Book review, movie criticism

Tuesday, September 28, 2010

Παναγιώτης Κουμεντάκης, Σιωπηλή άνοιξη, σιωπηλό καλοκαίρι

Παναγιώτης Κουμεντάκης, Σιωπηλή άνοιξη, σιωπηλό καλοκαίρι, Ελληνικά Γράμματα 2004

Μεθόριος του Αιγαίου, τ. 17, Ιούλ-Σεπτ. 2005, Υγεία για όλους, τ. 53, Αύγουστος Σεπτέμβρης 2005 και Κρητικά Επίκαιρα, Ιανουάριος 2006

Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι ο πιο γνωστός και καταξιωμένος υγιεινιστής γιατρός. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία σχετικά με θέματα υγείας, διατροφής, πρόληψης και διατροφικής θεραπευτικής. Μια φίλη μου, αρκετά παχουλή, ακολουθώντας την αγωγή Κουμεντάκη πριν τριάντα χρόνια αδυνάτισε και από τότε δεν ξαναπάχυνε. Όλοι οι άλλοι παχουλοί έως χοντροί που γνώρισα, και εμού συμπεριλαμβανομένου, είμαστε πτυσσόμενοι, αν και έχουμε ακολουθήσει διάφορες δίαιτες κατά καιρούς.
Ο Παναγιώτης Κουμεντάκης είναι μια ακόμη περίπτωση ατόμου καταξιωμένου σε ένα επαγγελματικό τομέα που σε ώριμη ηλικία αποφάσισε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η Γιοβάνα, η Ντόρα Γιαννακοπούλου, ο Γιώργος Θέμελης, ο Γιάννης Πυργιωτάκης, είναι μερικά άτομα που ξέρω.
Το έργο φέρεται ως μυθιστόρημα, όμως δεν είναι τέτοιο. Ειδολογικά φαίνεται να ξεφεύγει από κάθε ταξινόμηση, και αφηγηματικά έχει για μένα, διδάκτορα αφηγηματολογίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και γι αυτό θα ήθελα να το δούμε κατ’ αρχήν αφηγηματικά.
Ο Κουμεντάκης χρησιμοποιεί μια παλιά τεχνική, εγκαταλειμμένη σήμερα, πλαισίωσης της αφήγησής του, που είναι η τεχνική της ανεύρεσης χειρογράφων. Είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης στο «Όφις και Κρίνο». Ο συγγραφέας Καζαντζάκης παρουσιάζεται ως ο εκδότης ενός ημερολογίου, ο Κουμεντάκης ως ο εκδότης χειρογράφων που βρήκε σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Ο Κουμεντάκης λοιπόν είναι ο αφηγητής πρώτου βαθμού. Ο συγγραφέας των χειρογράφων είναι ο αφηγητής δευτέρου βαθμού. Όμως, κάποιες φορές, δίνει το λόγο του σε ένα φίλο, ο οποίος του αφηγείται την ιστορία που καταγράφει, όπως π.χ. στον Στρατή στο «Κορίτσι του Σάο Πάολο». Εδώ ο αφηγητής είναι αφηγητής τρίτου βαθμού. Στη «Λική Μακ» ο αφηγητής τρίτου βαθμού είναι ο Μάνος Χατζηδάκης.
Δεν ξέρω αν και πόσες ιστορίες υπάρχουν στην παγκόσμια λογοτεχνία με αφηγητή τετάρτου βαθμού. Στο παραπάνω διήγημα όμως υπάρχει αφηγητής τετάρτου βαθμού, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Αφηγήθηκε την ιστορία μιας ερωτικής του σχέσης στον Μάνο Χατζηδάκη, και αυτός την αφηγήθηκε με τη σειρά του στον συγγραφέα των χειρογράφων.
Όπως θα καταλάβατε από τα παραπάνω, το μυθιστόρημα δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά ιστορίες πραγματικές. Και ο αφηγητής, είτε αυτοβιογραφείται, είτε παραθέτει ιστορίες γνωστών του ή ιστορίες που του τις αφηγήθηκαν. Και ενώ η αυτοβιογραφία έχει μια φόρμα μυθιστορηματική, εδώ η φόρμα είναι αυτή του διηγήματος, αφού οι ιστορίες είναι ασύνδετες η μια με την άλλη και θα μπορούσαν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί με τα κεφάλαια ενός μυθιστορήματος.
Το κύριο χαρακτηριστικό των ιστοριών αυτών είναι ότι πρόκειται για προσωπογραφίες. Εικονογραφούνται πρόσωπα ή ζευγάρια, είτε σε επεισόδια με σασπένς που καταλήγει σε μια κορύφωση και μια λύση, όπως π.χ. στην περίπτωση μιας απιστίας που αποκαλύπτεται και οδηγεί στο χωρισμό, όπως στο «Ένας καλλιτέχνης της ζωής», είτε σε επεισόδια που απλά εικονογραφούν καταστάσεις και τρόπους ζωής, όπως στο «Οι κουμπάροι», όπου εδώ η απιστία προδιαγράφεται ως η πιο πιθανή εξέλιξη στη ζωή του ζευγαριού, καθώς η Ηλέκτρα νιώθει παραμελημένη από το σύζυγό της. Όμως πιο χαρακτηριστικό είναι το διήγημα «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», όπου οι δυο εραστές αναλογίζονται τους κινδύνους που έχει η παράνομη σχέση τους, ενώ στην «Ημιτελή συμφωνία» οι απογοητευμένοι από τους συντρόφους τους σύζυγοι έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν εσαεί μια ρομαντική και ανολοκλήρωτη σχέση, προκειμένου να αποφύγουν τη φθορά που θα προκαλούσε στη σχέση τους ένας γάμος, αφού θα έπαιρναν βέβαια διαζύγιο από τους συντρόφους τους.
Γιατί δεν υπάρχει τέλος σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες; Μα γιατί οι ήρωές τους είναι ακόμη ζωντανοί, και το τέλος δεν έχει γραφεί ακόμη. Ποιος ξέρει αν οι ήρωες της παραπάνω ιστορίας δεν άλλαξαν ξαφνικά γνώμη, χώρισαν από τα ταίρια τους και παντρεύτηκαν, ή αν η Ηλέκτρα δεν βρήκε την ευκαιρία να συνάψει μια παράνομη σχέση, ή αν την βρήκε τη κατάληξη θα έχει. Η ζωή είναι ένα συνεχές με διάσπαρτα επεισόδια, που κάποια έχουν ολοκληρωθεί ή φαίνονται να έχουν ολοκληρωθεί, κάποια όμως όχι. Το κορίτσι που έχει τυφλωθεί ονειρεύεται έναν έρωτα. Θα τον βρει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ακόμη και το τυπικό τέλος ενός επεισοδίου μπορεί να μην είναι αυτό, όπως π.χ. στο χωρισμό ενός ζευγαριού κατόπιν απιστίας. Το σμίξιμο ξανά παραμένει μια δυνατότητα, έστω και στατιστικά αμυδρή. Έχω υπόψη μου μια τέτοια περίπτωση στην πραγματική ζωή.
Σε κάποιες από τις πραγματικές ιστορίες του Κουμεντάκη το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ οριστικό. Οι ήρωες είναι ακόμη ζωντανοί. Ποιος μας βεβαιώνει πως ο Ντέηβιντ δεν θα ξαναγυρίσει στην Άρτεμη, μη επιμένοντας πια να την προσηλυτίσει στον Ιουδαϊσμό, στο «Έτοιμη για ένα νέο ξεκίνημα»; Σε κάποιες βέβαια όχι, όπως στο «Η τραγική μικρή σοπράνο», με το μοτίβο της διπλής αυτοκτονίας των εραστών, η οποία κάποτε ήταν ενδημική στην Κίνα και στην Ιαπωνία, ή στο «Ο Χριστόδουλος ο Κοσκινάς», με το μοτίβο της εκδίκησης, όπου η οικογένεια καταστράφηκε αφού σκότωσε για εκδίκηση.
Η γραφή του Παναγιώτη Κουμεντάκη έχει μια ξεχωριστή διαύγεια. Χωρίς εκζήτηση, περιγράφει με ακρίβεια τις καταστάσεις, εικονογραφεί με λεπτομέρειες τα πρόσωπα, και αφηγείται με γλαφυρότητα τα συμβάντα. Περιμένουμε και τα υπόλοιπα «χειρόγραφα», την ύπαρξη των οποίων μαρτυρεί στον επίλογο.
Post a Comment