρινθο οι εν λόγω γυναίκες φορούσαν κοθόρνους των οποίων τα ανάγλυφα σημάδια ή τα γράμματα στη σόλα άφηναν στο χώμα αποτύπωμα ώστε να τις ακολουθούν οι μουστερήδες» (σελ. 397).
  Δεν αποκλείεται πράγματι το αραβικό enad από το οποίο προέρχεται το τουρκικό inad να είναι δάνειο από το ελληνικό «ίνα τι;».
  Ινάτι είναι ο τίτλος του βιβλίου και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το «στημόνι» της ιστορίας, καθώς οι ενέργειες των ηρώων υπαγορεύονται συχνά από το ινάτι, συνώνυμο του οποίου είναι το πείσμα.
   Επί τη ευκαιρία να αυτοβιογραφηθώ άλλη μια φορά.
  Φοιτητής, στην Ιεράπετρα, έχω ανέβη στο λεωφορείο για το χωριό μου. Είναι το λεωφορείο της γραμμής που πάει για Ηράκλειο. Είναι γεμάτο. Ανεβαίνει ο υπεύθυνος του ΚΤΕΛ και μας λέει οι όρθιοι να κατέβουμε γιατί θα βάλουν αμέσως μετά άλλο λεωφορείο, μόνο για τα κοντινά χωριά. Οι άλλοι  κατεβαίνουν, εγώ όχι.
  –Δεν κατεβαίνω, του λέω, μας το έχεις ξαναπεί και μας έχεις κοροϊδέψει.
  –Θα κατέβεις, μου λέει, θες δε θες.
  –Δεν κατεβαίνω, ό,τι και να λες.
   Ινάτι και οι δυο.
    Στο μεταξύ οι επιβάτες άρχισαν να διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση του λεωφορείου.
    –Θα κατέβεις και θα πεις κι ένα τραγούδι. Ξέρεις τι θα πει δερμιτζάκικο πείσμα;
    –Πώς δεν ξέρω, του λέω, Δερμιτζάκη με λένε.
  Τον έπιασα εξ απήνης. Έκανε μεταβολή και κατέβηκε από το λεωφορείο κάνοντας νόημα του οδηγού να ξεκινήσει.
  Και ένα τελευταίο απόσπασμα:
  «Ρίχτηκε το αρσενικό κορμί στο θηλυκό και αντίστροφα, και πάλευαν. Κατασπάραζαν τις σάρκες τους, μάτωναν, έσμιγαν στον ιερό πόλεμο των σωμάτων και το διαλαλούσαν με τ’ αγκομαχητά τους» (σελ. 289).
  Μου μοιάζει καζαντζακικός απόηχος.
  Και, όπως πάντα, καταλήγουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίσαμε, όχι βέβαια στα τραγούδια που παραθέτει αλλά διάσπαρτους στο πεζό κείμενο. Είναι αρκετοί, αλλά η ηλεκτρονική ανάρτηση δεν μας περιορίζει στην έκταση του κειμένου.
Ενώ οι φλόγες της φωτιάς με τις αναλαμπές τους (σελ. 23)
Σε ξύλινο παράπηγμα στημένο σε πασσάλους (σελ. 28)
Σεργιάνιζαν συχνά πυκνά στο πλαϊνό σοκάκι (σελ. 36)
Ωστόσο η Νιμέτ χανούμ αλλιώς τα εκτιμούσε (σελ. 36)
Τι; Θα μ’ αφήσεις μόνη μου μες στους ανατολίτες; (σελ. 70)
Γύριζε ανά διαστήματα και προς τα κει το βλέμμα (σελ. 94)
Οι μυρουδιές των λουλουδιών και των οπωροφόρων (σελ. 111)
Μπορεί να βρεις και έτερες υποκατηγορίες (122)
Αφότου τις ξεστόμισες δεν είδα άσπρη μέρα (σελ. 168)
Άγγιγμα ισοδύναμο έκρηξης δυναμίτη (σελ. 178)
Ωσότου αναχώρησαν για το αρχοντικό τους (σελ. 180)
Μάθαιναν τι συνέβαινε στη χώρα και στην πόλη (183)
Τα λόγια του προμήνυαν άσχημες εξελίξεις (190)
Χρύσιζαν ανεπαίσθητα τα δίχως μια ρυτίδα (193)
Ίδια φίδια της Μέδουσας τα ξέπλεκα μαλλιά της (197)
Τώρα που ζέστανε ο καιρός μένει στον καλαμιώνα (214)
Η Χαβαή μηρύκαζε τα ίδια και τα ίδια (σελ. 221)
Κάμποσοι περιδιάβαιναν, σχεδόν συντεταγμένα (251)
Ο Ζώτος δεν σχολίασε την παρατήρησή της (251)
Το σούρουπο πλησίαζαν στην κεντρική πλατεία (258)
Και πίσω τους χαχάνιζαν τρεις τέσσερις φαντάροι (259)
Ερχόταν Αλβανός σοφέρ, ήξερε και τις στράτες (403)
Με το μαγκάλι πλάι του κι αγνάντευε τη λίμνη (σελ. 337)
Όπως τα χαρακτήριζε σε ένα ποίημά του (σελ. 472)
Και έθεσα σ’ εφαρμογή την ανακάλυψή του (σελ. 504)
Στην έγχυση του σπέρματος στον κόλπο της γυναίκας (σελ. 504)
Εφόσον είσαι Έλληνας και σε καλεί η πατρίδα (σελ. 513)
Για τις εγχύσεις σπέρματος σε άτεκνα ζευγάρια (σελ. 526)

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Tuesday, March 20, 2018

Αζίζ Νεσίν, Ο Ζήσης ζει και δε ζει


Αζίζ Νεσίν, Ο Ζήσης ζει και δε ζει (μετ. Παν. Αμπατζής) Δωρικός 1991, σελ. 328


  Νόμιζα ότι το αγόρασα το 1991, τη χρονιά που εκδόθηκε, μια και την ίδια χρονιά εκδόθηκε – κι ας γράφει 1990 – από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και το δικό μου βιβλίο «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας». Είδα όμως ότι έγραφε τιμή 12 ευρώ, άρα το πήρα αργότερα. Δεν νομίζω ότι το αγόρασα, πιθανότατα μου το έκανε δώρο ο Αριστείδης ο Κλάδος, καλή του ώρα όπου κι αν είναι.
  Έχω διαβάσει κάποια βιβλία του Αζίζ Νεσίν. Την εποχή της δικτατορίας και μετά τα έργα του ήταν must, ιδιαίτερα «Ο καφές και η δημοκρατία».
  Μου αρέσουν τα βιβλία που έχουν χιούμορ. Θυμάμαι που διάβασα για τρίτη φορά τον «Καλό στρατιώτη Σβέικ», σαν παυσίπονο, τότε που φοιτητής έκανα εγχείρηση ρινικού διαφράγματος, για να ξεχνάω τους πόνους.
  Και, να μην ξεχάσω να το γράψω και αυτό, ενώ υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που είναι κωμωδίες, τα χιουμοριστικά βιβλία είναι σταγόνα στον ωκεανό.
  Διηγήματα τα περισσότερα, τα έπαιρνα μαζί μου τότε που έκανα χειμερινό μπάνιο, τις λιακάδες που μπορούσα να κάνω ηλιοθεραπεία, και τα διάβαζα ξαπλωμένος στην αμμουδιά. Σίγουρα όχι το καταχείμωνο, αλλά φθινόπωρο ή άνοιξη καιρού.
  Πέρασα μια ίωση που για πρώτη φορά με έριξε στο κρεβάτι, εδώ και εφτά χρόνια που αποφάσισα να κάνω εμβόλιο. Πώς να περάσω την ώρα μου; Είπα να ξαναδιαβάσω τον «Οδυσσέα» του Τζόυς αλλά μετά άλλαξα γνώμη και είπα να διαβάσω κάτι πιο ευχάριστο. Στο «ράφι των τύψεων» πήρε το μάτι μου το «Ο Ζήσης και ζει και δε ζει» και το κατέβασα αμέσως. Θυμήθηκα πόσο μου άρεσαν τα βιβλία του Αζίζ Νεσίν.
  Και όχι μόνο σε μένα. Ψάχνοντας τώρα το βιογραφικό του στη βικιπαίδεια διαβάζω χωρίς καμιά έκπληξη ότι ήταν ίσως ο μόνος τούρκος συγγραφέας που ζούσε από τα βιβλία του.
  Εν τάξει, ο Κεμάλ έκανε πολλά για την Τουρκία, αλλά η γραφειοκρατία είναι ένα τέρας που δεν δαμάζεται καθόλου εύκολα, όποιο καθεστώς κι αν είναι στην εξουσία.
  Ένας Κάφκα με χιούμορ είναι ο Νεσίν σ’ αυτό το βιβλίο. Ο Ζήσης βρήκε το διάβολό του με μια παράλογη εξουσία που του λέει ότι δεν ζει. Όμως μόνο όταν τη βολεύει. Όταν είναι να πληρώσει φόρους ή να πάει στο στρατό, τότε ζει. Και βέβαια, καθώς το βιβλίο είναι χιουμοριστικό, δεν έχει το οικτρό τέλος του Joseph K. Έκανε καιρό στη φυλακή, όμως αποφυλακίσθηκε με αρκετά λεφτά στην τσέπη του. Και είχε μια γυναίκα και ένα παιδί να τον περιμένει.
  Το βιβλίο τυπικά είναι μυθιστόρημα, όμως κάθε κεφάλαιο διαβάζεται και σαν ξεχωριστό διήγημα καθώς αποτελείται από σχεδόν αυτόνομα επεισόδια από τη ζωή του, που ο Ζήσης αφηγείται κάθε βράδυ στους συγκρατούμενούς του.
  Να μη σας κουράσω παινεύοντάς το, να παραθέσω αποσπάσματα.
  Ξεφυλλίζω τις υπογραμμίσεις μου, και πέφτω πάνω σε δυο ανθρωπολογικά στοιχεία. Το πρώτο, αρραβώνιαζαν τα παιδιά από μικρά. Το δεύτερο, η διαδικασία της συμφωνίας των προικιών. «…Σύμφωνα με τα καθιερωμένα του χωριού μας, ο πατέρας της νύφης έπρεπε να κατηγορήσει το γαμπρό και ν’ ανεβάσει στα ουράνια την κόρη του. Ο πατέρας του γαμπρού έπρεπε να κάνει το αντίθετο. Με τα αστεία αυτά όλοι γελούν και σιγά-σιγά αρχίζει το παζάρι» (σελ. 45).
  Το ξέρουμε αυτό το έθιμο, δεν είναι μόνο τουρκικό, ούτε καν μόνο μουσουλμανικό. Το έχω ξανασυναντήσει σε δράματα. Όμως εδώ έχουμε κωμωδία, και η Ανσέ και ο Ζήσης που τους αρραβώνιασαν μικρούς ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλο, και στο τέλος, όπως είπαμε, τους βλέπουμε παντρεμένους με παιδί.
  «Είχαμε έναν πολύ καλό λοχαγό. Ήταν γνωστός στο σύνταγμα σαν ο αξιωματικός που έδερνε λιγότερο. Έδερνε μια φορά την εβδομάδα ή κάθε δέκα μέρες. Μα το στρατιώτη που έδερνε τον σακάτευε στο ξύλο» (σελ. 52).
  Γι’ αυτό αν γίνει πόλεμος θα μας πάρουν φαλάγγι οι τούρκοι. Θα κοιτάξουν να βγάλουν το άχτι τους για το ξύλο που τρώνε πάνω μας.
  «(σε προεκλογική εκστρατεία) Το πλήθος αυτό που βλέπεις δεν είναι τίποτα. Θα μπορούσε να είναι δεκαπλάσιο. Θα δώσουν είκοσι πέντε λίρες σε κάθε άτομο. Ο δημογέροντας το κράτησε μυστικό. Αν το φανέρωνε, όλο το χωριό θα έτρεχε να τους υποδεχτεί. Ο δημογέροντας το είπε μονάχα στους δικούς του ανθρώπους. Εγώ το πληροφορήθηκα, έτρεξα κι ήρθα» (σελ. 100).
  Σε μας εδώ, θυμάμαι, πλήρωναν τα εισιτήρια για να πάνε να ψηφίσουν στον τόπο καταγωγής τους όπου πολλοί, για λόγους πατριωτισμού, είχαν αφήσει τα εκλογικά τους δικαιώματα (εγώ, πριν τα μεταφέρω στην Αθήνα, ψήφιζα έτσι κι αλλιώς εδώ σαν δημόσιος υπάλληλος). Πάντως, αυτό το να σε πληρώνουν για να συμμετέχεις στις προεκλογικές συγκεντρώσεις άκουσα ότι γίνεται με αλλοδαπούς, χωρίς να αποκλείονται βέβαια και οι ντόπιοι.   
  Ο Ζήσης είναι καταχωρημένος στα μητρώα ως νεκρός, σκοτωμένος σε μια μάχη, και από εκεί ξεκινάνε οι περιπέτειές του, γιατί δεν μπορεί να βγάλει ταυτότητα, και χωρίς ταυτότητα δεν μπορεί να πάει σχολείο, δεν μπορεί να βρει δουλειά, ούτε να πάρει μια κληρονομιά.
  «Έπαψα πια να δίνω σημασία στο δικαστήριο, στη δίκη. Τι θα πετύχαινα τάχα αν έδινα σημασία; Βρε ηλίθιε, είπα μέσα μου, είσαι σε θέση, βρε ανόητε, να ξέρεις καλύτερα από το κράτος, αν ζεις ή δε ζεις; Χρόνια τώρα επιμένεις ότι ζεις κι έρχεσαι ενάντια στο κράτος… Βάλθηκες ρε άμυαλε να διαψεύσεις το κράτος; Για να σου λένε, χρόνια τώρα, ότι δε ζεις, θα πει ότι δε ζεις. Δώσε τέλος στη ζωή σου ν’ αληθέψουν τα επίσημα έγγραφα» (σελ. 123).
  Θα προσπαθήσει αλλά δεν θα τα καταφέρει. Το δηλητήριο είναι ληγμένο, το γκάζι δεν λειτουργεί, το σκοινί που αγόρασε για να κρεμαστεί είναι σάπιο και σπάζει, και δεν θυμάμαι τι άλλο. Όμως αργότερα παρά λίγο να πεθάνει από κάτι που έφαγε σε ένα εστιατόριο και ήταν χαλασμένο.
  Και θυμήθηκα.
  Έχοντας μόλις τελειώσει το Λύκειο πήγαμε στο Ηράκλειο για να καταθέσουμε τα χαρτιά για τις πανελλαδικές. Έπρεπε να μείνουμε μια βραδιά. Το βράδυ έφαγα σε ένα εστιατόριο. Θυμάμαι, γεμιστά. Ξενύχτισα στην τουαλέτα. Τροφική δηλητηρίαση. Ευτυχώς που ήταν μόνο διάρροια, δεν χρειάστηκε να πάω στο νοσοκομείο (τότε ήταν μόνο το Βενιζέλειο, δεν υπήρχε το πανεπιστημιακό).
  Κάπου πιο κάτω διαβάζουμε επίσης:
  «Ο δικηγόρος είχε ισχυρισθεί πως επίσημα και νομικά δε ζούσα. Η κυβέρνηση με θεωρούσε πεθαμένο. Πώς μπορούσα να επιμένω ότι ζω και να διαψεύσω την Υπηρεσία Έκδοσης Δελτίων Ταυτότητας του κράτους; Φυσικά η κυβέρνηση ήξερε καλύτερα από μένα» (σελ. 318).
  Επίσης:
  «-Πού ακούστηκε τα τρένα να φτάνουν στην ώρα τους;
-Τότε σε τι χρησιμεύουν τα δρομολόγια;
-Αν δεν υπάρχουν τα δρομολόγια, πώς θα ξέρουμε πόση καθυστέρηση έχει το τρένο;» (σελ. 214).
  Ο Νεσίν δεν αφήνει τίποτα να μην το σατιρίσει από την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική ζωή, κυριολεκτικά τίποτα. Βέβαια τα πιο απολαυστικά επεισόδια που καταλαμβάνουν και τις περισσότερες σελίδες αναφέρονται στη γραφειοκρατία.
  Και ένα γλωσσολογικό.
  Λέμε «ξεμωραμένος». Στο βικιλεξικό διαβάζω ότι είναι μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεμωραίνομαι. Εδώ όμως διαβάζω «… η μια όμως ήταν ξαναμωραμένη» (σελ. 262). Έτσι υποθέτω λοιπόν ότι το ξεμωραμένος είναι παραφθορά του ξαναμωραμένος, που σημαίνει αυτός που γίνεται ξανά μωρό.
  Ο μεταφραστής, Παναγιώτης Αμπατζής, γράφει αλλού «νταβούλια» και όχι νταούλια. Έχει ένα ενδιαφέρον βιογραφικό, μπορείτε να το διαβάσετε στο διαδίκτυο.
  «Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι στον κόσμο έχουν προγόνους που έγιναν μουσουλμάνοι με την απειλή του σπαθιού» (σελ. 282).
  Το είδα και στην ταινία του σενεγαλέζου σκηνοθέτη Ousmane Sebène «Ceddo» (1977). 
  Απολαυστικότατος ο Αζίζ Νεσίν, θα διαβάσω σιγά σιγά και άλλα του βιβλία που έχω αδιάβαστα.
  Και θυμήθηκα μια προσωπική ιστορία.
  Ζητάω από τη γραμματεία του πανεπιστημίου πιστοποιητικό σπουδών για την αναβολή. Έκανα τη βλακεία να μην το διαβάσω, πιστεύοντας ότι αυτά που έγραφε ήταν τα τυπικά.
  Και όντως ήταν τα τυπικά, όμως με ένα λάθος. Μου το διαβάζει ο στρατολόγος στο στρατολογικό γραφείο Αγίου Νικολάου.
  -Εδώ γράφει: Η δεσποινίς Δερμιτζάκης Χαράλαμπος…
  -Σας φαίνομαι για δεσποινίς; Αν είμαι δεσποινίς, τότε γιατί να πάω στο στρατό; Οι γυναίκες δεν κάνουν στρατιωτική θητεία. Να με διαγράψετε λοιπόν από τους στρατολογικούς σας καταλόγους.
  -Με δουλεύεις; μου λέει, εγώ βλέπω ότι είσαι άντρας, άρα λάθος έκανε η υπάλληλος της γραμματείας του πανεπιστημίου.
  -Ωραία, του λέω, τότε να σβήσουμε το Δεσποινίς και να γράψουμε Κύριος.
  -Δεν γίνεται να διορθώσουμε με το χέρι, είναι παράνομο.
  -Τι παράνομο; Αφού είναι ολοφάνερο το λάθος. Μπορεί ένας Δερμιτζάκης Χαράλαμπος να είναι δεσποινίς; Κανείς δεν θα σας κατηγορήσει.
  -Εδώ είμαστε κράτος, και μάλιστα στρατός, ο κανονισμός είναι σαφής, δεν μπορούν να γίνονται διορθώσεις με το χέρι, είναι παράνομο, πρέπει να ξαναγραφεί.
  -Μα… επέμενα εγώ.
  Τίποτα αυτός.
  Είχα το λόγο μου που επέμενα. Το σκάω στο τέλος.
  -Δεν προλαβαίνω να βγάλω καινούριο, η προθεσμία λήγει αύριο, θα πρέπει να πληρώσω πρόστιμο μετά.
  -Τι να σου κάνω.
  -Και πόσο είναι το πρόστιμο;
  -500 δραχμές.
  Τον παραπάνω διάλογο τον διάνθισα κατά το πνεύμα το Αζίζ Νεσίν. Όμως ακόμη το φυσώ και δεν κρυώνει για εκείνες τις 500 δραχμές που πλήρωσα, ποσό πάρα πολύ μεγάλο για την εποχή, 1969. Έφαγε και το ανάλογο βρισίδι η γραμματέας που μου έδωσε αυτό το πιστοποιητικό. Και βέβαια μούντζωσα τον εαυτό μου που δεν του έριξα μια ματιά όταν το πήρα. Από τότε ότι πιστοποιητικό παίρνω το κοιτάζω. Δεν έχω καμιά διάθεση να την ξαναπάθω, παρόλο που όλα αυτά τα χρόνια όλα τα πιστοποιητικά που πήρα ήταν σωστά γραμμένα.

Monday, March 19, 2018

Νaomi Kawase, Hong Sang-Soo, Lav Diaz, Visitors (2009)


Naomi Kawase, Hong Sang-Soo, Lav Diaz, Visitors (2009)


  Από τρεις ιστορίες αποτελούνται οι «Επισκέπτες», γυρισμένες από τρεις σκηνοθέτες σε τρεις διαφορετικές χώρες, έχοντας όμως κάτι κοινό: τον επισκέπτη.
  Ο πρώτος επισκέπτης είναι της Naomi Kawase στην ταινία της «Koma». Έχομε ήδη κάνει ξεχωριστή ανάρτηση γι’ αυτήν, καθώς είδαμε πακέτο την Kawase, δηλαδή όλες τις ταινίες της, με αφορμή την «Τυφλή αγάπη» που προβάλλεται από την Πέμπτη που μας πέρασε. Για να μην παραπέμψω στον σχετικό σύνδεσμο θα παραθέσω το κείμενο που έγραψα στο τέλος, μήπως κάποιος το έχει διαβάσει ήδη. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν με τον Hong Sang-Soo και την ταινία του «Lost in the mountains», Χαμένη στα βουνά, η υπόθεση της οποίας τοποθετείται στην Νότια Κορέα.
  Η επισκέπτρια είναι η Mi-Sook. Είναι φοιτήτρια δημιουργικής γραφής στο πανεπιστήμιο. Επισκέπτεται μια συμφοιτήτριά της που ζει με τους γονείς της σε ένα πολύ μακρινό μέρος. Όμως αυτή δεν μπορεί να την δεχθεί, την ειδοποίησε μόλις την τελευταία στιγμή και δεν πρόλαβε να ενημερώσει τους γονείς της. Φοβάται ότι δεν θα τους είναι ευπρόσδεκτη. Στη συνέχεια θα συναντηθεί με τον καθηγητή της, διάσημο συγγραφέα, παντρεμένο, με τον οποίο είχε σχέση. –Τα έχεις ακόμη με τον… τη ρωτάει. -Αυτό τον μπάσταρδο; Αυτό ήταν αφού σταματήσαμε εμείς να έχουμε σχέσεις.
  Αργότερα θα συναντήσει τη φίλη της η οποία θα της εξομολογηθεί ότι τα έχει με αυτόν τον καθηγητή. Η Mi-Sook γίνεται έξω φρενών. Αμέσως μετά θα τηλεφωνήσει σε ένα συμφοιτητή της να βρεθούν σε κάποια παμπ. Αυτός θα έλθει με μια κοινή τους φίλη. Η Mi-Sook, απελπισμένη θα γίνει στουπί στο μεθύσι. Θα πάρει μαζί της το φίλο της, η άλλη δεν έχει πρόβλημα. Θα κοιμηθεί μαζί του. Αργότερα θα συναντήσουν στην παμπ τον καθηγητή τους με την κοινή αυτή φίλη. Η Mi-Sook, σοκαρισμένη, θέλει να φύγουν χωρίς να τον χαιρετήσουν. Αυτός έχει αντίρρηση, αλλά την ακολουθεί. Ο καθηγητής θα τρέξει να τους προλάβει. Γιατί έφυγαν τόσο αγενώς, χωρίς να χαιρετήσουν; Ο φοιτητής ζητά συγνώμη.
  Η Mi-Sook τα έκανε θάλασσα, θα σηκωθεί και θα φύγει λέγοντάς του να μην την ακολουθήσει.
  Ανάμεσα στα στοιχεία που συγκροτούν τον προσληπτικό μου μηχανισμό είναι να μη μου αρέσουν έργα που ο ήρωας είναι αρνητικός τύπος. Η Mi-Sook είναι δυστυχισμένη, όμως δεν προκαλεί τη συμπάθειά μου αλλά τον οίκτο μου.
  Ναι, ήταν ένα μείον στην ιστορία αυτή για να μου αρέσει.
  Η τρίτη ιστορία γυρισμένη από τον  Lav Diaz τοποθετείται στις Φιλιππίνες, σε ένα απομακρυσμένο χωριό, εξαθλιωμένο, μετά την εγκατάλειψη ενός ορυχείου που προσέφερε δουλειά στους ντόπιους.
  Επισκέπτης σ’ αυτό το χωριό είναι η Carol, κόρη κάποιου από τους μετόχους του ορυχείου. Είναι συγκινημένη, έχει αναμνήσεις. Παίρνει συνεχώς φωτογραφίες τους ντόπιους που είχε να τους δει χρόνια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένας παιδικός της φίλος.
  Αυτός είναι μέλος μιας τριμερούς συμμορίας. Ο εγκέφαλος, κι αυτός γνωστός με τον οποίο φωτογραφίζεται η Carol, έχει ένα σχέδιο: να την απαγάγουν και να ζητήσουν λύτρα. Ο μικρός της παρέας, ο παιδικός φίλος της Carol, δεν θέλει ούτε να το ακούσει. Αρνείται. Ο δεύτερος της παρέας αργότερα θα τον μεταπείσει. Αν αρνηθεί θα πρέπει να πάρει τα μπαγκάζια του και να φύγει από το χωριό, ο αρχηγός είναι πολύ εκδικητικός.
  Στο επόμενο επεισόδιο τους μοιράζει όπλα καθώς και μεγάλες μάσκες που μοιάζουν με την περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη και έχουν προσωπίδες γενειοφόρων ανδρών. Έπειτα θα δούμε την Carol να περιφέρεται στο βουνό. Στη συνέχεια τους τρεις αυτούς άνδρες να φοράνε τις μάσκες μέσα σε ένα σύδενδρο και να προχωρούν.
  Η αφηγηματική αναμονή είναι η απόπειρα της απαγωγής, που όμως κάπου θα στραβώσει. Θα χρησιμοποιηθούν και τα όπλα.
  Τίποτα τέτοιο δεν θα συμβεί. Κάποια στιγμή ο μικρός καταρρέει, σωριάζεται γονατιστός και κλαίει. Οι άλλοι προσπαθούν να τον συνεφέρουν. Και η ταινία τελειώνει.
  Το ασπρόμαυρο συνήθως έχει τη λειτουργία να ανακαλεί το παρελθόν, σε ιστορίες που τοποθετούνται σ’ αυτό. Σε παλιές ταινίες βέβαια χρησιμοποιείται για λόγους οικονομικούς, είναι πιο φτηνό. Εδώ ανακαλεί τη φτώχεια της περιοχής. Δεν είμαι από αυτούς που τους αρέσει. Δεν με πείθει το επιχείρημα της καλλιτεχνικότητάς του, το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς κ.λπ., πιστεύω ότι λειτουργεί περισσότερο ως νοσταλγία του παλιού καλού καιρού. Εδώ όμως βλέπω ότι δένει απόλυτα με την πλοκή.
  Και η ανάρτησή μου για την ταινία της Καβάσε:

  Naomi Kawase, Koma (2009)

  Εν όψει της προβολής την ερχόμενη Πέμπτη της ταινίας της Naomi Kawase «Τυφλή αγάπη» παρουσιάζουμε όλες τις ταινίες της. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Nanayo».
  Είναι η δεύτερη φορά που συναντώ μια ταινία με τρεις ιστορίες, τριών σκηνοθετών. Η πρώτη ήταν η «Αρχή μιας νέας εποχής», όπου η δεύτερη ιστορία ήταν της Larisa Shepitko, της οποίας είχα προγραμματίσει να δω όλα της τα έργα. Το «Κόμα» (όνομα ενός κορεάτικου χωριού) είναι η πρώτη ιστορία της ταινίας «Visitors». Θα δω και τις άλλες δυο και θα κάνω ξεχωριστή ανάρτηση.
  Ο κινεζοκορεάτης Kan Jun-Il πηγαίνει σε ένα γιαπωνέζικο χωριό να επιστρέψει, επιθυμία του παππού του, ένα βουδιστικό ρολό-έγγραφο στο πρώην αφεντικό του. Εκεί θα συναντήσει την κόρη τους, μια μυστηριώδη κοπέλα. Τον παίρνει μαζί της περίπατο και του δείχνει το βουνό Μίβα όπου κατά την παράδοση κατοικεί ένα θείο πνεύμα.  Το πνεύμα αυτό, ανδρικό, το παντρεύτηκε μια γυναίκα. Ο άνδρας εμφανιζόταν μόνο τη νύχτα. Η γυναίκα αναρωτιόταν πού πήγαινε τη μέρα. Έτσι έβαλε πάνω στο ρούχο του μια βελόνα με μια μεγάλη κλωστή. Την επομένη βρήκε τη βελόνα καρφωμένη στο κλαδί ενός δένδρου. Από τότε δεν τον ξαναείδε.
  Ξεκάρφωτο;
  Όχι. Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να δω αργότερα την κοπέλα να ορχείται και να τραγουδάει δίπλα σε ένα ναό, κατά παράκληση του νεαρού, το επεισόδιο που η γυναίκα βρίσκει την κλωστή (Ένα από τα βιβλία μου είναι «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας»). Δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω, αλλά μπορώ να υποθέσω ότι είναι πράγματι κομμάτι από έργο Νο, στο οποίο μόνιμοι ήρωες είναι πνεύματα.
  Το μεγάλο μονόπλανο, σχεδόν τρία λεπτά, τελειώνει και βρίσκομαι μπροστά σε ένα άλλο πλάνο σαν αυτό που είδα στην «Τυφλή αγάπη». Ο νεαρός σκύβει απροσδόκητα, την αγκαλιάζει και τη φιλάει με πάθος, σε ένα πλάνο σαράντα δευτερολέπτων, με ίδιους φωτισμούς.
  Ξεκάρφωτο;
  Όχι.  
  Η πρόθεση της ταινίας είναι η «γεφύρωση» του χάσματος Ιαπωνίας-Κορέας, ανάλογο με αυτό που μας χωρίζει με τους τούρκους. Η Κορέα υπήρξε για δεκαετίες κατεχόμενη από τους γιαπωνέζους. Αυτό όμως είναι εντελώς επιφανειακό. Στην πραγματικότητα η Καβάσε αυτοβιογραφείται ακόμη μια φορά. Ο πατέρας της όπως γράψαμε σε προηγούμενη ανάρτηση, τους εγκατέλειψε, χώρισε με τη μητέρα της και η ίδια μεγάλωσε κοντά σε μια θεία της. Και η κοπέλα, λέει κάποια στιγμή στον νεαρό, ότι αυτοί δεν είναι οι πραγματικοί της γονείς, είναι υιοθετημένη, γι’ αυτό της φέρονται με τόση ανοχή, γιατί φοβούνται μην τη πληγώσουν.
  Πόσο γνώρισε την γονεϊκή αγκαλιά για να τη θυμάται;
  Ο νεαρός τους χαιρετά και φεύγει, πρέπει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η κοπέλα τρέχει να τον προλάβει. Τον βρίσκει να περιμένει το τραίνο. Τον αγκαλιάζει. Τα λόγια της, πιστεύω, είναι και η «ιδέα» της ταινίας. –Τώρα ξέρω γιατί ήλθα τρέχοντας εδώ. Με αγκάλιασες σφιχτά, όμως εγώ δεν μπορούσα να σου ανταποδώσω το αγκάλιασμά σου. Έπειτα θυμήθηκα. Με έχουν αγκαλιάσει ξανά έτσι, τόσο σφιχτά. Όταν σε έχουν αγκαλιάσει σφιχτά, μπορείς κι εσύ να αγκαλιάσεις σφιχτά.
  Αυτά το ξέρω εδώ και χρόνια, όταν διάβαζα μετά μανίας βιβλία ψυχολογίας.


Sunday, March 18, 2018

Roberto Faenza, Prendimi l’ anima» (The soul keeper, 2002)


Roberto Faenza, Prendimi l’ anima» (The soul keeper, 2002)


  Αμέσως μετά το «Dangerous method» του David Cronenberg είδαμε το «Πάρε μου την ψυχή» του ιταλού Roberto Faenza. Νόμιζα ότι ο αγγλικός τίτλος ήταν λίγο πολύ άσχετος, αλλά είδα πως όχι, βρισκόταν μέσα στην ταινία. Ο φύλακας-άγγελος είναι η Sabina Spielrein για τον Καρλ Γιουνγκ.
  Η ταινία του Faenza είναι περισσότερο βιογραφική από ό,τι του Cronenberg. O Cronenberg ξεκινάει επίσης με την εγκλεισμό της Sabina στην κλινική του Bleuler, όμως σταματάει μόλις εγκαταλείπουν τη σκηνή ο Φρόιντ και ο Γιουνγκ. Το υπόλοιπο της ζωής της δίνεται περιληπτικά στα γράμματα τέλους. Η ταινία του Cronenberg είναι μεταφορά του θεατρικού έργου του Christopher Hampton «The talking cure», το οποίο προσάρμοσε ο ίδιος ο Hampton για τη μεγάλη οθόνη. Είναι πιο «κουλτουριάρικο», με πολλές συζητήσεις, κυρίως ανάμεσα στον Γιουνγκ και στον Φρόιντ με βάση τις αντιλήψεις τους αλλά και τις διαφορές τους. Η ταινία του Faenza, αντίθετα, είναι βιογραφική μέχρι το τέλος της ζωής της Sabina. Όμως το διάστημα της ζωής της κατά το οποίο είχε σχέση με τον Γιουνγκ, αρχικά σαν ασθενής και αργότερα σαν ερωμένη, δίνεται σαν ρομάντζο.
  Έχει επίσης μια ενδιαφέρουσα αφηγηματική τεχνική, που δεν είναι σπάνια. Η ταινία παρουσιάζεται σαν δραματοποίηση των ευρημάτων των ερευνών μιας Spielrein (ίσως, υποθέτει η ίδια, της ίδιας οικογένειας), και ενός άγγλου ιστορικού. Η Spielrein μεταφράζει και αποτελεί τον διερμηνέα για τον άγγλο σε κάποιες συναντήσεις με άτομα που τους ενδιαφέρουν. Επεισόδια από τις έρευνές τους παρεμβάλλονται σαν ιντερμέτζα στην κυρίως πλοκή.
  Πιστεύω ότι οι ψυχίατροι, οι ψυχαναλυτές και οι ψυχολόγοι έχουν ακολουθήσει αυτόν τον κλάδο σε μια προσπάθεια επίλυσης των δικών τους ψυχολογικών προβλημάτων, οι περισσότεροι τουλάχιστον. Κάποιος μάλιστα, όταν τον προκάλεσα, το παραδέχτηκε. Όμως η περίπτωση της Sabina ίσως είναι μοναδική, δηλαδή μια σοβαρά ασθενής, καθαρά κλινική περίπτωση, να εξελιχθεί σε πρωτοπόρα γυναίκα ψυχαναλύτρια. Και βέβαια η συμβολή της στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία δεν περιορίζεται μόνο στις μελέτες της. Επηρέασε πολύ τον Φρόιντ η διδακτορική της διατριβή στην σύλληψη της ιδέας του για το ένστικτο του θανάτου. Επίσης η ερωτική της σχέση με τον Γιουνγκ οδήγησε τον Φρόιντ στη σύλληψη της κατάστασης της αντιμεταβίβασης, κατά την οποία και ο γιατρός επενδύει αισθήματα στον (καλύτερα στην) ασθενή του.
  Είδα και εδώ βιογραφικές ανακρίβειες, αλλά και μια παράλειψη, με βάση το λήμμα της βικιπαίδειας. Παντρεύτηκε έναν εβραίο γιατρό και έκανε μια κόρη. Ο πόλεμος στάθηκε αιτία να βρεθεί μακριά από τον άντρα της για δέκα χρόνια, αυτή στην Ελβετία και αυτός στη Ρωσία, στρατευμένος. Ο άνδρας της στο μεταξύ σχετίστηκε με μια ουκρανή με την οποία έκανε μια κόρη. Όμως αργότερα έσμιξε με την Sabina και έκαναν μια ακόμη κόρη. Όταν αυτός πέθανε το 1936 οι δυο γυναίκες υποσχέθηκαν η μια στην άλλη, όταν πεθάνει κάποια πρώτη, η άλλη να φροντίσει και για τα τρία παιδιά. Ένα χρόνο αργότερα και τα τρία αδέλφια της εκτελέστηκαν στις σταλινικές εκκαθαρίσεις, χωρίς να πειραχτούν όμως τα άλλα μέλη των οικογενειών τους. Μια αδελφή που είχε πέθανε μικρή. Η ίδια, όπως γράψαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, εκτελέστηκε από τους ναζί μαζί με τις κόρες της σαν εβραία, το 1942. Στην ταινία δεν αναφέρεται ο γάμος της, ενώ δείχνει να εκτελείται μόνο με τη μεγάλη της κόρη.
  Ενώ είμαι στενόθερμος (υποφέρω από την πολύ ζέστη και το πολύ κρύο) είμαι ευρύγουστος. Και οι δυο ταινίες μου άρεσαν παρόλο που, όπως είπα, διαφέρουν αρκετά η μια από την άλλη.

 

David Cronenberg, Dangerous method (2011)


David Cronenberg, Dangerous method (2011)


  Παίχτηκε χθες στην τηλεόραση και είπα να τη δω, όταν στο Camerastyloonline που ο Γιάννης ο Καραμπίτσος γράφει για τις ταινίες της ημέρας διάβασα ότι η ταινία αναφέρεται στη ζωή του Καρλ Γιουνγκ και στη σχέση του με την Σαμπίνα Σπιλράιν, αρχικά ασθενή του, στη συνέχεια ερωμένη του και αργότερα μια από τις πρώτες γυναίκας ψυχαναλύτριες.
  Γιατί ερωμένη του;
  Είναι τα τυχερά των ψυχιάτρων-ψυχολόγων-ψυχαναλυτών. Οι γυναίκες, ως γνωστόν, έλκονται σεξουαλικά από τα άτομα υψηλού κύρους. Δεν σημαίνει βέβαια ότι όλες καταλήγουν στα κρεβάτια τους, ή ότι όλες όσες καταλήγουν στα κρεβάτια τους έλκονται από αυτούς – για τον περιβόητο Μπέρια γράψαμε πρόσφατα με αφορμή την ταινία του Armando Iannucci «Ο θάνατος του Στάλιν» (Παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους). Όμως κάποιες έχουν το «σύνδρομο της Μαγδαληνής». Αυτές έλκονται μόνο από τέτοια πρόσωπα. Διαβάζοντας το βιογραφικό της Sabina Spielrein στη βικιπαίδεια είδα ότι έπασχε από αυτό το σύνδρομο, χωρίς να κατονομάζεται όμως.
  Στην περίπτωση βέβαια των ασθενών αυτό εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της μεταβίβασης κατά τη διάρκεια της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Θυμάμαι την παρακάτω ατάκα από μια ταινία που είδα πριν χρόνια, που όμως δεν θυμάμαι τον τίτλο της. –Γιατρέ, ξέρετε πότε κατάλαβα ότι θεραπεύτηκα; Όταν ένοιωσα ότι έπαψα να είμαι ερωτευμένη μαζί σου.
  Ταραχώδης η σχέση τους που είχε δυο φάσεις. Στην πρώτη έβαλε τέλος σ’ αυτήν ο Γιουνγκ (1875-1961), καθώς έβλεπε τον γάμο του να κινδυνεύει. Αυτή απαίτησε να την αναλάβει ο Φρόιντ (1856-1939), μάλιστα εκβίασε γι’ αυτό. Όταν όμως ξανάγινε ερωμένη του, αυτή έβαλε τέρμα στη σχέση, πράγμα που τον έριξε σε απελπισία. Παρηγορήθηκε όμως με μια άλλη ερωμένη, την οποία είχε μέχρι τέλους της ζωής του.
  Κάτι άλλο που στενοχώρησε τον Γιουνγκ είναι ότι οι αντιλήψεις της πλησίαζαν περισσότερο του Φρόιντ παρά τις δικές του.
  Και οι δικές μου.
  Τον Φρόιντ τον θεωρώ σαν ένα που καθόρισε το Weltanschauung μου. Ο Γιουνγκ, παρόλο που τα βιβλία του «Synchronicity» και «Psychology and the occult» τα χρησιμοποίησα στο πρώτο μου βιβλίο «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα», μου φάνηκε ελάχιστα πειστικός. Το βιβλίο του «Ψυχή» που αγόρασα μαθητής δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Όσο για τις έννοιες animus, anima, συλλογικό ασυνείδητο και αρχέτυπα, η βιολογία και η ηθολογία χρησιμοποιούν παραπλήσιες έννοιες με πιο επιστημονικό τρόπο.
  Πόσο ακριβή είναι τα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται στην ταινία;
  Δεν μπορώ να ξέρω. Μπορώ όμως να έχω μια διαφορετική άποψη από αυτό που διάβασα στα γράμματα τέλους. Freud was driven out of Vienna by the Nazis and died of cancer in London in 1939. Το επιβεβαίωσα από το αγγλικό λήμμα της βικιπαίδειας: στην πραγματικότητα είδαν και έπαθαν οι φίλοι του να πείσουν τους ναζί να τον αφήσουν να φύγει για το Λονδίνο. Επίσης δεν πέθανε ακριβώς από τον καρκίνο αλλά έβαλε ένα φίλο του γιατρό να του κάνει ευθανασία μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις στη γνάθο, και που πια δεν μπορούσε να γίνει άλλη.
  Μια και πήραμε φόρα λέω να διαβάσω μια ογκώδη βιογραφία του Καρλ Γιουνγκ που έχω στην Κρήτη. Έχω διαβάσει ήδη μια μίνι βιογραφία του Φρόιντ. Και, όπως λέει η παροιμία «όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά», λέω να δω και τη βιογραφική ταινία του Roberto Faenza με τον τίτλο «Prendimi lanima» (2002) πάνω στη ζωή της Sabina Spielrein. Πάρε μου την ψυχή είναι η μετάφρασή του, ενώ ο αγγλικός τίτλος είναι «The soul keeper», ο φύλακας-άγγελος.

Saturday, March 17, 2018

Henry Wong, Chong Siu Wing, Yiu Fai Lo, Hardcore comedy (重口味 2013)


Henry Wong, Chong Siu Wing, Yiu Fai Lo, Hardcore comedy (重口味 2013)


  «Για βαριά γούστα» είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, που αποτελείται από τρεις ιστορίες τριών σκηνοθετών. Είναι η τρίτη τέτοιου είδους ταινία που έχω υπόψη μου. Η πρώτη είναι η «Αρχή μιας νέας εποχής», την οποία είδα επειδή μια από τις τρεις ιστορίες είναι της Λαρίσα Σεπίτκο την οποία έβλεπα πακέτο, δηλαδή όλες της ταινίες της, και η άλλη είναι «Οι επισκέπτες», την οποία επίσης θα δούμε μια και είδαμε το «Koma» της Naomi Kawase, την οποία επίσης είδαμε πακέτο με την ευκαιρία της προβολής της ταινίας της «Τυφλή αγάπη» από την Πέμπτη που μας πέρασε.
  Θέλω κατά καιρούς να βλέπω μια κινέζικη ταινία σαν εξάσκηση στα κινέζικά μου. Προτιμώ τις κωμωδίες. Βέβαια όταν δίδεται ευκαιρία βλέπω και άλλες. Για παράδειγμα είδα πακέτο τον Feng Xiaogang επειδή πριν κανένα μήνα προβλήθηκε η ταινία του «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί».
  Τρεις κωμικές ιστορίες λοιπόν είδαμε στην «Hardcore comedy». Στην πρώτη, δυο άπειροι νεαροί στα ερωτικά νοικιάζουν ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία. Με την απέναντι θα πλεχθεί το ειδύλλιο του ενός. Αυτή θα κάνει ένα πάρτι και θα καταφτάσουν ένα σωρό κοπέλες, ντυμένες τολμηρά, που «δουλεύουν στο ισόγειο». Το ισόγειο είναι μπουρδέλο. Πώς αλλιώς θα εύρισκαν διαμέρισμα με τόσο φτηνό νοίκι; Στην ιστορία θα μπλεχτούν και αστυνομικοί, αλλά «All's Well That Ends Well» που λέει και ο Σαίξπηρ· που, δεν θυμάμαι σε ποια ιστορία, ακούσαμε και το όνομά του, σε μια αναφορά στον «Άμλετ». Και ξέρετε πώς λέγεται στα κινέζικα; Το θυμάμαι από τα μαθήματα που έκανα, Σασιμπιγιά. Καθόλου περίεργο, αν σκεφτείτε ότι ο Τραμπ λέγεται Ταλανφού και ο Τσίπρας Τσιπούλασι. Να σας το μάθουμε και αυτό, ο Μαρξ λέγεται Μάκεσι.
  Η δεύτερη ιστορία είναι με ναρκωτικά. Το πιο απολαυστικό επεισόδιο ήταν κάπου στο τέλος, που ο νεαρός πηγαίνει το κορίτσι να το γνωρίσει η μαμά του. Όμως η μαμά έχει μέσα τον ζιγκολό. Κάπου εκεί δίπλα είναι και ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό.
  Η τρίτη ιστορία, πέρα από κωμική, είναι ολότελα διδακτική. Όσοι είστε επιρρεπείς στο τζόγο προσέξτε,  κινδυνεύετε να χάσετε το κορίτσι σας.
  Από το ένα πεζοδρόμιο αυτός, από το άλλο αυτή. Πήγε να τον συμμαζέψει από το καφενείο που έπαιζε χαρτιά. Πραγματική ιστορία, μου την αφηγήθηκε η γυναίκα.