Book review, movie criticism

Saturday, September 11, 2010

Άρης Σφακιανάκης, Μπέιμπι σίτινγκ

Άρης Σφακιανάκης, Μπέιμπι σίτινγκ, Κέδρος 2002.

Κρητικά Επίκαιρα, Μάρτης 2004

Επισημαίναμε στο προηγούμενο βιβλιοκριτικό μας σημείωμα για το «Δεν ήξερες… δεν ρώταγες;» ότι ο Άρης Σφακιανάκης βρήκε το δρόμο του στο μυθιστόρημα. Με το καινούριο του μυθιστόρημα «Μπέιμπι σίτινγκ» επιβεβαιώνεται αυτή μας η αντίληψη, ότι δηλαδή άδικα περιπλανήθηκε στους δρόμους του διηγήματος, η φόρμα του οποίου δεν του πηγαίνει ιδιαίτερα, αν και αρκετά από τα διηγήματα των συλλογών του ήταν εξαιρετικά. Αποχαιρετάει το γκροτέσκο για τα καλά, για να αποδυθεί σε ένα καταλυτικό, σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ που κατακτάει τον αναγνώστη αμέσως από τις πρώτες σελίδες.
Οι φορμαλιστές εξοβελίζουν τον συγγραφέα στη μελέτη ενός λογοτεχνήματος, όμως ο απλός αναγνώστης, καμιά φορά και ο μη απλός, όπως σεμνύνομαι ότι είμαι, αναρωτιούνται όχι για το «εικός και το αναγκαίο» των γεγονότων, αυτό είναι δεδομένο στη ρεαλιστική αφήγηση, αλλά για την πραγματικότητά τους. Ξέρουμε ότι οι συγγραφείς αντλούν από την πραγματικότητα τα γεγονότα και τους τύπους που βάζουν στις ιστορίες τους, ότι σε κάποιο βαθμό είναι αυτοβιογραφικές, όμως τα δυο αυτά μυθιστορήματα του Σφακιανάκη είναι στο έπακρο αυτοβιογραφικά. Στο πρώτο εκδραματίζει την περιπέτειά του με το γάμο του, και στο δεύτερο τη σχέση του με την μικρή κόρη του. Ο συγγραφέας δύσκολα μπορεί να κρυφτεί κάτω από τη μάσκα του αφηγητή του, του Ορφέα Πλάνη.
Ο Σφακιανάκης ακολουθεί μια αφηγηματική τεχνική δοκιμασμένη σε αριστουργήματα, αυτή της παράλληλης πλοκής. Τα καλύτερα παραδείγματα του είδους είναι ο «Βασιλιάς Ληρ» και η «Άννα Καρένινα». Μάλιστα οι ωραιότερες λογοτεχνικές σελίδες του Τολστόι βρίσκονται στην ιστορία του Λέβιν, και όχι της Άννας. Η περιγραφή του θερισμού, με τον πρίγκηπα Λέβιν να δουλεύει δίπλα στους μουζίκους του, είναι αριστουργηματική. Και ξέρουμε ότι είναι αυτοβιογραφική.
Από τις δυο πλοκές η μια είναι η «συναρπαστικά αφηγηματική», με απροσδόκητα και σασπένς, με τριτοπρόσωπο αφηγητή, ενώ η άλλη εκδιπλώνει ένα πανόραμα σχέσεων και καταστάσεων ανάμεσα στον πρωτοπρόσωπο αφηγητή και τη μικρή κόρη του. «Εικόνες από μια έκθεση» είχα χαρακτηρίσει κάποτε τη σύγχρονη ελληνική αφηγηματική λογοτεχνία, δανειζόμενος τον χαρακτηρισμό από το ομώνυμο έργο του Μοντέστ Μουσόργκσκι. Από τότε έχει περάσει μια δεκαετία, το μυθιστόρημα έχει κατακλύσει τις βιτρίνες και έχει κατακτήσει τις καρδιές του ολοένα και αυξανόμενου ελληνικού αναγνωστικού κοινού, και μια παραχώρηση σε πιο λαϊκά γούστα δεν κάνει ποτέ κακό στις πωλήσεις ενός βιβλίου. Έτσι στη δεύτερη αυτή πλοκή βλέπουμε ερωτικές αντιζηλίες, ντετεκτιβικές παρακολουθήσεις, σκηνές σεξ στα πιο απίθανα μέρη και με τον πιο απίθανο τρόπο, κλπ. Βέβαια γι αυτές τις τελευταίες ο συγγραφέας φτάνει στην υπερβολή, αν και όχι μεγαλύτερη απ’ ότι ο Μάικλ Τσιμίνο (ή μάλλον ο σεναριογράφος του) στον «Ελαφοκυνηγό». Ο θείος μπορεί να κάνει έρωτα με την ανιψιά του μόνο αφού παίξει «ρώσικη ρουλέτα», όπως και ήρωας του Τσιμίνο. Όμως πόσες φορές μπορεί να γίνει αυτό; Αν ένα πιστόλι έχει έξι σφαίρες, τότε στατιστικά μέσα σε έξι απόπειρες η μια θα είναι επιτυχημένη και θα σε σκοτώσει. Πότε μπόρεσε ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και έμαθε για τη ρώσικη ρουλέτα του φίλου του, και έψαξε να τον βρει; Στο μεσοδιάστημα θα έπρεπε να είχε σκοτωθεί. Γιατί η Αντιγόνη ξαναγύρισε εκεί που είχε θάψει τον αδελφό της, αφού η ταφή ήταν συμβολική και είχε εκτελέσει τα τελετουργικά; Μα για να συλληφθεί, και να προχωρήσει η ιστορία. Το ίδιο κι εδώ, για να μπορέσει ο ντε Νίρο να γίνει μάρτυρας του θανάτου του. Η ρώσικη ρουλέτα αν δεν είναι απόπειρα αυτοκτονίας, δεν μπορεί να γίνει πάνω από μια φορά. Έτσι κι εδώ, δεν πείθει ότι ο θείος έκανε κατ’ εξακολούθησε ρώσικη ρουλέτα για να μπορέσει να συνουσιασθεί με την ανιψιά του, γιατί η έκβαση ήταν προβλέψιμη. Αυτό που σώζει όμως είναι το ότι ο Σφακιανάκης αφήνει ανοικτό και το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας, κάτι που βέβαια, από άλλη άποψη, λειτουργεί αρνητικά, γιατί για τέτοιου είδους μείζονα γεγονότα στις ιστορίες δεν πρέπει να μένουμε με αινίγματα. Όμως τον Σφακιανάκη αυτή η δεύτερη ιστορία, η προσχηματική, που δανείζει το χρόνο στην αφήγηση, δεν τον απασχολεί ιδιαίτερα, και πολύ σωστά, αφού την θέτει απλώς αντιστικτικά στην κύρια ιστορία του μπέιμπι σίτινγκ που τον ενδιαφέρει, μια και εκδραματίζει μια προσωπική κατάσταση, ένα προσωπικό δράμα. Η εναλλαγή στις ιστορίες, με την αλέγκρο του μπέιμπι σίτινγκ να εναλλάσσεται με την πρέστο της ερωτικής ιστορίας, σπάει τη μονοτονία και κάνει την ανάγνωση να κυλάει αβίαστα παρακάτω, παρατείνοντας και το σασπένς.
Είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα του τέλους με το προηγούμενο μυθιστόρημα του Σφακιανάκη. Εκεί ο αφηγητής, σεξομανής που βαριέται τη μια γυναίκα μετά την άλλη, μένει στο τέλος μόνος.
...Τουλάχιστον θα κοιμηθώ, σκέφτηκα.
Λογάριαζα χωρίς τους εφιάλτες.
Εδώ ο αφηγητής, ταλαιπωρημένος από την απαιτητική κορούλα του στα μπέιμπι σίτινγκ, θα μείνει έντρομος μπροστά στην προοπτική να τον υποκαταστήσει ο φίλος της πρώην γυναίκας του. Το εφέ τέλους είναι και εδώ εξαιρετικό: Ο αφηγητής προσφέρεται σε ένα εθελοντικό μπέιμπι σίτινγκ, αυτό που μέχρι χθες θεωρούσε μεγάλη αγγαρεία.
«Μα», δίστασε εκείνη, «μόλις χθες δεν είχες μπέιμπι σίτινγκ;»
«Μην ξαναπείς αυτή τη λέξη», είπα.
Υφολογικά υπάρχει μια εκζήτηση στην επίδειξη γνώσεων, που δεν είναι βέβαια καθόλου κακή, μια και σε πολλούς η απουσία μιας τέτοιας εκζήτησης δεν είναι παρά απουσία γνώσεων. Είναι σαν να κλείνει ο συγγραφέας το μάτι στον αναγνώστη, μπάζοντάς τον στο κλαμπ των μυημένων. Μήπως κι εγώ το ίδιο δεν κάνω σε αυτή τη βιβλιοκριτική;
Οι διακειμενικές αναφορές σε κινηματογραφικά έργα είναι κάμποσες, σε μια περίπτωση μάλιστα σε δυο συνεχόμενες σελίδες (283 και 284). Και οι μεταφορές είναι συχνά λογοτεχνικά προσχηματικές. Το παρακάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό του υφολογικού πλούτου του έργου: «Εκεί, σαν άλλη Μάνι Πένι από ταινίες του Τζέημς Μποντ, καθόταν μια ευσταλής κυρία ακαθορίστου ηλικίας με ενδυματολογικά γούστα της εποχής Τιδόρ. Φορούσε συνήθως ταγιέρ με γεωμετρικά σχέδια και χρώματα γήινα, ενώ φρόντιζε να βάφει τα μαλλιά της σ’ ένα βαθύ κόκκινο, που θύμιζε το αίμα στα χέρια της Λαίδης Μάκμπεθ» (σελ. 18).
Αυτό το μυθιστόρημα το απόλαυσα, ένα μαγευτικό Σαββατοκύριακο στο Isthmia prime hotel στην Κόρινθο, όπου πήγα τέσσερα Σαββατοκύριακα για το μάθημα της εξομοίωσης (σειρά μαθημάτων που κάνουν οι δάσκαλοι των Παιδαγωγικών Ακαδημιών για να αποκτήσουν πτυχίο ισοδύναμο με των σημερινών Πανεπιστημιακών Τμημάτων τετραετούς φοίτησης. Παρεμπιπτόντως, δεν πληρώθηκα για να διαφημίσω αυτό το ξενοδοχείο, είναι όντως υπέροχο). Και κλείνοντας αυτό το βιβλιοκριτικό σημείωμα, αναρωτιέμαι τι να γράφει τώρα άραγε ο Σφακιανάκης.
Post a Comment