Book review, movie criticism

Friday, September 17, 2010

Ταξίδια… στον κόσμο, τη μνήμη και τη φαντασία

«Ταξίδια… στον κόσμο, τη μνήμη και τη φαντασία» Υπερόριος 2004, Σάμος

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στην αίθουσα Αντώνη Τρίτση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 20 Νοέμβρη 2004. Δημοσιεύτηκε και στο «Μεθόριος του Αιγαίου», Ιαν-Μάρ. 2005, τ. 15

Όταν ο φίλος μου ο Γιώργος ο Βοϊκλής μου ζήτησε να παρουσιάσω τον τόμο «Ταξίδια… στον κόσμο, τη μνήμη και τη φαντασία», που περιέχει τα διηγήματα 46 σαμιωτών συγγραφέων, δέχτηκα χωρίς επιφύλαξη εξωτερικά, λόγω της φιλίας που με συνδέει εδώ και τριάντα χρόνια μαζί του, εσωτερικά όμως είχα φοβερές επιφυλάξεις. Η κύρια επιφύλαξή μου ήταν πώς θα άντεχα να διαβάσω τα διηγήματα τόσων λογοτεχνών που προέρχονται από ένα μόνο νησί. Στατιστικά θα έπρεπε να περιμένω ότι πάρα πολλά από αυτά θα ήταν κακά, και όταν λέω κακά εννοώ ότι δεν θα άντεχα να τα διαβάσω. Και δεν υπάρχει πιο επώδυνο πράγμα για μένα από το να διαβάζω κάτι που δεν μου αρέσει. Γι αυτό άλλωστε δεν υπήρξα ποτέ μου καλός μαθητής και φοιτητής, γιατί υπήρχαν πάντα μαθήματα που δεν μου άρεσαν. Με έκπληξη όμως είδα, διαβάζοντας το ένα μετά το άλλο τα κείμενα της συλλογής αυτής, ότι δεν βρέθηκα ποτέ στον ενδοιασμό: να παρατήσω αυτό που διαβάζω και να πάω στο επόμενο; Κανένα διήγημα δεν ήταν κακό, και αυτό το είπα όχι μόνο στο Γιώργο, αλλά και σε άλλους φίλους που συζήτησα το θέμα, για παράδειγμα με τον Μανώλη το Σέργη που βγάλαμε μαζί το πρόγραμμα της Εξομοίωσης του Πανεπιστημίου στο Γύθειο, επίκουρο καθηγητή λαογραφίας. Σήμερα είχαμε τις εξετάσεις σε αυτό το πρόγραμμα και ήλθα για αυτή την εκδήλωση κυριολεκτικά με την ψυχή στο στόμα.
Επαναλαμβάνω, για μένα το κατ’ αρχήν κριτήριο για ένα πεζογράφημα είναι αν αντέχεις να το διαβάσεις. Και σας βεβαιώ ότι μου έχουν τύχει πολλά τέτοια σαν βιβλιοκριτικός. Από εκεί και ύστερα αν κάποια κείμενα τα θεωρώ καλύτερα από κάποια άλλα, αυτό έχει να κάνει και με υποκειμενικά κριτήρια. Για παράδειγμα ο Γιώργης ο Παπαδάκης, που μαζί παρουσιάσαμε το βιβλίο του Σταμάτη Δανά «Στα μονοπάτια του ανέφικτου», και ο οποίος έχει ερευνητικό ενδιαφέρον για το φανταστικό, φυσικά θα τοποθετούσε αξιολογικά πρώτα τα φανταστικά διηγήματα αυτής της συλλογής.
Πολλοί συγγραφείς που κατάγονται από την επαρχία έχουν, αν μου επιτρέπεται να τη χαρακτηρίσω έτσι, μια ηθογραφική αγωνία για τον τόπο τους. Οι αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία είναι ταχύτατες. Βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο μιας μίνι παγκοσμιοποίησης, που εκφράζεται με την εγκατάλειψη των τοπικών ιδιωμάτων καθώς και τη σταδιακή φθορά των παραδοσιακών ηθών και εθίμων, τα οποία προσπαθούν να αναβιώσουν, σχεδόν μουσειακά, οι τοπικοί σύλλογοι. Πολλοί σύλλογοι των συμπατριωτών μου των κρητικών στην Αθήνα κάνουνε κάθε χρόνο τη γιορτή του κλείδωνα, ένα έθιμο που έχει εκλείψει τώρα από την Κρήτη, συμπιέζοντάς το σε μια μόνο βραδιά. Έχω κάνει δυο τέτοιες παρουσιάσεις.
Οι περισσότεροι συγγραφείς αυτών των αφηγημάτων χαρακτηρίζονται από αυτή την ηθογραφικοί αγωνία, όπως για παράδειγμα ο Κώστας Καλαντζής. Το διήγημά του «Πάσχα στο Αιγαίο» βρίσκεται μέσα στην Παπαδιαμαντική παράδοση, μόνο που ο Παπαδιαμάντης γράφει συγχρονικά, ενώ ο Καλαντζής περιγράφει το παρελθόν. Η «θαμιστική αφήγηση», για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της αφηγηματολογίας, η αφήγηση δηλαδή γεγονότων που επαναλαμβάνονται, είναι το χαρακτηριστικό του διηγήματος. Οι παρατατικοί κυριαρχούν. Στο τέλος όμως ο Καλαντζής κλείνει με επιδέξιο τρόπο, αφηγούμενος συγκεκριμένο γεγονός, το πώς ο παπάς καθυστέρησε μια φορά να πει το «Χριστός Ανέστη», περιμένοντας κατά το έθιμο να έλθει το πλοίο.
Από το Πάσχα πηγαίνουμε στα «Χριστούγεννα στην Ικαρία» της Θάλειας Τσαρνά, με τη θαμιστική αφήγηση πάλι να κυριαρχεί. Μόνο που εδώ το συγκεκριμένο γεγονός δεν έχει το happy end που έχει το διήγημα του Καλαντζή. Η γιορτή των Χριστουγέννων σκεπάζεται από το θρήνο για τους ναυτικούς που χάθηκαν.
Ο Γιάννης Κονταξής χρησιμοποιεί την ημερολογιακή αφήγηση για να περιγράψει ένα συγκεκριμένο γεγονός με άφθονο σασπένς, το πώς γλίτωσε το πλοίο τους από μια κακοκαιρία, όπου λίγο έλειψε να ναυαγήσει. Το ίδιο θέμα αναπτύσσει και ο Κώστας Θρασυβούλου στο διήγημά του «Σορόκος και μπουγάζι». Αλιεύω μια υφολογική νησίδα, με το εφέ της συνεκδοχής: «Οι κοπέλες άφησαν τους αφαλούς τους να βγουν σεργιάνι».
Το «Πηγάδι του Άι Γιάννη» του Ανδρέα Παπανικήτα είναι και αυτό μια τρυφερή αναπόληση του παρελθόντος, ένα εικαστικό αφήγημα για ένα πηγάδι ομορφότατο, «αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας», για να έλθει μετά από χρόνια και να το βρει μπαζωμένο. «Το πηγάδι που μιλούσε» της Βούλα Χαραλαμπάκη – Σακελλάρη είναι ένα άλλο πηγάδι, στο οποίο έγινε ένα φονικό. Με μια συναρπαστική αφήγηση η συγγραφέας μας περιγράφει την ιστορία, και το πώς, τυχαία, ανακαλύφθηκε ο δολοφόνος. Το πραγματικό είναι πολλές φορές πιο συναρπαστικό, αρκεί να το αφηγηθείς ωραία.
Όταν λείπει το σασπένς της αφήγησης, υπάρχει ο λυρισμός της γραφής. Αναφέρομαι στα «Γράμματα της τιμονιέρας» της Κούλας Καραμηνά-Πόθου. Είναι καταπληκτικό πώς μια γυναίκα φόρεσε την περσόνα ενός άντρα με τέτοια επιτυχία.
Το «Τρεις φορές στην ίδια πόλη» της Λίτσας Ψαραύτη είναι αφηγηματικά πρωτότυπο, και αποτελεί μια μικρογραφία της αφηγηματικής τεχνικής της Ρέας Γαλανάκη στο τελευταίο της μυθιστόρημα «Ο αιώνας των λαβυρίνθων». Τα τρία κείμενα που απαρτίζουν το αφήγημα ταυτοποιούνται στη βάση της χρονολογίας, με μια δεκαετία διαφορά το καθένα, 1976, 1986, 1996. Της Γαλανάκη χωρίζεται σε εικοσαετίες, 1878, 1898 κλπ. Είναι ένα ρέκβιεμ για τη Ρωσία, στην πραγματικότητα νομίζω ένα ρέκβιεμ για τα όνειρα, ή καλύτερα τις ουτοπίες, που εξέθρεψαν τη νιότη μας.
Το «Αυτά που έφυγαν κι αυτά που θα ’ρθουν» της Ηρώς Παπαμόσχου είναι ένα αφήγημα νοσταλγίας, τρυφερό και μελαγχολικό. –Αχ, πού είσαι Αιγαίο μου!!! Με τα νησιά και τα νησάκια σου. Και το αφήγημα κλείνει: -Ε, ναι λοιπόν, το καλοκαίρι θα πάμε στη Σάμο.
«Ο αποχαιρετισμός» του Σταμάτη Βαλσάμου έχει μια προσχηματική αφήγηση για να μας ξεναγήσει στο Αιγαίο και στη Σάμο με μια θαυμάσια εικαστική περιγραφή. Οι διάλογοι μας μεταφέρουν σε καταστάσεις του παρελθόντος. Αποπνέει την ίδια νοσταλγία που αποπνέουν και τα περισσότερα αφηγήματα αυτού του τόμου.
«Ταξίδι στο Αιγαίο» είναι αντίθετα ο καταδηλωτικός τίτλος του διηγήματος του Φάνη Γαλάνη, με εικαστικές περιγραφές των νησιών του. Αλιεύουμε απ’ αυτό την παρακάτω αποφθεγματική φράση: «Αγαπούμε το ταξίδι, γιατί δίνει την εντύπωση πως ξεφεύγουμε από τον εαυτό μας, πως σπάζουμε τις αλυσίδες μας».
«Οι ρίζες» της Μαριάννας Κυριακάκη είναι ένα συναρπαστικό διήγημα που δίνει μια διάσταση της ζωής των μεταναστών στην Αμερική. Αλιεύουμε επίσης την παρακάτω φράση: «Στην απελπισία μας οι άνθρωποι παλεύουμε να γεμίσουμε το χρόνο μας. Είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να μη σκεφτόμαστε». Να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, να μη σκεφτόμαστε, είναι ψυχικές διαθέσεις που μας επισκέπτονται συχνά στη ζωή.
Και από την Αμερική πηγαίνουμε στην Αίγυπτο, με τον «Πικρό νόστο» του Κώστα Βαξεβανάκη. Αν και έχω μια ελαφρά διαφορετική αντίληψη για τα ιστορικά γεγονότα, το κεντρικό ζήτημα στο αφήγημα, ο ξεριζωμός, περιγράφεται με ζωντάνια και ενάργεια.
Το συμπλήρωμα της νοσταλγίας είναι η λαχτάρα αυτών που αφήσαμε πίσω για μας. «Το χαμόγελο της νεκρής» του Μανόλη Κάρλα εκφράζει θαυμάσια τη νοσταλγία της μάνας για το ξενιτεμένο παιδί της. Πεθαίνει με το χαμόγελο στα χείλη καθώς της διαβάζουν το γράμμα του γιου της.
Την ίδια λαχτάρα εκφράζει και το διήγημα «Γράμματα στον Αλέξανδρο» της Έπης Χριστοδούλου. Παρά τον τίτλο, το κείμενο αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επιστολή και στο ημερολόγιο. Υπάρχει βέβαια ο αποδέκτης, ο Αλέξανδρος, τον οποίο η μητέρα συμβουλεύει τρυφερά.
Το «Ράλια, κοιμάσαι;» της Αγγελικής Οικονόμου εκφράζει τη νοσταλγία για τους δικούς που αφήσαμε πίσω, με ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους. Η Ράλια ονειρεύεται τους δικούς της, και η ευτυχία που νιώθει μέσα στην ύπνο της είναι πολύ μεγάλη. Η αφηγήτρια τελειώνει: Ας τέλειωνε απόψε η μπαταρία στο ξυπνητήρι σου, Ράλια.
Όμως «Το ταξίδι στο όνειρο» της Κατερίνας Κατσαμπά που αναφέρεται σε ένα υιοθετημένο παιδί που κάθε βράδυ βλέπει στον ύπνο του τη μάνα του έχει πιο δραματικό χαρακτήρα. Το παιδί νοσταλγεί μια μάνα που δεν γνώρισε ποτέ, μια μάνα που θα μπορούσε να είχε κάνει μια άλλη επιλογή και όχι να το εγκαταλείψει.
Τα απομνημονεύματα του Μανόλη Βοϊκλή με τίτλο «Εξόριστος στα εκτός σχεδίου» είναι συναρπαστικές ιστορίες της εσωτερικής μετανάστευσης, και αναδεικνύουν ανάγλυφα το κλίμα της εποχής. Διαβάζοντάς τα αναγνωρίζει κανείς πώς η πραγματικότητα συναγωνίζεται με πολύ μεγάλη επιτυχία τη φαντασία.
Τα «Ξεφλουδίσια» του Αριστείδη Βουγιούκα εικονογραφούν σκηνές από τη ζωή των χωρικών στην Ευρυτανία. Διάβασα με συγκίνηση σ’ αυτό το διήγημα την υπόθεση της «Λαφίνας», του δημοτικού τραγουδιού που η γιαγιά μου μου το τραγούδαγε λειψό όταν ήμουν μικρός, γιατί δεν το θυμόταν όλο.
«Η μάνα» της Αγγελικής Βαλεοντή-Δεμερτζή κινείται στο ίδιο κλίμα με τον Μανόλη Βοϊκλή. Χωρίς να έχουν οι ιστοριούλες της τον ανεκδοτικό χαρακτήρα που έχουν εκείνες του Βοϊκλή, είναι πολύ συγκινητικές περιγράφοντας στενές οικογενειακές σχέσεις.
Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει, λέει ο λαός, ή έστω παραδίπλα. Η Έρη Ρίτσου, η κόρη του ποιητή (για τις κόρες του, παρεμπιπτόντως, έχει γράψει τα καλύτερά του ποιήματα, τα διαβάσαμε με συγκίνηση στα νιάτα μας) έχει καταθέσει ένα από τα καλύτερα (υποκειμενική κρίση) και εκτενέστερα (αντικειμενική διαπίστωση, μετρώντας τις σελίδες) διηγήματα της συλλογής. Φαντάζομαι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, εικονογραφεί τις αγωνίες και τα προβλήματα της εφηβείας, και κυρίως βέβαια τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Το «Ήταν ένα μικρό καράβι» του Άλκη Καλτάκη είναι μια τοπική ιστοριογραφία. Καταγράφει με επιμέλεια τις ακτοπλοϊκές συνθήκες της Σάμου μιας εικοσαετίας περίπου, 1935 με 1955, με την πένα όχι λαογράφου, αλλά λογοτέχνη.
Ποτέ δεν κουραζόμαστε να διαβάζουμε αναμνήσεις των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, που, ενώ τους έπρεπε κάθε έπαινος, σύρθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Μια τέτοια συγκινητική αφήγηση είναι και το «Πειραιάς – Άι Στράτης με επιστροφή» του Πέτρου Παπαγεωργίου, που περιγράφει την μεταπολεμική πραγματικότητα, ενώ «Η επιστροφή των προσφύγων» του Δημήτρη Καραμηνά αναφέρεται στην επιστροφή από τη Μέση Ανατολή των προοδευτικών στρατιωτών που βρέθηκαν περίπου αιχμάλωτοι στα χέρια των συμμάχων. Όσο για το «Αταξίδευτο όνειρο» του Νίκου Νόου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα προηγούμενο επεισόδιο, περιγράφοντας την πρώτη αποτυχημένη προσπάθειά του να πάει στη Μέση Ανατολή. «Το πρώτο μας ταξίδι στη χώρα του ονείρου είχε ναυαγήσει», καταλήγει το αφήγημα. Και όταν πραγματοποιήθηκε, ναυάγησαν οι ελπίδες στην ουτοπία.
Το διήγημα του Σταύρου Κουτράκη «Χριστόφορος Κολόμπος του Δ.», αναφέρεται στην επιστροφή από την ξενιτιά. Χιουμοριστικό, θεματοποιεί τους οικονομικούς μετανάστες. Πρόκειται πραγματικά για μια ειρωνική αντιστροφή, ο μετανάστης γίνεται αφεντικό επιστρέφοντας στον τόπο του για να δεχθεί άλλους μετανάστες. Μόνο που εδώ η μετανάστρια θα γίνει συντρόφισσά του.
Διήγημα που μας θυμίζει τα διηγήματα της Αγγέλας Καστρινάκη είναι το «Διπλό ταξίδι» του Διαμαντή Ρήνα. Καμιά συναρπαστική ιστορία, απλά μια θαυμάσια περιγραφή ενός ταξιδιού με το πλοίο. Μάθαμε απ’ αυτό ότι ο βιβλιοκριτικός Γιάννης Χατζίνης είναι Σάμιος.
Στην ίδια παράδοση, της αφήγησης του ελάχιστου, βρίσκεται και το αφήγημα της Αθηνάς Θάνου-Κάιλα που έχει τον τίτλο «Σαν χθες… Τι διάστημα μικρό… Τι διάστημα μικρό». Πρόκειται για ένα νοσταλγικό ταξίδι στο χρόνο μέσα από φωτογραφίες.
Το «Μια ανθοστήλη στο Αιγαίο» της Λιλής Κωνσταντινίδου αναφέρεται στη νοσταλγία του πατρικού σπιτιού που συμπλέκεται με την τρυφερή ανάμνηση της πρώτης αγάπης. Είναι ένα αληθινά συγκινητικό διήγημα, φαντάζομαι αυτοβιογραφικό. Το ίδιο και «Τα ξύλα της ανάγκης» του Μιχάλη Παπαδημητρίου, όπου μαζί με τη νοσταλγία της πρώτης αγάπης έχουμε και τη νοσταλγία της γλώσσας. Σε ένα αφήγημα μόλις πάνω από δυο σελίδες έχουμε μισή σελίδα γλωσσάρι.
Η νοσταλγία είναι επίσης το θέμα του διηγήματος του Νίκου Ορφανού που φέρει τον καταδηλωτικό επίσης τίτλο «Νοσταλγία και ελπίδα». Η εικονογράφηση νοσταλγικών εικόνων και των πικρών στιγμών του αποχαιρετισμού γίνεται με δύναμη και αίσθημα από τον συγγραφέα.
Τα χρόνια της νοσταλγίας ήταν δύσκολα χρόνια. Το «Κρυμμένα στις σκιές της ίριδας» της Μαργαρίτας Ικαρίου δείχνει τη δύσκολη ζωή που πέρασαν οι αγωνιστές της αντίστασης και οι οικογένειές τους. Η ηρωίδα αναρωτιέται στην τελευταία σειρά: Διάβηκα όλες τις ρωγμές της παλάμης μου;
Να κάνω εδώ μια παρέκβαση. Το σασπένς κάθε αφήγησης λύνεται στο τέλος. Το σασπένς όμως του τι σε μια αφήγηση είναι πραγματικό και τι φανταστικό είναι κάτι που δεν λύνεται. Αναγνώστες όπως εγώ μένουμε πάντα, ή σχεδόν πάντα, με το ερωτηματικό. Για παράδειγμα στο διήγημα του Γιώργου Βοϊκλή «Solaris 2003» γνωρίζω πρόσωπα του διηγήματος, ακόμη και όταν δεν αναφέρονται με το όνομά τους, καθώς και γεγονότα. Υποθέτω ότι ο Εγκέφαλος είναι πραγματικό πρόσωπο. Η τόσο γλαφυρή αφήγηση του διηγήματος με έκανε προς στιγμή να ξεχάσω ότι ανήκει στην κατηγορία του φανταστικού, και αν δεν ήταν τώρα εδώ ο Βοϊκλής θα ένιωθα ότι με εγκατέλειψε και δεν με πήρε στη διαστημική Ουτοπία του με τα άλλα 89 ζευγάρια, εμένα τον κύριο Εννέα σε Ένα. Για κάποιες ανακρίβειες σχετικά με το πρόσωπό μου, δεν μπορούσε να ξέρει. Κι αυτό γιατί το διήγημα γράφηκε πριν ένα χρόνο. Το ότι με έκανε διηγηματικό πρόσωπο με κολακεύει, όπως με έκανε εξάλλου και μυθιστορηματικό στο έργο του «Τα παιδιά της Ευρώπης στην πόλη του ήλιου». Το ότι με χρησιμοποίησε και σε άλλο έργο του είναι μια αφηγηματική τεχνική που χρησιμοποιούν ορισμένοι συγγραφείς, τα ίδια πρόσωπα δηλαδή να εμφανίζονται και σε άλλα έργα τους. Την τεχνική αυτή έχει χρησιμοποιήσει για παράδειγμα ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Τον Αντωνιάδη, ένα από τα πρόσωπα του τρίτου του μυθιστορήματος, του Εωσφόρου που εκδόθηκε το 1959 το επανεμφανίζει στην τελευταία νουβέλα του «Ο πυγμάχος» που εκδόθηκε το 1991. Ο θάνατός του από ατύχημα έβαλε δυστυχώς τέρμα στη συγγραφική του σταδιοδρομία.
Για το αφήγημα του Μιχάλη Μητσού «Απ’ το χωριό στο κτήμα», που αναφέρεται σε σπαρταριστά ανέκδοτα από τη ζωή ενός μπάρμπα Γιάννη, δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι πρόκειται για πραγματικές ιστορίες. Ήδη από την αρχή ο συγγραφέας δηλώνει ότι δεν αναφέρει το επίθετό του γιατί ζουν οι απόγονοί του και φοβάται «μήπως του πουν καμιά κουβέντα».
Το διήγημα του Σταμάτη Δανά «Τα εργόχειρα της σιωπής», με ένα πικρό χιούμορ, αναφέρεται νοσταλγικά στη ζωή στο χωριό. Η επιστροφή στην Αθήνα φαντάζει εφιάλτης για τον ήρωά του. Άθελά του αναπολεί ευτυχισμένες στιγμές.
Το διήγημα «Στην ανατολή για το θέρος» της Κικής Κονταξή-Διακογιάννη είναι μια νοσταλγία της γλώσσας. Οι αναμνήσεις τις γιαγιάς από την Τουρκία όπου πήγε με τον πατέρα της μικρό κοριτσάκι δίνονται σε ένα γλωσσικό ιδίωμα που για να γίνει πλήρως κατανοητό η συγγραφέας παραθέτει γλωσσάρι στο τέλος, όπως και ο Μιχάλης Παπαδημητρίου, στο διήγημα του οποίου αναφερθήκαμε πιο πριν.
«Στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής» του Παρασκευά Βουγιούκα έχουμε την αφήγηση μιας «ημερήσιας εκδρομής», όπου μας δίνονται δυνατές περιγραφές, γεμάτες λυρισμό, της φύσης. Κι αυτό στην παράδοση της αφήγησης του ελάχιστου.
Το διήγημα «Η φυγή» της Νίτσας Κιάσσου θεματοποιεί την αντίσταση στον κατακτητή. Αναφέρεται στη φυγή στη Μέση Ανατολή του ήρωα, για να αποφύγει τις παραπέρα διώξεις. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ διαβάζοντάς το: Υπήρξε πραγματικό πρόσωπο ο ήρωάς της;
Τι τρυφερό που είναι το αφήγημα «Ο παππούς» του Άγγελου Ρήγα. Μόνο για ένα πραγματικό παππού, σε ένα πραγματικά αυτοβιογραφικό αφήγημα, θα μπορούσε να ξεχυθεί τόση τρυφερότητα.
«Το παράπονο του γερο –Λιά» είναι ένα πρωτόλειο διήγημα του Θεόδωρου Σαρρηγιάννη, που το έγραψε μαθητής 17 χρονών. Έκανε πολύ καλά που το δημοσίευσε «αυτούσιο, όπως γράφτηκε τότε, χωρίς καμιά απολύτως παρέμβαση, διόρθωση ή αλλαγή», όπως γράφει σε σημείωση στο τέλος. Γιατί αλλιώς θα χανόταν το γνήσιο πατριωτικό αίσθημα για τους αγώνες των Κυπρίων αδελφών μας στους οποίους αναφέρεται, και που τότε βρισκόταν στην κορύφωσή τους.
«Οι εξεγερθέντες του ύπνου» του Λουκά Τζόγια έχει μια πρωτότυπη αφηγηματική τεχνική. Ο Τζόγιας εγκιβωτίζει αφηγηματικά τα ποιήματά του, με τα οποία εκφράζει τα δικά του ταξίδια στη μνήμη. Το ίδιο κάνει και ο Αντώνης Σαρρηγιάννης στο «Φρουρέ χρόνε, το μπούκ’ς τρώει χώμα», όπου η λυρική εγκιβωτίζουσα αφήγηση είναι δυσδιάκριτη από τους καθαρούς στίχους. Θυμήθηκα το παιχνίδι, το παίζαμε και εμείς στην Κρήτη, και το λέγαμε σκατούλι, με το συμπάθιο.
Το «Ταξίδι στο πουθενά» του Στάμου Δημητρόπουλου είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, που ξεκινάει με το υπαρξιακό ερώτημα: Πού πάω; Και επαναλαμβάνεται σαν λάιτ μοτίβ μετά από κάμποσες αράδες. Το τέλος του ταξιδιού είναι το υπαρξιακό μηδέν του Σαρτρ: Πουθενά. Ζοφερό αφήγημα, που φαίνεται να τροφοδοτείται από μια ερωτική απογοήτευση.
Το διήγημα «Αρχάπολις» του Δημήτρη Νικηταρά είναι ένα φανταστικό διήγημα, μια παραλλαγή του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης, που ξεκινάει σε αρχαϊκούς διαστημικούς τόπους για να καταλήξει στη γη. Είναι μια θαυμάσια ιστορία που θα γοητεύσει τους θιασώτες του φανταστικού, που, από όσο ξέρω, συνεχώς πληθύνονται.
Δεν είμαι από τους θιασώτες του είδους. Και η τραγική ειρωνεία είναι ότι έχω γράψει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν έχει δημοσιευθεί, τολμώ να προσθέσω, ελπίζοντας: ακόμα.
Γιατί το λέω αυτό. Γιατί και το «Συναξάρι των άστρων» του Σπύρου Ζαχαρόπουλου, που ανήκει και αυτό στην κατηγορία του φανταστικού, κανονικά θα έπρεπε να είναι έξω από τις προτιμήσεις μου. Έχει όμως ένα χαρακτηριστικό που βρίσκεται μέσα στα γούστα μου: το χιούμορ. Το απόλαυσα διαβάζοντάς το. Και η τόλμη στη χρήση κάποιων λέξεων, όπως στη φράση «μονάχα ένα πόρδο βρόντηξε», με διασκέδασε.
Και κλείνω με την «Πλωτή περιφερόμενη πατρίδα» της Έλσας Χίου. Ήρωάς της είναι ένας περιθωριακός που ταξιδεύει πάνω κάτω με το Σάμινα, για να βρεθεί ανάμεσα στους πνιγμένους του ναυαγίου. Μελαγχολικό διήγημα, που αναδεικνύει την εσωτερική αξιοπρέπεια των περιθωριακών, που πρωταγωνιστούν σε πολλά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας, σε έργα του Γιώργου Μανιώτη, του Γιώργου Σκούρτη, του Κώστα Μουρσελά, του Γιάννη Ξανθούλη, και άλλων. Και αναρωτιέμαι πάλι: Είναι πραγματικό πρόσωπο ο ήρωας της Έλσας Χίου; Μια συναρπαστική αφήγηση τείνει πάντα να σε κάνει να πιστέψεις πως είναι.
Θα κλείσω επαναλαμβάνοντας αυτό που είπα και στην αρχή. Ήταν μια απόλαυση για μένα η ανάγνωση αυτού του τόμου. Εύχομαι σε όλους τους συγγραφείς δύναμη, έμπνευση και δημιουργικότητα. Ευχαριστώ.
Post a Comment