Book review, movie criticism

Tuesday, January 26, 2021

Μάχη Τζαβέλλα, Ήρεμα φεύγω

Μάχη Τζαβέλλα, Ήρεμα φεύγω, Γκοβόστης 2020, σελ. 165

 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

Μια συναρπαστική νουβέλα για την απώλεια

 

  Πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει μια μητέρα επενδύοντας ερωτικά στο γιο της;

  Η απομάκρυνση του Γκλεν από τον πατέρα του είναι μία. Μια άλλη, το ότι μετά το θάνατό της την αναζητούσε στις σχέσεις που δημιουργούσε, με αποτέλεσμα να μη διαρκούν.

  «Μαμά, γιατί δεν φοράς κοντά φουστάνια κι εσύ; Να φαίνονται τα ωραία σου πόδια; Μαμά, το ξέρεις πως θα ήθελα όλες οι γυναίκες να μοιάζουν με σένα;» (σελ. 34).

  Πόση απελπισία μπορεί να αντέξει ένας πατέρας που κουβαλάει τραυματικές εμπειρίες από τα παιδικά του χρόνια βλέποντας το γιο του να είναι απόμακρος απ’ αυτόν, προσκολλημένος στη μητέρα του;

  «Αλλά εσύ τέτοια μανία με αυτή τη μάνα σου… πόσο να την αντέξω;» (σελ. 57).

  Και δεν ήταν μόνο αυτό, ακολούθησε η πώληση του σπιτιού τους μετά από επιμονή του Γκλεν (τι σου είναι αυτά τα μοναχοπαίδια!) και τα χρήματα από την πώληση επενδύθηκαν σε βραχύβιες επιχειρήσεις που δεν πήγαν καθόλου καλά, οξύνοντας έτσι το οικονομικό τους πρόβλημα.  

  Πόσες απώλειες μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;

  Μια βαριά απώλεια για τον Γκλεν ήταν να χάσει, μετά από ατύχημα με τη μηχανή, το ένα του χέρι και τρία δάκτυλα από το άλλο, με το ένα από τα δυο που έμειναν να βρίσκεται ακόμη μπανταρισμένο. Μια ακόμη απώλεια ήταν η σταδιακή απομάκρυνση μιας σχέσης του, που τον προσέγγισε αρχικά παρόλη την αναπηρία του. Μια επίσης απώλεια ήταν να χάσει τον πατέρα σου, με τις τύψεις να τον βαραίνουν ξέροντας ότι αυτός ήταν η αιτία που αυτοκτόνησε, αλλά και με την οργή να φουντώνει μέσα του που τον παράτησε να τα βγάλει πέρα μόνος του. Μια άλλη απώλεια ήταν να χάσει τη φροντίδα της θείας του και της όμορφης εξαδέλφης του, όχι για άλλο λόγο αλλά γιατί τον τσάκωσαν να βλέπει τσόντες.

  Υπάρχει μια ακόμη απώλεια: χάνει τον πιο στενό του φίλο με τον οποίο είχε κουλτουριάρικες συζητήσεις, κάτι για το οποίο τον είχε προειδοποιήσει ο πατέρα του.

  Ο Γκλεν συνεχώς αναρωτιέται, προσπαθώντας να ερμηνεύσει καταστάσεις. Τα ερωτηματικά είναι συχνά, σε προτάσεις που τις περισσότερες φορές αρχίζουν με «μήπως».

  «Μήπως τελικά ο θάνατος του πατέρα του σηματοδοτούσε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν σε θέση να αντιληφθεί; Ίσως τη δική του ανανέωση; Μήπως ξεκινούσε μια καινούρια δική του; Μήπως θα ξαναγεννιόταν από τις στάχτες του πατέρα του; Μήπως εντέλει ο θάνατός του αποτελούσε μια ύστατη μεταθανάτια προσπάθεια να τον ενεργοποιήσει, να του δώσει την ευκαιρία να πιάσει από την αρχή το κουβάρι της ζωής του;» (σελ. 147-148).

  Με μεγάλη επιδεξιότητα η Τζαβέλλα τον προσωπογραφεί, εικονογραφώντας τον χαρακτήρα του και περιγράφοντας τα συναισθήματά του.

  Ενώ η νουβέλα ξεκινάει με πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο πρώτο από τα σύντομα ατιτλοφόρητα και μη αριθμημένα κεφάλαια του βιβλίου, στα επόμενα περνάει στην τριτοπρόσωπη. Ίσως λείπει ένα τελευταίο κεφάλαιο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία θα πλαισίωνε την τριτοπρόσωπη του κυρίου σώματος της νουβέλας. Υπάρχουν βέβαια ενδιάμεσα κομμάτια σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εσωτερικός μονόλογος του Γκλεν και σημειώματα οιονεί αυτοβιογραφικά του πατέρα.

  Όμως να παραθέσουμε κάποια ακόμη αποσπάσματα.

  «Η μάνα του η αιτία όλων των κακών. Πίσω από το φουστάνι της από το πρώτο βήμα» (σελ. 24).

  Πάντως δεν είχε αναπτύξει σεξουαλικές σχέσεις μαζί της παρά τα χαδέματά τους στο μπάνιο, όπως σε ένα διήγημα το Σωτήρη Δημητρίου που δεν θυμάμαι από ποια συλλογή, και σε μια πραγματική ιστορία που μου την αφηγήθηκε συναδέλφισσα και συμφοιτήτριά μου.

  «Με το μικρό του δάκτυλο άγγιξε το μαυριδερό πέος του. Ένιωσε μια γαλήνη, ο έρωτας, η ερωτική πράξη ήταν κάτι που πάντα τον ηρεμούσε, τον χαλάρωνε τόσο ευεργετικά, σχεδόν ανατροφοδοτούσε την υπόστασή του» (σελ. 31).

  Παραθέτω ένα γνωμικό του Woody Allen: «Η διαφορά σεξ και έρωτα είναι ότι το σεξ χαλαρώνει την ένταση, ενώ ο έρωτας τη δημιουργεί».

  Άκουσα τον Ασκητή σε ένα βίντεο στο youtube να είναι κατά του αυνανισμού γιατί έτσι, λέει, παγιδεύεται κανείς και δεν αναζητεί ερωτικό σύντροφο.

  Η αντίρρησή μου: κι εκείνοι που δεν μπορούν να βρουν ερωτικό σύντροφο, είτε διότι είναι άσχημοι, είτε διότι… είτε διότι… Και οι φυλακισμένοι; Και οι έφηβοι;

  Τις αντιρρήσεις της θρησκείας δεν αξίζει τον κόπο να τις σχολιάσω.

  Πάντως με τον Woody Allen συμφωνεί και ένας ψυχολόγος του οποίου μετέφρασα το βιβλίο του, δεν θυμάμαι όμως ποιος είναι: Ο Μάικλ Αργκάιλ, ο Τζέημς Χάντφηλντ ή ο Άντονι Στορ; Προφανώς είναι και άλλοι.

  «Συμπαθούσε αυτές τις γυναίκες· του πρόσφεραν ευχαρίστηση και χαρά. Αναρωτιόταν αν και ο πατέρας του είχε σεξουαλικές επιθυμίες και αν πήγαινε στα «σπίτια». Ο Χριστάκος, αντίθετα δεν εκτιμούσε καθόλου τις υπηρεσίες των ιερόδουλων. Χαρακτήριζε κατάντημα για έναν άντρα να καταφεύγει σε τέτοιες ευτελείς επιλογές» (σελ. 51).

  Τώρα, για να τις φέρει μήπως στον καλό δρόμο άνοιξε βιβλιοπωλείο «δίπλα στα μπουρδέλα» ή  από «μαζοχισμό», «χωρίς πολύ λογική, για να τσαλακώνουν τις ευθείες γραμμές μιας ζωής που δεν τους ικανοποιούσε με τίποτα»; (σελ. 101).

  Θα ήταν μεγάλη έκπληξη να δω ένα βιβλιοπωλείο στο Μεταξουργείο ή στη Φυλής.

  «Και συχνά σκεφτόταν ότι η ανυπολόγιστη δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι άνθρωποι αποκαλύπτεται σε απαιτητικές και ακραίες περιστάσεις…» (σελ. 39-40).

  Ήταν ένα δίδαγμα που αποκόμισα μετά από ένα άγριο καψόνι, εθιμικό, που έκαναν σε κάθε σειρά στη Σχολή Αξιωματικών του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Εφοδιασμού Μεταφορών: Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολύ περισσότερα από ό,τι νομίζει.

  «… η συνειδητοποίηση μάλλον ότι δεν ήταν τόσο το πρόβλημα της αναπηρίας του, όσο η ανάγκη της συμφιλίωσής του με αυτό το πρόβλημα και τη νέα πραγματικότητα που θα είχε στο εξής να αντιμετωπίσει» (σελ. 40).

  Μεγάλη αλήθεια. Το ζήτημα δεν είναι τόσο το πρόβλημα όσο η προσαρμογή στο πρόβλημα.

  «Αλλά και πόσοι θα πήγαιναν άραγε στην κηδεία; Προς μεγάλη του έκπληξη, αλλά και απογοήτευση, παραβρέθηκαν αρκετοί…» (σελ. 43).

  Το έχω ξαναγράψει. Στις κηδείες σε μας υπάρχει κοσμοπλημμύρα, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένεις. Στις κηδείες που βλέπω σε ταινίες, αμερικάνικες συνήθως, υπάρχει ελάχιστος κόσμος. «Ο ξένος πόνος όνειρο· κι οι τάφοι» λέει ο Βάρναλης στην «Οδό Σταδίου», που όμως δεν ισχύει για την Ελλάδα, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό.

  Μου άρεσε πολύ το βιβλίο με το πρωτότυπο θέμα του, τη σταδιακή απώλεια, την  απελπισία που τη συνοδεύει και την ανάγκη προσαρμογής, ενώ η λογοτεχνικότητα της αφήγησης με το συνοδό σασπένς κρατούσε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μου.

 

Ramin Bahrani (1975 - )

Ramin Bahrani (1975 - )

 


  O Ramin Bahrani γεννήθηκε στις ΗΠΑ από ιρανούς μετανάστες αλλά, αποφοιτώντας από ένα αμερικάνικο κολλέγιο πήγε στην Τεχεράνη όπου σπούδασε κινηματογράφο.

  Η μοίρα των φτωχών, κυρίως μεταναστών, τον απασχολεί στις δυο πρώτες ταινίες του, το «Man push cart» (2005) και «Chop shop» (2007). Την φιλοδοξία για κοινωνική ανέλιξη τη βλέπουμε σαν δευτερεύον θέμα στην αμέσως επόμενη ταινία του «Goodbye Solo». Ο Σόλο, σενεγαλέζος μετανάστης, είναι ταξιτζής. Ονειρεύεται να προσληφθεί σε μια αεροπορική εταιρεία και διαβάζει για τις εξετάσεις.

  Η μοίρα των πλούσιων απασχολεί τον Μπαχρανί για μοναδική φορά σ’ αυτή την ταινία: ένας πελάτης του Σόλο θέλει να αυτοκτονήσει. Επιρροή από το «Η γεύση του κερασιού» του Αμπάς Κιαροστάμι;

  Η επόμενη ταινία του «At any price» (2012) αναφέρεται στις κομπίνες των αμερικανών κτηματιών, ενώ η επόμενη, τα «99 σπίτια» (2016), το σενάριο της οποίας συνυπογράφει ο Amir Naderi, στο πρόβλημα των εξώσεων. Βλέπουμε και εδώ τον φιλόδοξο νεαρό που είδαμε και στην τελευταία μέχρι στιγμής ταινία του, «The white tiger».

  Ο φιλόδοξος νεαρός στον «Άσπρο τίγρη» είναι ινδός, και η φιλοδοξία του να ανέβη κοινωνικά θα τον οδηγήσει μέχρι το έγκλημα. Και οι δυο τους αποτελούν την αντίθεση των νεαρών μεταναστών στις δυο πρώτες ταινίες του, που προσπαθούν απλά να επιβιώσουν σε έναν αμείλικτο κόσμο. Ο νεαρός στα «99 σπίτια» αποκαθίσταται στη συνείδησή μας με το να καταγγέλλει στο τέλος την πλαστότητα του εγγράφου με το οποίο έκαναν έξωση σε έναν ιδιοκτήτη, όχι όμως και ο νεαρός στον «Άσπρο τίγρη». Το ότι έγινε ένα καλό αφεντικό δεν είναι αρκετό. Ο Bahrani, απαισιόδοξος, μας λέει ότι δεν υπάρχει συλλογική σωτηρία, μόνο ατομική, με το να γίνει ο φτωχός το ίδιο αδίστακτος με τους πλούσιους για να καταφέρει κι αυτός να γίνει πλούσιος.  

  Να σημειώσουμε τέλος την κινηματογραφική μεταφορά του «Φαρενάιτ 451» (2018) και την μικρού μήκους «ποιητική» ταινία του «Πλαστική σακούλα» (2009)

 

Monday, January 25, 2021

Ramin Bahrani, The white tiger (2021)

Ramin Bahrani, The white tiger (2021)

 


  Παρακολουθώ τους ιρανούς σκηνοθέτες, μη εξαιρώντας αυτούς της διασποράς. Ο Ραμίν Μπαχρανί γεννήθηκε στην Αμερική από ιρανούς γονείς. Στην Τεχεράνη σπούδασε κινηματογράφο.

  Τον Μπαχρανί τον παρακολουθώ πακέτο, έχοντας δει όλες του τις ταινίες. Σειρά έχει σήμερα ο «Άσπρος τίγρης».

  Ο Balram είναι μια ινδική, και ακραία, εκδοχή των Julien Sorel και Ευγένιου Ραστινιάκ («Μπάρμπα Γκοριό», θα τον ξαναδιαβάσω και θα γράψω), και άλλων φιλόδοξων νεαρών που πρωταγωνιστούν σε μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. 

  Εκδοχή, ως προς τις φιλοδοξίες. Ακραία, γιατί ο Balram είναι απλά ένας φτωχός υπηρέτης, οδηγός του πλούσιου αφεντικού του. Τι ελπίδες έχει να γίνει «κάποιος»; Οι φιλοδοξίες του δεν θα αναπτυχθούν αμέσως, θα ωριμάσουν σιγά σιγά.

  Η ταινία ξεκινάει σαν δράμα και καταλήγει σαν θρίλερ. Ξεκινάει με άφθονο χιούμορ που στη συνέχεια εξαφανίζεται, παραχωρώντας ολότελα τη θέση του στη σάτιρα. Ξεκινάει με άφθονα μικρά πλάνα που πέφτουν στην οθόνη με το ρυθμό των slides, για να καταλήξει σε πλάνα μεγαλύτερης διάρκειας.

  Όμως ο δυισμός δεν είναι μόνο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, είναι και ανάμεσα στο μοντέρνο και στην παράδοση. Το μοντέρνο εκπροσωπούν ο γιος του αφεντικού του τού οποίου είναι οδηγός και η γυναίκα του, που μόλις ήλθαν από την Αμερική. Δεν την ήθελαν σαν νύφη γιατί είναι από κατώτερη κάστα, αλλά βέβαια ο γιος γράφει στα τέτοια του τις παραδόσεις.

  Το ίδιο και ο Balram, που δεν θέλει με τίποτα να παντρευτεί τη νύφη που του έχει ετοιμάσει η γιαγιά του από το χωριό. Μου έκανε εντύπωση, τον απειλεί ότι θα του τη στείλει πακέτο αν δεν έλθει στο χωριό να την παντρευτεί. Αλήθεια, γίνονται ακόμη τέτοια πράγματα στην Ινδία;

  Η παράδοση λέει ότι αυτός που έχει οικονομική άνεση, όπως τώρα αυτός που εργάζεται ως οδηγός, πρέπει να στέλνει λεφτά στο χωριό. Όμως όχι μόνο για τη γιαγιά και τον αδελφό, αλλά και για ένα πολυπληθές σόι.

  Οι σατιρικές αιχμές είναι άπειρες. Τι σόι δημοκρατία είναι αυτή στην οποία ενδημεί η διαφθορά; Και τι σόι σοσιαλίστρια είναι αυτή που λαδώνεται για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των πλούσιων «πελατών» της; Και τι σόι είναι αυτές οι κάστες, κατάλοιπο του παρελθόντος; Στην πραγματικότητα δυο μόνο «κάστες» υπάρχουν, οι κάστα των πλούσιων και η κάστα των φτωχών, η κάστα των αφεντικών και η κάστα των υπηρετών.

  Ο γιος και η γυναίκα του, εκπρόσωποι του καινούριου, φέρονται ολότελα φιλικά στον Balram, σε αντίθεση με τον πατέρα και τους άλλους μεγάλους του σογιού, εκπρόσωποι του παλιού.

  Το θρίλερ μας άφησε αμήχανους. Μήπως είναι μια παραχώρηση στην εμπορικότητα; Ή μήπως το σαρδόνιο τέλος της ταινίας υπογραμμίζει την σάτιρά της;

  Ο Balram σκοτώνει τον γιο, ο οποίος του φέρθηκε τόσο καλά, κλέβοντάς του μια τσάντα με πάρα πολλά χρήματα που είχε για το λάδωμα ενός πολιτικού. Με αυτά θα ανοίξει δική του επιχείρηση, μια εταιρία ταξί. Δε λέω, φέρεται καλά στους οδηγούς του, αποζημιώνει τα τυχόν θύματά τους από τροχαία, όμως αν ο Μπαχρανί τον είχε βάλει να σκοτώσει τον πατέρα και όχι το γιο, θα το δικαιολογούσα απόλυτα, τώρα όμως όχι. Το δίδαγμα που βγαίνει απ’ αυτή του την πράξη είναι να μην έχετε εμπιστοσύνη στους υπηρέτες σας και γενικά στα άτομα που έχετε στη δούλεψή σας (διάβαζε: μετανάστες).

  Καλά, δεν φοβόταν ότι θα τον συνελάμβαναν για το φόνο που διέπραξε;

  Κοντά ενάμισι εκατομμύριο οι ινδοί, εκατοντάδες τα άτομα της ηλικίας του, ποιος να τον αναγνωρίσει από τη φωτογραφία του στο «καταζητείται»; Οι περισσότεροι ινδοί μοιάζουν μεταξύ τους, ακούμε στην ταινία.

  Μπορεί ο γιος να έδειχνε εμπιστοσύνη, όμως τα αφεντικά δεν δείχνουν καθόλου εμπιστοσύνη, και πίσω από το γιο είναι ο πατέρας του. Πώς εξασφαλίζουν ότι οι υπηρέτες δεν θα εξαφανιστούν κάποια μέρα κατακλέβοντάς τους ή, ακόμη χειρότερα, σκοτώνοντάς τους;

  Το ήξερε ο Balram, το είχαμε ακούει πιο πριν: θα ξεκλήριζαν το σόι του στο χωριό.

  Είναι από τα ελάχιστα έργα στα οποία δεν επικρατεί η ποιητική δικαιοσύνη, δηλαδή ο δολοφόνος να πληρώνει για το έγκλημά του. Μια άλλη ταινία που μου έρχεται τώρα στο μυαλό  είναι το «Match point» του Woody Allen. Και, ξαναδιαβάζοντας τις προηγούμενες αναρτήσεις μου για τον Bahrani για να κάνω ένα συνολικό πορτραίτο του, βλέπω ότι δεν υπάρχει επίσης στο «At any price».

  Ο Bahrani, απαισιόδοξος, μας λέει ότι δεν υπάρχει συλλογική σωτηρία, μόνο ατομική, με το να γίνει ο φτωχός το ίδιο αδίστακτος με τον πλούσιο για να καταφέρει κι αυτός να γίνει πλούσιος. Είναι ακριβώς η περίπτωση του «πατώντας επί πτωμάτων».  

  Η προηγούμενη ταινία που είδαμε του Bahrani είναι το «Fahreneit 451». Όπως κάνω με τους σκηνοθέτες που βλέπω πακέτο, σε κάθε ανάρτησή μου δίνω το σύνδεσμο της προηγούμενης.

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο Netflix.